Αρκοί. Η ευρύτερη περιοχή του σύγχρονου οικισμού, ο οποίος αναπτύχθηκε πλησίον του λιμανιού. Πάνω από αυτόν φαίνονται τα εναπομείναντα σπίτια του παλαιότερου συνοικισμού (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Οι Αρκοί βρίσκονται στα βόρεια των Λειψών και στα βορειοανατολικά της Πάτμου, στην οποία και υπάγονται διοικητικά. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νησίδα του ομώνυμου πολύνησου με εμβαδόν 6,697 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 25,310 χλμ. Την αρχαιότερη μαρτυρία ανθρώπινης παρουσίας στους Αρκιούς αποτελούν θραύσματα προϊστορικής κεραμικής, απολεπίσματα και λεπίδες οψιανού και πυριτόλιθου, τα οποία έχουν εντοπιστεί στα υψηλότερα σημεία του σύγχρονου οικισμού και ανάγονται στην Τελική Νεολιθική – αρχές Πρωτοχαλκής εποχής (4η – αρχές 3ης χιλιετίας π.Χ.)· μεταξύ αυτών ξεχωρίζει μονόχρωμος γεφυρόστομος σκύφος, πιθανώς της Μεσοχαλκής ή Υστεροχαλκής περιόδου (2η χιλιετία π.Χ.). Στους ιστορικούς χρόνους, επιφανειακή κεραμική της αρχαϊκής περιόδου, με χαρακτηριστικότερο θραύσμα μηλιακού αγγείου (6ος αι. π.Χ.), έχει εντοπιστεί στο σπήλαιο Του Κλεφτού ο Βώτσος, στο βορειοδυτικό τμήμα της νησίδας (θέση Χάλαρο), και ενδέχεται να σχετίζεται με λατρευτική χρήση.

Αρκοί. Η θέση Κάστρο στα δυτικά του όρμου Αγούς.

Αναμφισβήτητα τη σημαντικότερη αρχαιολογική θέση των Αρκιών αποτελεί η οχυρωματική εγκατάσταση στη θέση Κάστρο, στα δυτικά του όρμου Αγούς και πλησίον του σύγχρονου οικισμού. Στη θέση διαπιστώνονται τρεις οικοδομικές φάσεις· η αρχαιότερη χρονολογείται στον ύστερο 5ο/αρχές 4ου αιώνα π.Χ., η δεύτερη τοποθετείται στον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ η τελευταία φάση ανήκει σε διαμόρφωση της ύστερης αρχαιότητας (3ος-6ος αι. μ.Χ.). Στην ίδια περίπου εποχή, βάσει της επιφανειακής κεραμικής, χρονολογούνται οικοδομικά κατάλοιπα στην αμμώδη παραλία της Πίσω Πατελιάς (5ος/6ος αι. μ.Χ.), τα οποία ωστόσο δεν είναι ορατά σήμερα.

Στις γραπτές πηγές οι Αρκιοί μαρτυρούνται για πρώτη φορά κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. στο έργο Historia Naturalis του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, ο οποίος αναφέρει κοντά στις ακτές της Καρίας, εκτός από την Υετούσα (Αγαθονήσι), τη Ληψία (τους Λειψούς) και τη Λέρο, επίσης και ένα σύμπλεγμα είκοσι νησίδων που ονομαζόταν Argiae, το οποίο έχει ταυτιστεί με το πολύνησο των Αρκιών. Δύο αιώνες μετά, ο Αγαθήμερος του Όρθωνος, στο έργο Γεωγραφίας υποτύπωσις, παραθέτοντας αποστάσεις τόπων με σημείο αφετηρίας την Αλεξάνδρεια, μεταξύ Κω και Κορσιών (Φούρνων) μνημονεύει την «Ἀρκῖτιν νῆσον», η οποία προφανώς ταυτίζεται με τη νησίδα των Αρκιών. Μνεία της ίδιας νησίδας αλλά ως Ακρίτα εντοπίζεται, επίσης κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., στον Σταδιασμό, έργο ανώνυμου συγγραφέα στο οποίο καταγράφονται αποστάσεις και οδηγίες πλεύσης στη Μεσόγειο.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Pliny, Naturalis historia, 5.133-135· Αγαθήμερος, Γεωγραφίας υποτύπωσις IV.18· Ανώνυμος, Σταδιασμός, 290· Livi 1940, 63-66· Hope Simpson – Lazenby 1970, 51· Βολανάκης 1990, 20-23· Σκανδαλίδης 1994, 127· Γιαγκάκης 1997, 22· Πίκουλας 1999, 202-208· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 37-38· Sarantidis 2020, 102, 137-143· Μαρκέτου 2023, 47-48.

