
Το Μαράθι βρίσκεται στα νοτιοδυτικά των Αρκιών. Πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου των Αρκιών με εμβαδόν 0,355 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 3,973 χλμ.
Το Μαράθι, αν και δεν μαρτυρείται άμεσα στις αρχαίες πηγές, πιθανότατα περιλαμβάνεται στο νησιωτικό σύμπλεγμα που ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει ως Argiae, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., και το οποίο έχει ταυτιστεί με τους Αρκιούς. Περισσότερες πληροφορίες για το Μαράθι κατά την αρχαιότητα αντλούμε από τα ευρήματα, που δεδομένου του μεγέθους της νησίδας είναι ιδιαίτερα αξιόλογα. Τα αρχαιότερα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στο Μαράθι εντοπίζονται στο νότιο ύψωμα, στη θέση Βίγλα. Πρόκειται για περιορισμένα υπολείμματα τοίχων, καθώς και θραύσμα τροχήλατου χρηστικού αγγείου, πιθανώς της Μεσοχαλκής ή Υστεροχαλκής περιόδου (2η χιλιετία π.Χ.), το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Αρχοντικό Νικολαΐδη, στην Πάτμο.

Όσον αφορά τους ιστορικούς χρόνους, αναμφισβήτητα το πλέον εντυπωσιακό εύρημα, τόσο λόγω κατασκευής όσο και λόγω μεγέθους, αποτελεί ο Θόλος, η μονόχωρη θολωτή κατασκευή των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, που πιθανώς ταυτίζεται με ταφικό μνημείο. Στην ίδια θέση, λίγο ανατολικότερα, βρίσκεται το σύγχρονο ναΰδριο του Αγίου Νικολάου, το οποίο φαίνεται πως έχει ιδρυθεί σε μέρος των καταλοίπων παλαιότερης εκκλησίας, πιθανώς τρίκλιτης βασιλικής της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Στην ίδια περίοδο πιστώνονται τα κατάλοιπα εγκατάστασης, που εντοπίζονται κατά μήκος της βόρειας ακτής της νησίδας, στη θέση Ελληνικό/Καμίνι, μεταξύ των οποίων αναγνωρίζονται αναλημματικοί τοίχοι και οικοδομήματα, μία θολωτή δεξαμενή και ένας κεραμικός κλίβανος, γεγονός που καθιστά τη συγκεκριμένη περίοδο ως αυτήν με το πλέον έντονο αρχαιολογικό αποτύπωμα.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Pliny, Naturalis historia, 5.133-135· Σκανδαλίδης 1994, 125· Γιαγκάκης 1997, 24· Πίκουλας 1999, 208-209· Βολανάκης 2000, 1186-1187· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2006, 1270· Τριανταφυλλίδης 2006, 187 σημ. 58· Μαρκέτου 2023, 48.
Συντάκτες: Κ.Σ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΘΟΛΟΣ

Θέση: Άγιος Νικόλαος.
Διαστάσεις: εξωτερικές διαστάσεις 9,80 (ΒΝ) × 5,60 (ΑΔ) × 4,50 (ύψος) μ., εσωτερικές διαστάσεις 8 (ΒΝ) × 4 (ΑΔ) × 4 (ύψος) μ., άνοιγμα παραθύρου 0,70 × 0,80 × 1,20 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε όμορη θέση δυτικά του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου και εκτός του σύγχρονου περιβόλου του ναϋδρίου εντοπίζεται μεγάλη μονόχωρη θολωτή κατασκευή των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων με ιδιαίτερα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, τα οποία γίνονται αντιληπτά μόλις κανείς βρεθεί στο εσωτερικό της. Πρόκειται για ορθογώνιο χώρο προσανατολισμού ΒΝ, που καλύπτεται με ημικυλινδρική καμάρα.

