ΕΠΙΛΟΓΗ ΝΗΣΙΔΩΝ


Άγιος ΙσίδωροςΑρκοίΓούρναΦαρμακονήσι
ΑγρελούσαΑρχάγγελοςΜαράθι

Οι νήσοι και οι νησίδες του Αιγαίου που βρίσκονται στα δυτικά της αρχαίας πόλης Μιλήτου, έναντι των μικρασιατικών ακτών, αποτελούν μέρος του τμήματος του ελληνικού Αρχιπελάγους το οποίο στην αρχαιότητα ήταν γνωστό με την ονομασία Σποράδες. Πρόκειται συγκεκριμένα για το Αγαθονήσι, τους Αρκιούς, τους Λειψούς, τη Λέρο, την Πάτμο και το Φαρμακονήσι, καθώς και για τις μικρότερες νησίδες που τις περιβάλλουν και με τις οποίες συγκροτούν ομώνυμα πολύνησα ή συστάδες στο βόρειο τμήμα των Δωδεκανήσων.

Η εν λόγω ομάδα νήσων και νησίδων έγινε γνωστή στην ιστοριογραφία από τον Γάλλο ιστορικό και αρχαιολόγο Bernard Haussoullier, ο οποίος το 1902 μελέτησε τα διαθέσιμα στην εποχή του ιστορικά και επιγραφικά δεδομένα και πρώτος αναφέρθηκε στη Λέρο, στους Λειψούς και στην Πάτμο με τον όρο Μιλησιακά νησιά, θέλοντας να δηλώσει τη γεωγραφική, θεσμική και πολιτισμική υπαγωγή τους στη μητρόπολη της Ιωνίας, τη Μίλητο. Ωστόσο, ο B. Haussoullier δεν προσμέτρησε στα Μιλησιακά νησιά (ελλείψει επιγραφικών δεδομένων) το Αγαθονήσι, τους Αρκιούς και το Φαρμακονήσι, ενώ αντίθετα συμπεριέλαβε σε αυτά τους Φούρνους (Κορσεούς), τους οποίους η νεότερη έρευνα συσχέτισε με τη Σάμο (κυρίως βάσει επιγραφικών δεδομένων). Παρ’ όλα αυτά, η ομαδοποίηση και η ονοματοδοσία των προαναφερόμενων νήσων και νησίδων των Δωδεκανήσων ως Μιλησιακών νησιών είναι ευρέως αποδεκτή σήμερα.

Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλαν καθοριστικά έρευνες και μελέτες μεταγενέστερες εκείνων του Β. Haussoullier, από τις οποίες αξίζει να αναφερθούν δύο οι οποίες εδραίωσαν τον χαρακτηρισμό των ίδιων νήσων και νησίδων ως Μιλησιακών και προσέγγισαν λεπτομερέστερα την έννοια και τη σημασία τους στο πλαίσιο της ιστορίας και της αρχαιολογίας της Μιλήτου. Πρόκειται για τις μελέτες «Le inscrizioni delle isole Milesie» του Ιταλού ιστορικού και επιγραφικού Giacomo Manganaro (1963-1964) και «Athénes et Milet II. L’organisation du territoire» του Βέλγου ιστορικού και κλασικού φιλολόγου Marcel Piérart (1985). Στη μεν πρώτη μελέτη, ο G. Manganaro αποδέχεται την προτεινόμενη νωρίτερα από τον Γερμανό κλασικό φιλόλογο A. Rehm (1926) εξαίρεση των Φούρνων (Κορσεών) από την ομάδα των Μιλησιακών νησιών, συμπεριλαμβάνοντας στη μελέτη του μόνο τις τότε γνωστές επιγραφές (τιμητικές, αναθηματικές και επιτύμβιες) από τη Λέρο, την Πάτμο και τους Λειψούς και εξετάζοντας ιδιαίτερα τις οχυρωματικές εγκαταστάσεις, τις τεκμαιρόμενες από τις επιγραφές λατρείες και τη θεσμική θέση αυτών των νησιών στο πολιτειακό σύστημα της Μιλήτου. Στη δε δεύτερη μελέτη, ο Μ. Piérart προσεγγίζει ζητήματα λατρείας, διοίκησης και εδαφικής οργάνωσης των ίδιων νησιών στο πλαίσιο του κράτους της Μιλήτου. Συνδυάζοντας επιγραφικά δεδομένα τόσο από τα νησιά όσο και από τη Μίλητο, ο Μ. Piérart κατέδειξε πως σε μία πρώιμη περίοδο τα Μιλησιακά νησιά δεν φαίνεται να συγκροτούσαν πλήρη πολιτική κοινότητα, αλλά να λειτούργησαν θεσμικά περισσότερο στο πλαίσιο της ενιαύσιας εκλογής προφήτη για το μαντείο του Απόλλωνα στα Δίδυμα. Ο Piérart διατύπωσε την εύλογη υπόθεση ότι το σύνολο των νησιών της Μιλήτου οργανώθηκε σε έναν διακριτό δήμο του κράτους στο τέλος του 4ου αι. π.Χ., κατά την πολιτειακή μεταρρύθμιση της Μιλήτου, οπότε συγκροτήθηκαν πέντε δήμοι. Επίσης, ο Piérart ερμήνευσε πειστικά την έκφραση που απαντά σε αρκετές επιγραφές «Λερίων οἱ κατοικοῦντες ἐν Λέρωι», υποστηρίζοντας πως ο δήμος Λερίων περιλάμβανε όλους τους πολίτες της Μιλήτου από το σύνολο των νησιών που υπάγονταν στην επικράτειά της.