Συντάκτες: Κ.Σ.

ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Αρκοί. Οχυρωματική εγκατάσταση. Ο βόρειος πύργος και το βόρειο σκέλος της οχύρωσης. Άποψη από τα δυτικά.

Θέση: Κάστρο

Διαστάσεις: εγκατάσταση (μέγιστες διαστάσεις) 29 (ΒΝ) × 28 (ΑΔ) μ., (α) βόρειος πύργος 8,60 (ΑΔ) × 6,70 (ΒΝ) μ., ύψος περ. 1,20/2,50 μ., (β) νότιος πύργος 11 (ΒΝ) × 7 (ΑΔ) μ., (γ) πλάτωμα/πλατφόρμα 4,50 (ΑΔ) × 3 (ΒΝ) μ., (δ) βόρειο σκέλος οχύρωσης 19 (ΑΔ) × 1,50 (ΒΝ) μ., (ε) ανατολικό σκέλος οχύρωσης 11 (ΒΝ) × 1,50 (ΑΔ) μ., (στ) νότιο σκέλος οχύρωσης (ορατό μήκος) 8 (ΑΔ) μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Η οχυρωματική εγκατάσταση βρίσκεται στην κορυφή επιθαλάσσιου υψώματος (39 μ.) γνωστού ως Κάστρο (παλαιότερα Καστέλλι). Το ύψωμα καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του ακρωτηρίου Στέρνα, το οποίο ορίζει τον όρμο Αγούς από τα δυτικά. Στην κορυφή του λόφου είναι ευδιάκριτος ένας ορθογώνιος πύργος (βόρειος), από τον οποίο εκτείνονται προς τα νότια και τα δυτικά δύο σκέλη οχυρωματικού τείχους.

Αρκοί. Οχυρωματική εγκατάσταση. Διακρίνονται οι δύο πύργοι. Άποψη από τα βορειοδυτικά.

Το πρώτο σκέλος (ανατολικό) οδηγεί σε έναν άλλο πύργο στα νότια και το δεύτερο (βόρειο) απολήγει σε μία άλλη κατασκευή, η οποία ανταποκρίνεται πιθανότερα σε κάποιου είδους υπερυψωμένο πλάτωμα/πλατφόρμα. Ο χώρος περιβάλλεται στα νότια και δυτικά από γκρεμό, ο οποίος απολήγει σε απόκρημνη βραχώδη ακτή. Στο δυτικό και το νότιο φρύδι του γκρεμού διατηρούνται αποσπασματικά τμήματα τείχους, το οποίο θα περιέκλειε το κρημνώδες άκρο του χώρου στα νοτιοδυτικά, ολοκληρώνοντας τον περίβολο.

Αρκοί. Οχυρωματική εγκατάσταση. Τμήμα τείχους στο δυτικό φρύδι του γκρεμού. Άποψη από τα βορειοδυτικά. Στα δεξιά φαίνονται το Σπαλαθρονήσι και τμήμα της νησίδας Μαράθι, ενώ στο βάθος οι Λειψοί.