Η κατασκευή διαιρείται καθ’ ύψος σε δύο μέρη με επιμέρους χαρακτηριστικά. Το κατώτερο μέρος ύψους 1,80 μ., που ανταποκρίνεται στη βάση του οικοδομήματος, αποτελείται από οπτόπλινθους τοποθετημένους σε οριζόντιες στρώσεις (opus testaceum). Στις μακρές πλευρές, πάνω από την πλίνθινη υπόβαση, η όψη αποτελείται από λιθοδομή ορθογωνικών λίθων τοποθετημένων επίσης σε οριζόντιες στρώσεις (opus reticulatum), διαμορφώνοντας μία ζώνη ύψους 1 μ. έως τη στάθμη γένεσης του θόλου. Στις στενές πλευρές, η ανώτερη αυτή στρώση είναι ευρύτερη (2,20 μ.), καθώς περιλαμβάνει τα τύμπανα του θόλου και αποτελείται από ημικατεργασμένους λίθους σε οριζόντιες στρώσεις, άτακτα τοποθετημένους, τεχνική σύμφωνα με την οποία αρθρώνονται και οι εξωτερικές όψεις του οικοδομήματος (opus incertum). Για τη σύνδεση όλων των δομικών στοιχείων έχει χρησιμοποιηθεί ποζολανικό ασβεστοκονίαμα (περιλαμβάνονται τεμάχια θραυστού κεραμιδιού), ενώ ο πυρήνας της τοιχοποιίας και το γέμισμα των εξωραχίων του θόλου αποτελείται από λιθόδεμα.

Η κατασκευή του εντυπωσιακού ημικυλινδρικού θόλου αποτελείται από νευρώσεις και γέμισμα. Τρία τόξα αποτελούν τις νευρώσεις, όπως φαίνεται και από την κατά μήκος διάταξή τους. Το βορειότερο τόξο βρίσκεται στη γένεση του θόλου, το μεσαίο στο μέσον του μήκους του και το νότιο στο μέσον της απόστασης από το ενδιάμεσο τόξο έως την απόληξη της καμάρας στα νότια.

Το μεσαίο και το νότιο τόξο είναι ισοπλατή (1 μ.) και αποτελούνται από οπτόπλινθους σε ακτινωτή διάταξη, ενώ το βορειότερο τόξο, που είναι λεπτότερο (0,80 μ.), είναι κατασκευασμένο σύμφωνα με τη μικτή τεχνική (opus mixtum), δηλ. από εναλλασσόμενες στρώσεις λίθων και τριών οπτόπλινθων ακτινωτά τοποθετημένων. Στα τρία διάχωρα μεταξύ των τόξων-νευρώσεων η κατασκευή του θόλου διαιρείται σε δύο ζώνες. Η κατώτερη ζώνη ύψους 1 μ., η οποία ταυτίζεται με τη γένεση του θόλου, αποτελείται από μικτή τεχνική (opus mixtum), δηλ. από εναλλασσόμενες στρώσεις ορθογωνικών ή τετράγωνων λίθων με οπτόπλινθους, που σε αυτήν την περίπτωση έχουν πάχος μίας οπτόπλινθου. Η ανώτερη ζώνη έως την κορυφή του θόλου αποτελείται από οπτοπλινθοδομή με τεχνική όμοια και στα τρία διάχωρα. Την περίμετρο κάθε διάχωρου διαμορφώνουν οπτόπλινθοι ακτινωτά τοποθετημένοι, ενώ στο κέντρο οι οπτόπλινθοι είναι τοποθετημένοι κατακόρυφα.

Μάλιστα, στο πρώτο και στο δεύτερο διάχωρο έχουν τοποθετηθεί από ένα ζευγάρι τυφλών κυκλικών πήλινων σωλήνων, κοντά στην κορυφή του θόλου, λειτουργώντας πιθανότατα ως εξαερισμός υγρασίας. Το εσωτερικό του χώρου φαίνεται πως ήταν επιχρισμένο από ασβεστοκονίαμα, τμήματα του οποίου διατηρούνται περιμετρικά σε διάφορα σημεία.
