
Ο Αρχάγγελος βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Λέρου και συγκεκριμένα απέναντι από τον όρμο του Παρθενίου, τον οποίο και καλύπτει, καθιστώντας τον το ευρύτερο και ασφαλέστερο για όλους σχεδόν τους καιρούς λιμάνι του νησιού. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου της Λέρου με εμβαδόν 1,608 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 10,352 χλμ.
Τα παλαιότερα αρχαιολογικά δεδομένα στον Αρχάγγελο ανάγονται στην ύστερη αρχαιότητα. Ακριβέστερα, στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, στην κορυφή του Χαμηλού Βουνού (100 μ.), εντοπίζονται τα κατάλοιπα κτιριακού συγκροτήματος που χρονολογείται στον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Bürchner 1898, 19-20· Σκανδαλίδης 1994, 127· Γιαγκάκης 1997, 22.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΚΤΙΡΙΑΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ

Θέση: Χαμηλό Βουνό.
Διαστάσεις: (α) κεντρικό οικοδόμημα: 15 (ΑΔ) × 10 (ΒΝ) μ., (β) πρόσκτισμα ή προσθήκη κεντρικού οικοδομήματος: 4,40 (ΑΔ) × 4,20 (ΒΝ) μ., (γ) κυκλικό οικοδόμημα: διάμετρος 6 μ., (δ) πυργοειδής κατασκευή: 4,60 (ΑΔ) × 3,90 (ΒΝ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 2,70 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην κορυφή του Χαμηλού Βουνού (100 μ.), του υψώματος στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, διατηρούνται σε μεγάλη έκταση τα κατάλοιπα εγκατάστασης, από την οποία διακρίνονται τρία οικοδομήματα.

Το κεντρικό οικοδόμημα καταλαμβάνει το υψηλότερο σημείο της θέσης, που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα σε μορφή ανδήρου στη νότια πλευρά. Οι περιμετρικοί τοίχοι της κατασκευής (πάχους 1 μ.) ανταποκρίνονται σε τραπεζιόσχημη κάτοψη, προσανατολισμού ΑΔ. Στο εσωτερικό του οικοδομήματος παρατηρείται ένας κατά μήκος και δύο εγκάρσιοι τοίχοι, οι οποίοι επιμερίζουν τον χώρο σε περισσότερα δωμάτια. Εξωτερικά, στο μέσον της δυτικής πλευράς και συναπτά με αυτή, διατηρείται τετράπλευρος χώρος σε μορφή προσκτίσματος ή προσθήκης. Οι τοιχοποιίες είναι τρίστρωτες, κατασκευασμένες από μεγάλου και μεσαίου μεγέθους τοπικούς ασβεστόλιθους, συνδεδεμένους μεταξύ τους με ισχυρό ασβεστοκονίαμα και θραύσματα κεραμικών ή κεραμίδων στις παρειές και γέμισμα στο μέσον από ασβεστοκονίαμα, λατύπη και μικρότερα κεραμικά θραύσματα.

Το ιδιαίτερα μεγάλο πάχος των εξωτερικών τοίχων του κεντρικού οικοδομήματος, όπως και ο μεγάλος όγκος των ερειπίων του, μεταξύ των οποίων και τμήματα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών (κιονίσκων), δεν επιτρέπουν την περαιτέρω ανάγνωση της κάτοψής του· ωστόσο, βεβαιώνουν πως το κτίριο θα αναπτυσσόταν σε τουλάχιστον δύο ορόφους.

Σε απόσταση περίπου 10 μ. προς τα ΒΑ διατηρούνται τα κατάλοιπα κυκλικής κάτοψης οικοδομήματος, ευδιάκριτα, περισσότερο, στο ανατολικό ήμισύ τους. Πρόκειται για κυκλικό τοίχο (πάχους 0,90 μ.) με χαρακτηριστικά και κατασκευή παρόμοια με του κεντρικού οικοδομήματος. Στην εσωτερική παρειά του τοίχου και στην ίδια στάθμη διατηρούνται τρεις ακτινωτά διατεταγμένες κοιλότητες σε απόσταση περίπου 1 μ. μεταξύ τους, ως υποδοχές ξύλινων στοιχείων είτε ικριώματος (σκαλότρυπες) είτε εξοπλισμού.