Αν και οι πληροφορίες για τη πολιτειακή συγκρότηση των Μιλησιακών νησιών παραμένουν ελάχιστες, η τριμερής διαίρεση της επικράτειας της Μιλήτου, σε πόλη, χώρα και νησιά είναι γνωστή τουλάχιστον από την ελληνιστική περίοδο και εξής, καθώς αποτυπώνεται σε δύο επιγραφές του 3ου αι. π.Χ. H πρώτη αποτελεί ψήφισμά σχετικό με την τέλεση της λατρείας του Διονύσου στην επικράτεια της Μιλήτου, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στα ιερά του Διδυμαίου Απόλλωνα στην πόλη, τη χώρα και τα νησιά, επιβεβαιώνοντας ότι το σύνολό της επικράτειας της Μιλήτου ήταν αφιερωμένο στον Διδυμαίο Απόλλωνα. Εκτός από τη λατρεία του Διδυμαίου Απόλλωνα και του Διονύσου, από το σύνολο των επιγραφών γνωρίζουμε τη λατρεία της Αρτέμιδος Παρθένου στη Λέρο και της Αρτέμιδος Πατμίας στην Πάτμο, ενώ σε αφιερωματικές επιγραφές των Λειψών αναφέρονται ο Ζευς Γενέθλιος, η Άρτεμις Σώτειρα και ο Απόλλων Λέψιος/Λεψιεύς. Από τη μοναδική έως σήμερα ανεσκαμμένη οχυρωματική θέση στα Μιλησιακά νησιά, στο Καστράκι Αγαθονησίου, γνωρίζουμε επίσης την ύπαρξη ιερού ανατολικών θεοτήτων στην όψιμη ελληνιστική περίοδο και στους ρωμαϊκούς χρόνους (1ος αι. π.Χ.-2ος αι. μ.Χ.).

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει από τις επιγραφές της Λέρου, της Πάτμου και των Λειψών είναι η παρουσία φρουράρχων, δηλ. κρατικών αξιωματούχων με ετήσια θητεία, επικεφαλής φρουρών επιφορτισμένων με την οργάνωση της άμυνας των νησιών. Η μαρτυρία για την ύπαρξη φρουράρχων, σε συνδυασμό με τα ορατά κατάλοιπα οχυρωματικών εγκαταστάσεων στα Μιλησιακά νησιά, επιτρέπει τη σκιαγράφηση της εδαφικής οργάνωσης τους και την εξαγωγή συμπερασμάτων για την καθημερινή ζωή στην αρχαιότητα, καθώς οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις αποτελούν τη σημαντικότερη κατηγορία αρχαιολογικών καταλοίπων στην περιοχή.