Από την αρχική φάση της κατασκευής διατηρείται ακέραιο ένα άνοιγμα, στο μέσον της νότιας πλευράς, επάνω από την πλίνθινη υπόβαση του χώρου. Το πλαίσιο του ανοίγματος είναι λιθόδμητο και τα οριζόντια στοιχεία του (ανώφλι, κατώφλι) μονολιθικά. Από τον ξυλότυπο κατασκευής του θόλου διατηρούνται δύο δοκοθήκες (σκαλότρυπες) στην εσωτερική πλευρά του δυτικού τοίχου. Η βορειότερη (0,26 × 0,22 μ.) βρίσκεται κάτω από τη γένεση του μεσαίου τόξου-νεύρωσης και η νοτιότερη (0,28 × 0,20 μ.) βρίσκεται κοντά στο πέρας του τοίχου στα νότια.
Το εσωτερικό του χώρου είναι σήμερα προσβάσιμο από μεγάλο ακανόνιστο άνοιγμα-κρήμνισμα στη δυτική πλευρά, το οποίο μαζί με αντίστοιχο μικρότερο άνοιγμα-κρήμνισμα στην κορυφή του θόλου είναι νεότερα και σχετίζονται με τη μετατροπή του χώρου σε ποιμνιοστάσιο. Σύμφωνα μάλιστα με προφορική μαρτυρία του Δημήτρη Κάβουρα, μόνιμου κατοίκου του Μαραθιού, τα συγκεκριμένα ανοίγματα οφείλονται στον παππού του, ο οποίος διάνοιξε το μεν μεγαλύτερο στον δυτικό τοίχο, προκειμένου να επιτρέψει την είσοδο αιγοπροβάτων στο εσωτερικό, και το δε μικρότερο στην κορυφή του θόλου, προκειμένου να ρίχνει από εκεί την τροφή τους.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Όπως γίνεται φανερό, η θολωτή κατασκευή στο Μαράθι παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την ερμηνεία της. Η διάρθρωση του θόλου από νευρώσεις και γεμίσματα με οπτόπλινθους κατακόρυφα τοποθετημένους αποτελεί τεχνική γνωστή για τη συμβολή της στην ταχύτερη ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, καθώς τα μόνα στοιχεία του θόλου που κατασκευάζονται με ξυλότυπο είναι οι νευρώσεις. Μετά την αποπεράτωσή των τόξων, τα οικοδομικά συνεργεία μπορούν να κατασκευάζουν παράλληλα τα γεμίσματα της καμάρας.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η πλήρωση των θόλων με οπτόπλινθους κατακόρυφα τοποθετημένους απαντά μόνο στο ανατολικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με εξέχοντα παραδείγματα της τεχνικής να εντοπίζονται κυρίως σε αυτοκρατορικά συγκροτήματα της περιόδου της Τετραρχίας στο Split της Κροατίας, στη Θεσσαλονίκη (Αψίδα Γαλερίου, Ροτόντα, Ωδείο), στο Gamzigrad (Felix Romuliana) και στο Šarkamen της Σερβίας. Μάλιστα, έχει διαπιστωθεί, βάσει αρχαιολογικών δεδομένων, ότι η κατασκευή των συγκροτημάτων έλαβε χώρα την ίδια χρονική περίοδο (περ. 298-310 μ.Χ.). Ωστόσο, το νεότερο γνωστό παράδειγμα της συγκεκριμένης τεχνικής εντοπίζεται στην κυρίως Ελλάδα, στο Άργος, σε καμαροσκέπαστο διάδρομο λουτρικού συγκροτήματος, που τοποθετείται χρονολογικά στο α΄ ήμισυ του 2ου αι. μ.Χ.