Από τα διατηρούμενα κατάλοιπα της εγκατάστασης διακρίνονται τρεις κατασκευαστικές φάσεις από τοπικό ερυθροκίτρινο ασβεστόλιθο, από τις οποίες οι δύο αρχαιότερες είναι κατασκευασμένες σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα. Η πρώτη περιλαμβάνει τη λίθινη βάση (κρηπίδωμα) των πύργων και τα δύο προαναφερθέντα σκέλη των οχυρώσεων, καθώς και το μικρό τμήμα του οχυρωματικού τείχους που διατηρείται στο φρύδι του γκρεμού στα δυτικά. Η δεύτερη κατασκευαστική φάση αφορά στην αναδιαμόρφωση και ανύψωση μόνο της λίθινης βάσης του βόρειου πύργου, ενώ την τρίτη φάση αποτελούν επαναχρησιμοποιημένες πολυγωνικές λιθόπλινθοι από τις δύο προηγούμενες φάσεις, μαζί με ακατέργαστους λίθους συνδεδεμένους μεταξύ τους με σκληρό ποζολανικό κονίαμα. Η τελευταία αυτή φάση μαρτυρείται κατασκευαστικά πάνω στα ερείπια του ανατολικού σκέλους της οχύρωσης και σε όλους τους δευτερεύοντες τοίχους που μπορούν να διακριθούν εντός της εγκατάστασης. Η απουσία ικανού αριθμού διάσπαρτων πολυγωνικών λιθοπλίνθων στον περιβάλλοντα χώρο, καθώς και η τρίτη κατασκευαστική φάση (με κονίαμα) επάνω στο ανατολικό σκέλος του τείχους, είναι χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ότι η κατασκευή κατά την πρώτη και τη δεύτερη φάση αποτελούνταν από λίθινη βάση (κρηπίδωμα) και ανωδομή από πλίνθους, η οποία δεν έχει διατηρηθεί.

Αρκοί. Ο βόρειος πύργος της οχυρωματικής εγκατάστασης. Διακρίνονται οι δύο κατασκευαστικές φάσεις. Άποψη από τα δυτικά.

Ο βόρειος πύργος είναι προσανατολισμένος κατά τον άξονα ΑΔ. Οι τοίχοι, που έχουν πάχος 1 μ., είναι κατασκευασμένοι σύμφωνα με την πολυγωνική τεχνική. Η τοιχοποιία έχει δύο όψεις και εσωτερικό γέμισμα από μικρότερες πέτρες και χώμα. Οι εξωτερικές όψεις είναι κατασκευασμένες από λίθους μεγαλύτερων διαστάσεων και διατηρούνται σε ύψος δύο ή τριών δόμων (σειρών). Αυτή η χαμηλή λίθινη βάση, η οποία διατηρείται σε όλες τις πλευρές και είναι περισσότερο ευδιάκριτη στη δυτική, έχει κατά μέσο όρο ύψος 1-1,20 μ. Η δεύτερη φάση περιλαμβάνει την ανύψωση της παλαιότερης λίθινης βάσης. Το νέο τμήμα είναι επίσης κατασκευασμένο σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα, όμως οι λιθόπλινθοι είναι σημαντικά μεγαλύτεροι (μήκος 1,50-2 μ. και ύψος 1-1,40 μ.). Ο εσωτερικός χώρος του κεντρικού πύργου, παρόλο που καλύπτεται από πεσμένες λιθοπλίνθους, δίνει την εντύπωση ότι είναι κοίλος, γεγονός που υποδηλώνει πιθανότατα την παρουσία δεξαμενής νερού στο υπόγειό του, διαμόρφωση αρκετά συνηθισμένη σε τέτοιου τύπου κατασκευές.

Από το μέσον του δυτικού τοίχου του πύργου, το τείχος εκτείνεται δυτικότερα έως το προεξέχον πλάτωμα/πλατφόρμα και τον γκρεμό. Ωστόσο, η γωνία που θα σχημάτιζαν δεν διατηρείται και πιθανότατα έχει κατακρημνισθεί. Το τείχος διατηρείται σε ύψος ενός έως δύο δόμων (περ. 1-1,20 μ.) και, όπως και το κτιστό πλάτωμα/πλατφόρμα, μοιράζονται παρόμοια τεχνικά χαρακτηριστικά με την πρώτη φάση του βόρειου πύργου. Το ανατολικό σκέλος του τείχους, το οποίο ακολουθεί τα τεχνικά χαρακτηριστικά της πρώτης κατασκευαστικής φάσης, είναι ορατό σε όλο του το μήκος (δηλ. στο διάστημα μεταξύ του βόρειου και του νότιου πύργου), αν και διατηρείται σε κακή κατάσταση, αφού ένας λεπτότερος τοίχος (πάχους 1 μ.) κτίστηκε από πάνω του κατά την τρίτη φάση.

Αρκοί. Τα κατάλοιπα του νότιου πύργου της οχυρωματικής εγκατάστασης. Άποψη από τα ανατολικά.