Στα Μιλησιακά νησιά εντοπίζονται ποικίλες οχυρωματικές εγκαταστάσεις και κατασκευές: ελεύθερα ιστάμενοι πύργοι, πύργοι με οχυρωμένη αυλή και εγκαταστάσεις με εκτενέστερους οχυρωματικούς περιβόλους φρουριακού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, στο Φαρμακονήσι και στον Άγιο Ισίδωρο Λέρου απαντά ο τύπος του ανεξάρτητου και ελεύθερα ισταμένου πύργου, ενώ στο Παρθένι και τον Ξηρόκαμπο Λέρου, καθώς και στην Αγρελούσα Αρκιών, ο τύπος του συμπλέγματος πύργου με οχυρωμένη αυλή· στους Λειψούς ταυτίζεται μία φρουριακή εγκατάσταση, στην Πάτμο και στο Αγαθονήσι καταγράφονται οχυρωμένοι οικισμοί, ενώ στην περίπτωση των Αρκιών η θέση παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μίας πρώιμης μορφής τετραπυργίου. Οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις των Μιλησιακών νησιών παρουσιάζουν ποικιλία και σε επίπεδο κατασκευής των τειχών, η χρονολόγηση των οποίων εκτείνεται από τους κλασικούς έως τους ελληνιστικούς χρόνους (5ος-3ος αι. π.Χ.). Η αναγνώριση των χρήσεων που οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις πιθανώς εξυπηρετούσαν και, κατά συνέπεια, η ερμηνεία τους αποτελούν παράγοντες που αποτυπώνουν από τη μία πλευρά την οικιστική οργάνωση κάθε νήσου/νησίδας και από την άλλη την αντίληψη και τη συμπεριφορά της διοίκησης της Μιλήτου έναντι ζητημάτων εδαφικής συγκρότησης και εκμετάλλευσης της γης.

Αγαθονήσι, Καστράκι. Πρόταση αποκατάστασης του αρχαίου πύργου και των οχυρώσεων στο ανώτερο άνδηρο της οχυρωματικής εγκατάστασης, σε ισομετρική προβολή από τα νοτιοδυτικά (Σαραντίδης 2024, 355).

Με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, η μόνη από τις νησιωτικές εγκαταστάσεις που φαίνεται να είχε αποκλειστικά στρατιωτικό χαρακτήρα ήταν το φρούριο των Λειψών (το φρούριο της Λέρου τεκμηριώνεται επί του παρόντος μόνο επιγραφικά), καθώς οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις του Αγαθονησίου και της Πάτμου είχαν παράλληλα στρατιωτικό και πολιτικό χαρακτήρα. Οι υπόλοιπες οχυρωμένες θέσεις εντοπίζονται κυρίως σε υψώματα κοντά στη θάλασσα και σε εδάφη πρόσφορα για μικρής κλίμακας καλλιέργεια και βοσκή. Οι ξηρές, ημιορεινές περιοχές στην κορυφή υψωμάτων και τα λίγα και διασκορπισμένα καλλιεργήσιμα εδάφη πιθανώς επαρκούσαν για την παραγωγή των απαραίτητων εδώδιμων προϊόντων για τους νησιώτες, ενώ πλεονασματική πρωτογενής παραγωγή τεκμηριώνεται αναφορικά με τη μελισσοκομία στην περίπτωση του Αγαθονησίου, που αποτελεί και τη μοναδική ανεσκαμμένη εγκατάσταση. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις φαίνεται να αποτελούν τεκμήρια οικιστικού πυρήνα για πληθυσμό μικρού μεγέθους, ο οποίος διαβιούσε από τις φυσικές προσόδους του τόπου και παράλληλα ήταν επιφορτισμένος με την υπεράσπισή του. Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η ορατότητα μεταξύ των οχυρωματικών εγκαταστάσεων. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται πως κάθε θέση είναι ορατή στις περισσότερες περιπτώσεις από τουλάχιστον άλλες δύο οχυρωματικές εγκαταστάσεις είτε στα νησιά είτε στη χώρα της Μιλήτου. Παρ’ όλα αυτά, εάν το στοιχείο αυτό πρέπει ή μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτικό της ανταλλαγής σημάτων καπνού ή φωτιάς μεταξύ τους, είναι δύσκολο να απαντηθεί επί του παρόντος.