Πέραν της συγκεκριμένης τεχνικής, η κατασκευή με οπτόπλινθους (opus testaceum), χαρακτηριστική για την οικοδομική των ρωμαϊκών χρόνων, έχει διαπιστωθεί ότι στην περιοχή της Μικράς Ασίας, στην πολιτισμική σφαίρα της οποίας εγγράφονται εν γένει τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αφενός εισάγεται αρκετά αργά και αφετέρου δεν έτυχε ποτέ εκτεταμένης εφαρμογής. Εκτός από ορισμένα μεμονωμένα παραδείγματα, είναι γενικά αποδεκτό ότι ο συγκεκριμένος τύπος κατασκευής εμφανίζεται στην περιοχή της Μικράς Ασίας από την περίοδο των Φλαβίων αυτοκρατόρων (β΄ ήμισυ 1ου αι. μ.Χ.), ενώ γίνεται συνηθέστερος από τον 2ο αι. μ.Χ. και εξής. Η χρήση οπτόπλινθων στη ρωμαϊκή Μικρά Ασία εντοπίζεται κυρίως σε δημόσια κτίρια (λουτρικά συγκροτήματα, υδραγωγεία). Πάντως, τα μνημεία στα οποία χρησιμοποιούνται οπτόπλινθοι είναι πολύ λίγα σε σχέση με τον εντυπωσιακό όγκο των οικοδομημάτων που ανεγείρονται συλλήβδην την περίοδο αυτή στις μικρασιατικές πόλεις καθ’ όλη τη διάρκεια του 2ου και μέρους του 3ου αιώνα μ.Χ. Ειδικά ως προς τα δημόσια οικοδομήματα η εφαρμογή του ρωμαϊκού κατασκευαστικού λεξιλογίου έχει συσχετιστεί με τη δράση των ρωμαϊκών, επαρχιακών, οικονομικών και κοινωνικών ελίτ, στον ευεργετισμό των οποίων οφείλεται η υλοποίηση μεγάλων έργων.
Σε αυτό το πλαίσιο η ερμηνεία της κατασκευής στο Μαράθι είναι μάλλον αβέβαιη. Το κτίριο καταγράφεται ως δεξαμενή στις ελάχιστες βιβλιογραφικές αναφορές που το μνημονεύουν, σε συνδυασμό ίσως με την ύπαρξη παλαιοχριστιανικής τρίκλιτης βασιλικής, σε μέρος των ερειπίων της οποίας έχει ανεγερθεί το μεταγενέστερο ναϋδριο του Αγ. Νικολάου. Ωστόσο, με βάση τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τη χρονολόγησή της, η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν φαίνεται να ευσταθεί. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι μηχανισμός πλήρωσης ή διαμόρφωση άντλησης υδάτων δεν εντοπίζεται, καθώς το άνοιγμα-κρήμνισμα στην κορυφή του θόλου είναι νεότερο, ενώ παράλληλα τα εντοιχισμένα πήλινα ζεύγη σωλήνων της αρχικής φάσης είναι τυφλά. Επιπλέον οι διαστάσεις της κατασκευής είναι πολύ μεγάλες, λαμβάνοντας υπ’ όψη την έκταση της νησίδας και συνακόλουθα τη φέρουσα ικανότητά της. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι στο Μαράθι, σε αντίθεση με τους γειτονικούς Αρκιούς, υπάρχουν φυσικές πηγές νερού.