Ο νότιος πύργος, ο οποίος προεξέχει ανατολικά, είναι επίσης ορθογώνιος, προσανατολισμένος κατά τον άξονα ΒΝ και οριοθετεί την εγκατάσταση στη νοτιοανατολική γωνία. Οι τοίχοι του νότιου πύργου έχουν πάχος 1,50 μ. και διατηρούνται σε χαμηλή στάθμη ενός δόμου, στις περισσότερες περιπτώσεις μισοθαμμένοι ή κάτω από την πυκνή σχινώδη βλάστηση. Το ίδιο ισχύει και για το νότιο σκέλος του τείχους, που εκτείνεται δυτικά από τη βορειοδυτική γωνία του νότιου πύργου έως τον γκρεμό, όπου πιθανώς συναντούσε το τελευταίο τμήμα της οχύρωσης σχήματος Γ, που θα περιέκλειε τον χώρο από τα νοτιοδυτικά. Τα προαναφερόμενα σκέλη της οχύρωσης διατηρούνται επίσης σε πολύ κακή κατάσταση: από το νότιο σκέλος μόνο η χάραξή του είναι ορατή στο έδαφος, ενώ από το τελευταίο τμήμα η εσωτερική του όψη διατηρείται τόσο μόνον ώστε να τεκμηριώνεται απλώς η ύπαρξή του. Η εξωτερική παρειά του σκέλους αυτού, το οποίο βρίσκεται στο φρύδι του γκρεμού, πρέπει να έχει κατακρημνιστεί.

Στον εσωτερικό χώρο του περιβόλου εντοπίζονται δύο δευτερεύοντες τοίχοι πλάτους 0,50 μ. και προσανατολισμού ΑΔ, καθώς και άλλοι τρεις τοίχοι με εγκάρσιο προσανατολισμό. Η διαμόρφωση αυτή, μαζί με την ανακατασκευή του ανατολικού σκέλους της οχύρωσης, καθώς και ενός επιπλέον τοίχου σε σχήμα Γ εκτός του περιβόλου, μπροστά από το ανατολικό σκέλος της οχύρωσης, αποτελούν την τρίτη κατασκευαστική φάση στον χώρο. Αξίζει να σημειωθεί πως εφόσον δεν εντοπίζονται άλλοι τοίχοι σε κοντινή απόσταση εκτός του περιβόλου, η τελευταία αυτή φάση περιλαμβάνει μόνο αυτές τις λίγες τεκμηριωμένες παρεμβάσεις, περίπου εντός των ορίων της αρχικής εγκατάστασης.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Από τα έως σήμερα γνωστά δεδομένα, σε αντίθεση με τα άλλα νησιά της Μιλήτου, οι Αρκοί δεν φαίνεται να διευκόλυναν την ανάπτυξη οποιουδήποτε είδους μόνιμης οικιστικής εγκατάστασης στην αρχαιότητα. Προφανώς, η μικρή τους έκταση και η έλλειψη πόσιμου νερού αποτέλεσαν τα κύρια μειονεκτήματα για τη διαμόρφωση ενός σταθερότερου οικιστικού πυρήνα. Παρ’ όλα αυτά, η Μίλητος πρέπει να εκμεταλλεύτηκε την κομβική γεωγραφική θέση της νησίδας στη διαδρομή από τη Ρόδο και την Κω προς τη Σάμο και από την Πάτμο στη Μίλητο, οργανώνοντας αυτή τη μικρή εγκατάσταση, προκειμένου να ελέγξει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της κάθε ρότας, τουλάχιστον όσον αφορά στους ύστερους κλασικούς και πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους.

Χρονολόγηση: (α΄ φάση) ύστερος 5ος/αρχές 4ου αι. π.Χ., (β΄ φάση) 3ος αι. π.Χ., (γ΄ φάση) ύστερη αρχαιότητα (3ος-6ος αι. μ.Χ.).

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 557· Livi 1940, 63· Hope Simpson – Lazenby 1970, 51· Βολανάκης 1990, 20-23· Σημαντώνη-Μπουρνιά – Μενδώνη 1998, 301· Πίκουλας 1999, 202-208· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 37-38· Sarantidis 2017, 260· Ματσούκα – McCabe – Πίκουλας 2018, 108· Sarantidis 2020, 102, 137-143.

Συντάκτης: Κ.Σ.