Η παρουσία οχυρωματικών εγκαταστάσεων στα Μιλησιακά νησιά συνδέεται οπωσδήποτε με την τάση οργάνωσης και ιεράρχησης της υπαίθρου, η οποία παρατηρείται και στη χώρα της Μιλήτου, αποσκοπώντας τόσο στην προστασία των κάτοικων των αγροτικών περιοχών από θαλάσσιους και χερσαίους κίνδυνους όσο και στην προώθηση της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας και του εμπορίου. Ειδικότερα η παρουσία οχυρωματικών εγκαταστάσεων στρατιωτικού ή μικτού χαρακτήρα και τα αγκυροβόλια των νησιών, μέσω του ελέγχου, της παρακολούθησης των θαλάσσιων διαδρομών και της προστασίας του πληθυσμού, συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες κατέστησαν τις οχυρωματικές αυτές εγκαταστάσεις πολυτίμους κρίκους ενός δικτύου επιβολής πολιτειακού ελέγχου στην ύπαιθρο της Μιλήτου. Ο πληθυσμός των νησιών κατά την περίοδο αυτή διαβιούσε συνήθως είτε σε μεμονωμένες οχυρωματικές εγκαταστάσεις είτε σε οχυρωμένους οικισμούς. Ωστόσο, οι περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη διασπορά άλλων τυχόν οικιστικών θέσεων και της διάρθρωσης της υπαίθρου των Μιλησιακών νησιών δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή περαιτέρω συμπερασμάτων. Αναμφίβολα, η ισχυρή κατασκευή των οχυρωματικών εγκαταστάσεων, η εγγύτητά τους με τα ασφαλέστερα αγκυροβόλια κάθε νήσου/νησίδας, καθώς και η οπτική επαφή μεταξύ τους, αποτελούν παράγοντες που πιστοποιούν τη σημασία τους. Οι εν λόγω θέσεις μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως παρατηρητήρια, καταφύγια, θέσεις άμυνας, καθώς και ως χώροι αποθήκευσης του πλεονάσματος της αγροτικής παραγωγής, αλλά και να στεγάσουν άλλες παραγωγικές δραστηριότητες.

Φαρμακονήσι. Ανάλυση ορατότητας από τον αρχαίο πύργο στη θέση Άγιος Γεώργιος (GIS). Το μοντέλο επιβεβαιώνει την ορατότητα μεταξύ της συγκεκριμένης θέσης και του αρχαίου φρουρίου στη θέση Κάστρο Λειψών, του Κάστρου του Παντελίου στη Λέρο, όπου πιθανώς εντοπίζεται η αρχαία ακρόπολη του νησιού, της οχυρωματικής εγκατάστασης στη θέση Turles στην ύπαιθρο χώρα της Μιλήτου, όπως και της μιλησιακής λιμενικής εγκατάστασης στον Πάνορμο στις ακτές της Μ. Ασίας (Sarantidis 2020, 209).

Η εκτεταμένη παρουσία των οχυρωματικών εγκαταστάσεων στα Μιλησιακά νησιά αποτελεί κατά κύριο λόγο έμπρακτη απόδειξη πως αυτά ήταν κατοικημένα σύμφωνα με το μέγεθος και τη δυναμική των φυσικών πόρων κάθε νήσου/νησίδας. Μάλιστα, η ύπαρξη ταφικών μνημείων σε μικρά νησιωτικά εδάφη, όπως στο Φαρμακονήσι κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και στο Μαράθι κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, υποδηλώνει πως, τουλάχιστον στις δεδομένες περιόδους και στις συγκεκριμένες νησίδες, η εγκατάσταση πληθυσμού είχε μονιμότερο χαρακτήρα. Σε ότι αφορά την εγκατάλειψή τους, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ελάχιστα. Στο πλαίσιο της Pax Romana οι οχυρώσεις συλλήβδην και ιδιαίτερα οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις της υπαίθρου στερήθηκαν νοήματος, ενώ παράλληλα τα μέσα αγροτικής παραγωγής και οι αρχιτεκτονικοί τύποι μεταβληθήκαν σε βαθμό τέτοιο που οι νησιωτικές οχυρωματικές εγκαταστάσεις και ο τρόπος ζωής που αντιπροσώπευαν άρχισε να εκλείπει ήδη από τον 1ο/2ο αιώνα μ.Χ., με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν σταδιακά από τον 2ο έως τον 7ο αιώνα μ.Χ.