Μία άλλη κατηγορία –περιορισμένου αριθμού– μνημείων, στην οποία απαντά η χρήση οπτόπλινθων στην περιοχή της Μικράς Ασίας είναι οι τάφοι. Η εφαρμογή της τεχνικής απαντά μόνο στο εσωτερικό των ταφικών θαλάμων, ενώ ταφικά μνημεία κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου από οπτόπλινθους φαίνεται να απουσιάζουν. Νεότερα δεδομένα από την ανασκαφή της Μιλήτου στην περιοχή της νεκρόπολης έχουν αποκαλύψει αντίστοιχα ταφικά μνημεία, στα οποία εφαρμόζεται οπτοπλινθοδομή και ο ταφικός θάλαμος καλύπτεται από ημικυλινδρικό θόλο, με το πρωιμότερο μάλιστα γνωστό παράδειγμα να είναι σύγχρονο με την κατασκευή στο Μαράθι. Ο συγκεκριμένος τύπος ταφής εμφανίζεται στην Ιωνία, εκτός από τη Μίλητο, και στην Έφεσο, ενώ παραδείγματα του επισημαίνονται σε πολλές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας στην Καρία (Ιασός, Αλικαρνασσός, Κέραμος), στη Λυκία και στην Κιλικία (Ανεμούριο, Ελαιούσα Σεβαστή, Αντιόχεια Κράγου, Κώρυκος). Στις περισσότερες τοποθεσίες ο τύπος εμφανίζεται στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο (1ος-3ος αι. μ.Χ.) και παραμένει σε χρήση τουλάχιστον έως τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα φαίνεται περισσότερο πιθανό το θολωτό κτίσμα στο Μαράθι να ανταποκρίνεται σε διακεκριμένη ταφή εν είδει μαυσωλείου, καθώς σε αυτήν την ερμηνεία ενσωματώνεται και επεξηγείται το σύνολο των επιμέρους τεχνικών, τυπολογικών και χρονολογικών χαρακτηριστικών που παρατηρούνται. Διακεκριμένες ταφές αυτού του τύπου στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο συνήθως αναφέρονται στον γενικό χαρακτήρα και στις αρετές των νεκρών, σε μία προσπάθεια αφηρωισμού τους. Ο αρχιτεκτονικός αυτός τύπος, που προέρχεται από τα αυτοκρατορικά μαυσωλεία και αντλεί τα πρότυπά του από τους μακεδονικούς τάφους, υιοθετήθηκε από τις ρωμαϊκές οικονομικές και κοινωνικές ελίτ τόσο στη Ρώμη όσο και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ προοδευτικά αποδείχθηκε κατάλληλος για μέλη όλων των κοινωνικών τάξεων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δεν κατείχαν υψηλά αξιώματα, όπως πλούσιους απελεύθερους ή γυναίκες.
Όσον αφορά ιδιαίτερα το ευρύ νησιωτικό περιβάλλον του Αρχιπελάγους, αντίστοιχα παραδείγματα διακεκριμένων ταφών σε (φαινομενικά) απομονωμένα νησιά και νησίδες αποτελούν το ναόσχημο μαυσωλείο της Νεικούς στην Επισκοπή Σικίνου (3ος αι. μ.Χ.) και το λιγότερο γνωστό πυραμιδοειδές μαυσωλείο στη μικρή και ακατοίκητη νησίδα Baba adasi (Παπά νησί) (2ος/3ος αι. μ.Χ.), κοντά στις μικρασιατικές ακτές, στην περιοχή της Καύνου της Καρίας, απέναντι από τη Ρόδο. Απλούστερες ταφές του συγκεκριμένου τύπου εντοπίζονται στα Δωδεκάνησα την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας και των παλαιοχριστιανικών χρόνων, συγκεκριμένα στη Λέρο, την Κάλυμνο, την Τέλενδο, την Κω και τη Σαρία της Καρπάθου, ενώ ο τύπος απαντά επίσης στην Αμοργό και την Κρήτη.
Χρονολόγηση: ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδος (β΄ ήμισυ 2ου/3ος αι. μ.Χ., βάσει κατασκευαστικών χαρακτηριστικών).
Πηγές-Βιβλιογραφία: Πίκουλας 1999, 208-209· Βολανάκης 2000, 1186-1187· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Τριανταφυλλίδης 2006, 187 σημ. 58.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Θέση: Ελληνικό/Καμίνι.