Ανατολικότερα, σε απόσταση περίπου 3-4 μ. και σε χαμηλότερο ισόπεδο χώρο, ο οποίος φαίνεται να οριοθετείται στη βόρεια πλευρά του από επιμήκη τοίχο (ορατού μήκους περ. 20 μ.) προσανατολισμού ΑΔ, βρίσκεται τετράπλευρο κτίσμα, το οποίο διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και σε μεγάλο ύψος, συγκριτικά με τις υπόλοιπες κατασκευές. Πρόκειται για πυργοειδή κατασκευή που διατηρείται σε δύο στάθμες (ύψος κατώτερης: 1,90 μ., σωζόμενο ύψος ανώτερης: 1 μ.). Η κατώτερη φέρει στην ανατολική πλευρά άνοιγμα εισόδου, μήκους 1 μ., από το οποίο διατηρούνται οι δύο παραστάδες σε ύψος περίπου 1,60 μ. Το δάπεδο του ορόφου, που δεν διατηρείται, θα ήταν ξύλινο, στερεωμένο σε δύο δοκούς (στρωτήρες) τοποθετημένους κατά μήκος της εσωτερικής πλευράς του βόρειου και του νότιου τοίχου, στους σωζόμενους επιμήκεις αναβαθμούς αντίστοιχα. Οι τοιχοποιίες είναι τρίστρωτες, κατασκευασμένες από τοπικούς λίθους, συνδεδεμένους –και στην περίπτωση αυτή– με ασβεστοκονίαμα και πλήρωση από λατύπη και μικρά κεραμικά βύσματα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διαμόρφωση ενός οριζόντιου επιπέδου περιμετρικά στις εσωτερικές όψεις των τοίχων, το οποίο φαίνεται να τις διακρίνει σε δύο ζώνες. Στην κατώτερη έχουν χρησιμοποιηθεί λίθοι ελαφρώς μεγαλύτερου μεγέθους, με περισσότερο σφιχτούς αρμούς. Αντίθετα, στην επάνω ζώνη –στην οποία περιλαμβάνεται ο αναβαθμός της στάθμης του δαπέδου– οι λίθοι είναι εμφανώς μικρότεροι και περισσότερο ορθογώνιοι, ενώ στους φαρδύτερους αρμούς της τοποθετούνται αποτμήματα μικρότερων λίθων εν είδει σφηνών. Μάλιστα διαφοροποίηση παρατηρείται και στην εξωτερική παρειά της βόρειας και της νότιας πλευράς του οικοδομήματος, όπου στην κατώτερη στάθμη διατηρείται προεξέχουσα θεμελίωση με ακανόνιστη ράχη, δηλώνοντας εύγλωττα πως πρόκειται για παλαιότερη κατασκευή. Στην παρατήρηση αυτή φαίνεται να συνηγορούν και τα διατηρούμενα κονιάματα επίχρισης εσωτερικά. Συγκεκριμένα, η κατώτερη στάθμη επιχριόταν από τυπικό υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι), τμήματα του οποίου διατηρούνται περιμετρικά. Η στάθμη του ορόφου διατηρεί κατά τόπους επίχρισμα από μαλακό ασβεστοκονίαμα, ενώ οι παραστάδες του ανοίγματος εισόδου επιχρίονται από κονίαμα τσιμεντιτικής σύστασης.
Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη δύο έως τεσσάρων οικοδομικών φάσεων στην πυργοειδή κατασκευή. Η αρχική και παλαιότερη περιλαμβάνει τις προϋπάρχουσες θεμελιώσεις που διακρίνονται εξωτερικά. Στην ίδια φάση ή σε επόμενη, το ισόγειο λειτούργησε ως υδατοδεξαμενή, όπως μαρτυρεί η επίχρισή του με υδραυλικό κονίαμα. Εάν στη φάση αυτή εγγράφεται και η διαμόρφωση του ορόφου, η ύπαρξη του οποίου πιστοποιείται από τις υποδοχές των στρωτήρων του δαπέδου, ή αποτελεί άλλη, διακριτή, φάση, δεν είναι απόλυτα σαφές με βάση τα γνωστά έως σήμερα δεδομένα. Το βέβαιο είναι πως η διαμόρφωση του ανοίγματος εισόδου στη νότια πλευρά του ισογείου δεν επιτρέπει ούτε τη συνέχιση λειτουργίας της υδατοδεξαμενής στο ισόγειο ούτε την ύπαρξη ορόφου στο συγκεκριμένο τουλάχιστον ύψος, καθώς η στάθμη του θα έπρεπε να ταυτίζεται με αυτήν του ανωφλιού, γεγονός που δεν προκύπτει. Η επίχριση, μάλιστα, του ανοίγματος εισόδου με τσιμεντιτικό κονίαμα κατατάσσει χρονικά τη συγκεκριμένη επέμβαση ως τελευταία.