Κατά την εποχή της ύστερης αρχαιότητας, τα Μιλησιακά νησιά φαίνεται πως εξακολούθησαν να υπάγονται διοικητικά στη Μίλητο, η οποία ανήκε στην Επαρχία της Ασίας, καθώς κανένα από αυτά δεν περιλαμβάνεται στη δικαιοδοσία της νεοσύστατης επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού Επαρχίας των Νήσων (Provincia Insularum) το 284 μ.Χ. Στον 7ο αι. μ.Χ. η Μίλητος υπάγεται διοικητικά στο Θέμα Θρακησίων, οριοθετώντας το μάλιστα στα νότια, σε σχέση με το νεοιδρυθέν ναυτικό Θέμα των Κιβυρραιωτών. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από σημαντική οικοδομική δραστηριότητα στα Μιλησιακά νησιά, η οποία περιλαμβάνει την ανέγερση εγκαταστάσεων και υποδομών σε παράκτιες θέσεις, όπως τους Θόλους στο Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι, κτίρια που ερμηνεύονται αμφότερα ως αποθήκες εφοδιασμού σιτηρών ή άλλων τροφίμων (horrea granarium ή militaris), ένα εργαστήριο κεραμικής αμφορέων στη θέση Κάμπος Λειψών, καθώς και τις παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις στη θέση Ελληνικό και Πατελιά, στο Μαράθι και στους Αρκιούς αντίστοιχα. Οι δύο τελευταίες θέσεις, ευρισκόμενες στις δύο πλευρές του διαύλου μεταξύ των προαναφερόμενων νησίδων και δεδομένης της σύγχρονης χρονολόγησής τους, ενδέχεται να λειτούργησαν ως ένα είδος “πορθμείου” ή/και στάση ανεφοδιασμού τυχόν διερχόμενων από τον δίαυλο πλοίων, ο οποίος στο σημείο αυτό έχει πλάτος μόλις 1.200 μ. Την ίδια περίπου εποχή γνωρίζουμε με βεβαιότητα την ύπαρξη παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην Πάτμο, ενώ στη Λέρο εντοπίζεται μεγάλος αριθμός παλαιοχριστιανικών βασιλικών (έντεκα συνολικά), οι οποίες χρονολογούνται στον 5ο, τον 6ο και τον 7ο αι. μ.Χ. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη οργανωμένης και δραστήριας χριστιανικής κοινότητας και επισκοπής στο νησί ήδη από τον 5ο αι. μ.Χ. και ασφαλώς πριν από τη σύγκληση της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη (553 μ.Χ.), στην οποία και μαρτυρείται επίσκοπος Λέρου.

Πηγές – Βιβλιογραφία: IGXII, 4,4· Haussoullier 1902, 125-143· Rehm 1926, 123-124· Wiegand et al. 1929, 24-25· Robert 1940, 113-115· Bean – Cook 1957· Manganaro 1963-1964· Robert – Robert 1966, 409· Dunst 1974, 137· Piérart 1985· Ehrhardt 1988, 114-117, 129, 133, 149-150· Μιχαηλίδου 1993· Πίκουλας 1999, 208· Reger 2004, 114, 1086-1087, 732-733· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005, 330-334· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· Hermann – Günther – Ehrhardt 2006, 1222, pl. 22· Τριανταφυλλίδης 2006, 175-179· Constantakopoulou 2007, 228-231· Τριανταφυλλίδης 2010· Thonemann 2011, 287-288, 290-291· Papavasileiou – Sarantidis – Papanikolaou 2014· Sarantidis 2020.

Συντάκτης: Κ.Σ.