Διαστάσεις: έκταση καταλοίπων (ορατών) 63 (ΑΔ) × 10/15 (ΒΝ) μ., δεξαμενή 5 (ΑΔ) × 4 (ΒΝ) μ., άνδηρο (ορατό) 25 (ΑΔ) × 3 (ΒΝ) μ., κλίβανος: εξωτερική διάμετρος 5μ., πάχος τοίχου 0,80 μ., διάμετρος θαλάμου 3,40 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο δυτικό τμήμα της ακτής του όρμου Ελληνικό/Καμίνι, ο οποίος διαμορφώνεται στη δαντελωτή βόρεια πλευρά της νησίδας και απέναντι από την είσοδο του όρμου Αγούς των Αρκιών, εντοπίζονται εκτεταμένα λείψανα εγκατάστασης. Τα κατάλοιπα είναι παραθαλάσσια και εκτείνονται σε όλο το μήκος της βραχώδους ακτής στο δυτικό ήμισυ του μυχού του όρμου. Το ανατολικό ήμισυ αποτελείται από αμμώδη παραλία, το δυτικό πέρας της οποίας ορίζεται από ξερολιθιά, η οποία κατεβαίνοντας το ύψωμα από το νότο απολήγει στην παραλία, ενώ η χάραξή της μπορεί να παρατηρηθεί για λίγα ακόμη μέτρα βορειότερα, μέσα στη θάλασσα, όσο ο βυθός παραμένει ρηχός. Τα κατάλοιπα της εγκατάστασης παρατηρούνται κυρίως στη χωμάτινη επίχωση του μετώπου του απότομου πρανούς, το οποίο διαμορφώνεται πάνω από το ριζιμιό βράχο της ακτής, δυτικά της ξερολιθιάς που οριοθετεί το αμμώδες τμήμα της παραλίας, έχοντας σε μεγάλο βαθμό κατακρημνιστεί.

Η πλέον ευδιάκριτη κατασκευή βρίσκεται περίπου 30 μ. δυτικά της ξερολιθιάς και προβάλλει μέσα στη θάλασσα. Πρόκειται για τετράπλευρη καμαροσκέπαστη κατασκευή, η οποία διατηρείται σε ικανό ύψος και πιθανώς έφερε όροφο που δεν διατηρείται. Η τοιχοποιία αποτελείται από μεσαίου και μικρού μεγέθους ακατέργαστους τοπικούς λίθους (φλύσχη, σχιστόλιθο) συνδεδεμένους με ποζολανικό ασβεστοκονίαμα και λατύπη στον πυρήνα. Από την καμάρα διατηρούνται οι δύο γενέσεις της από λίθους σε ακτινωτή διάταξη, στη βόρεια και στη νότια πλευρά. Δεδομένης της επίχρισης των εσωτερικών επιφανειών του χώρου από υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι) και της αδιαβροχοποίησής τους, η ταύτιση του χώρου με δεξαμενή είναι βέβαιη.

Αμέσως νότια και σε επαφή με τη νότια πλευρά της διατηρείται επιμήκης αναλημματικός τοίχος, από τον οποίο είναι ορατή η χαμηλή βόρεια παρειά σε μήκος 17/18 μ. προς τα δυτικά. Επί του αναλημματικού τοίχου παρατηρείται μέρος των περιγραμμάτων δύο ξερολιθικών κατασκευών σε παρατακτική διάταξη, προσανατολισμού ΑΔ. Συγκεκριμένα, από τις δύο κατασκευές διακρίνεται η βόρεια πλευρά του περιγράμματός τους μήκους 6,20 και 7 μ. για την ανατολική και δυτική κατασκευή αντίστοιχα, καθώς και οι γενέσεις των ανατολικών και δυτικών πλευρών τους σε μήκος 1/1,50 μ.