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Από τη θέση του κεντρικού οικοδομήματος και την περιφέρειά του τα πλέον διαγνωστικά κινητά ευρήματα χρονολογούνται στον 6ο-7ο αι. μ.Χ. (πινάκιο ARS και θραύσματα αμφορέων LRA 2/13 με χαρακτηριστική κυματοειδή κτενωτή διακόσμηση). Με δεδομένο ότι, μακροσκοπικά τουλάχιστον, τα υλικά και η τεχνική κατασκευής του κεντρικού και του κυκλικού οικοδομήματος δεν φαίνεται να διαφοροποιούνται, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως πρόκειται για οικοδομήματα σύγχρονα μεταξύ τους. Μάλιστα η θέση του κυκλικού οικοδομήματος επί της κορυφογραμμής, οι διαστάσεις του, καθώς και οι υποδοχές ξύλινων στοιχείων στο εσωτερικό του, επιτρέπουν την αναγνώρισή του πιθανώς ως ανεμόμυλου, ερείπια του οποίου μνημονεύονται στη βιβλιογραφία. Εάν στο προαναφερόμενο σύνολο περιλαμβάνεται και η αρχική φάση της πυργοειδούς κατασκευής –γεγονός πολύ πιθανό– δεν είναι σαφές. Βέβαιο είναι πως η πυργοειδής κατασκευή φαίνεται να επισκευάστηκε, προκειμένου να αξιοποιηθεί στον 20ό αιώνα, πιθανώς ως αποθήκη πυρομαχικών, σε συνάφεια με τις υπόλοιπες οικοδομικές εργασίες που έλαβαν χώρα στη νησίδα στο πλαίσιο της εγκατάστασης και λειτουργίας της πυροβολαρχίας PL 749 από την ιταλική διοίκηση.
Ο χαρακτήρας του κεντρικού οικοδομήματος και η λειτουργία του συγκροτήματος δεν μπορούν επί του παρόντος να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Βέβαια, το γεγονός ότι μεταξύ των ερειπίων εντοπίζονται μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, δηλώνει πως δεν πρόκειται για ευτελή ή πρόσκαιρη κατασκευή, αλλά για σημαντικό οικοδόμημα. Ο προσδιορισμός της χρονολόγησης, μάλιστα, τη συγκεκριμένη εποχή, μόνο έκπληξη δεν προκαλεί, καθώς είναι γνωστή η σημασία του όρμου του Παρθενίου και της ευρύτερης περιοχής την εποχή αυτή. Στη θέση του σημερινού αεροδρομίου, σωστικές ανασκαφές της ΕΦΑ Δωδεκανήσου το 1980 είχαν αποκαλύψει τα κατάλοιπα παλαιοχριστιανικής βασιλικής με δύο οικοδομικές φάσεις (α΄ φάση: 4ος έως μέσα 5ου αι. μ.Χ. και β΄ φάση: μέσα 5ου έως τέλη 6ου αι. μ.Χ.), καθώς και παρακείμενου κοσμικού οικοδομήματος, το οποίο σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα φαίνεται πως ερειπώθηκε στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. Επιπλέον, ΒΑ του Παρθενίου και απέναντι από τη νοτιοδυτική πλευρά του Αρχαγγέλου, βρίσκεται άλλη μία σημαντική θέση της περιόδου για τη Λέρο, που περιλαμβάνει τα κατάλοιπα παλαιοχριστιανικής βασιλικής με λαξευτό στον φυσικό βράχο σύνθρονο, γνωστής ως Άγιος Ιωάννης στη Φακουδιά,. Εκτός των στενών ορίων του όρμου του Παρθενίου, η πληθώρα παλαιοχριστιανικών βασιλικών στη Λέρο, έντεκα συνολικά, οι οποίες χρονολογούνται στον 5ο, 6ο και 7ο αι. μ.Χ., προϋποθέτει την ύπαρξη οργανωμένης και δραστήριας χριστιανικής κοινότητας και επισκοπής, ήδη από τον 5ο αι. μ.Χ. και οπωσδήποτε πριν από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κωνσταντινούπολη, 553 μ.Χ.), οπότε μαρτυρείται η παρουσία επισκόπου Λέρου.
Χρονολόγηση: 6ος-7ος αι. μ.Χ., περίοδος ιταλικής κατοχής (1912-1943).
Πηγές-Βιβλιογραφία: Bürchner 1898, 17-18· Gerola 1915, 66· Wiegand et al. 1929, 24-25· Levi – Fioravanzo 1972, 112-113· Ήσυχος 2015, 315· Di Pierro 2023, 226-228.
Συντάκτης: Κ.Σ.