Μεταξύ των δύο κατασκευών διαμορφώνεται στενό άνοιγμα –εν είδει– διαδρόμου, πλάτους 0,80 μ., διεύθυνσης ΒΝ, το οποίο απολήγει στη δυτική πλευρά της δεξαμενής. Στη δυτική απόληξη του αναλήμματος διατηρείται κλίβανος κυκλικής κάτοψης. Το άνοιγμα εισόδου του κλιβάνου βρίσκεται στη βόρεια πλευρά, ενώ το μεγαλύτερο ύψος διατήρησής του (περ. 1,60 μ.) στη νότια. Ο κυκλικός τοίχος του κλιβάνου αποτελείται από μεσαίου και μικρού μεγέθους τοπικούς λίθους συνδεδεμένους με ερυθρωπό αργιλόχωμα, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί ως επίχρισμα στο εσωτερικό του θαλάμου και διατηρείται αποσπασματικά. Στην περιοχή πέριξ του κλιβάνου εντοπίζονται και τα χαρακτηριστικότερα θραύσματα επιφανειακής κεραμικής από τη θέση, κυρίως κεραμίδες και αμφορείς των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η θέση είναι ελάχιστα γνωστή, με περιορισμένες αναφορές στη βιβλιογραφία. Όσοι ερευνητές την αναφέρουν, αναγνωρίζουν από το σύνολο κυρίως τη δεξαμενή και τον κλίβανο ως ασβεστοκάμινο και προτείνουν μία χρονολόγηση στους πρωτοβυζαντινούς/μεσοβυζαντινούς χρόνους. Το ευρύ αυτό χρονικό πλαίσιο φαίνεται να περιορίζεται με τον εντοπισμό της επιφανειακής κεραμικής από την περιοχή του κλιβάνου στην ύστερη αρχαιότητα. Επιπλέον, ενώ ως προς την αναγνώριση της τετράπλευρης θολωτής κατασκευής ως δεξαμενής δεν υπάρχει αμφιβολία, η ταύτιση του κλιβάνου με ασβεστοκάμινο φαίνεται προβληματική κυρίως για δύο λόγους. Πρωτίστως επειδή το γεωλογικό υπόβαθρο της νησίδας, σε αντίθεση με τους γειτονικούς Αρκιούς, δεν χαρακτηρίζεται από ασβεστόλιθο, αλλά από φλύσχη και σχιστόλιθο, δηλ. λίθους οι οποίοι είναι ακατάλληλοι για την παραγωγή ασβέστη. Επομένως, για να αναγνωρίσει κανείς τον υφιστάμενο κλίβανο ως ασβεστοκάμινο, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η πρώτη ύλη μεταφερόταν από αλλού, υπόθεση μάλλον απίθανη. Δεύτερον, η επίχριση των επιφανειών του θαλάμου όπτησης με αργιλόχωμα, όπως και οι διαστάσεις του κλιβάνου, που είναι μάλλον μικρές για την παραγωγή ασβέστη, είναι χαρακτηριστικά περισσότερο συνηθισμένα σε κεραμικούς κλιβάνους. Αν και χρειάζονται περισσότερα δεδομένα για την ταύτιση του κλιβάνου ως κεραμικού, βέβαιο είναι ότι είναι ασφαλέστερη. Αξίζει να αναφερθεί ότι στους γειτονικούς Λειψούς, στην επίσης παράλια θέση Κάμπος, έχει εντοπιστεί εκτενής εγκατάσταση εργαστηρίου παραγωγής αμφορέων (τύπου LRA1) του 7ου/8ου αι. μ.Χ. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα παραπάνω δεδομένα, καθώς και τη γεωγραφική θέση της εγκατάστασης, η οποία βρίσκεται στην κοντινότερη απόσταση και ακριβώς απέναντι από το κύριο αγκυροβόλιο των Αρκιών στον όρμο Αγούς, αλλά και από εγκατάσταση –επίσης της ύστερης αρχαιότητας– που έχει εντοπιστεί στην παραλία της Πατελιάς (ο δίαυλος στο σημείο αυτό έχει πλάτος μόλις 1,2 χλμ.), τότε δεν φαίνεται απίθανο το σύνολο της παραθαλάσσιας εγκατάστασης στο Μαράθι να λειτούργησε ως ένα είδος “πορθμείου” μεταξύ των δύο νησίδων ή/και ως στάση ανεφοδιασμού τυχόν διερχόμενων από τον δίαυλο πλοίων.
Χρονολόγηση: ύστερη αρχαιότητα (5ος-7ος αι. μ.Χ., βάσει επιφανειακής κεραμικής LRA).
Πηγές-Βιβλιογραφία: Πίκουλας 1999, 208-209· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Τριανταφυλλίδης 2006, 187 σημ. 58.
Συντάκτης: Κ.Σ.
