
Το Φαρμακονήσι ή Φαρμάκω βρίσκεται στα ανατολικά των Λειψών και στα βορειοανατολικά της Λέρου, στην οποία και υπάγεται διοικητικά. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 3,866 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 12,749 χλμ.
Οι παλαιότερες μνείες του Φαρμακονησίου εντοπίζονται σε έργα της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., στο έργο Historia Naturalis του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, η Φαρμακούσσα (Pharmacusa) απαριθμείται μεταξύ των νησιών του Αιγαίου που τότε αποκαλούνταν “Σποράδες”. Στα τέλη του ίδιου αιώνα ή στις αρχές του επόμενου, ο Πλούταρχος και ο Σουητώνιος, εξιστορώντας τον βίο του Ιουλίου Καίσαρα, μνημονεύουν επίσης τη νησίδα (ως Φαρμακοῦσσα και Pharmacussa αντίστοιχα), καθώς το 74/73 π.Χ. υπήρξε τόπος αιχμαλωσίας του Ιουλίου Καίσαρα από πειρατές της Κιλικίας. Αξίζει να παρατηρηθεί εδώ ότι έκτοτε η νησίδα έγινε ευρέως γνωστή, αφού το περιστατικό αυτό αποτελεί μία από τις ελάχιστες πληροφορίες που αναφέρονται για το Φαρμακονήσι μέχρι σήμερα. Κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., μνεία της Φαρμακούσσας εντοπίζεται επίσης στον Σταδιασμό, έργο ανώνυμου συγγραφέα στο οποίο καταγράφονται αποστάσεις και οδηγίες πλεύσης στη Μεσόγειο· ακριβέστερα στο έργο αυτό σημειώνεται ότι η νησίδα απέχει 120 στάδια από τη Μίλητο. Επίσης, ο Στέφανος Βυζάντιος, στο γεωγραφικό λεξικό που συνέταξε τον 6ο αιώνα μ.Χ., μας πληροφορεί ότι, πέρα από δύο νήσους κοντά στη Σαλαμίνα που έφεραν τότε το όνομα Φαρμακούσσαι, υπήρχε και μία άλλη «ὑπὲρ Μίλητον», στην οποία μάλιστα απεβίωσε ο Άτταλος, γαμπρός του Παρμενίωνα.
Τις αρχαιότερες ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας στο Φαρμακονήσι αποτελούν εργαλεία από οψιανό της Μήλου (σμίλη, στέλεχος δρεπανιού, λεπιδόμορφη φολίδα κ.ά.), τα οποία ανευρέθηκαν επιφανειακά και ανάγονται στην Τελική Νεολιθική/Πρωτοχαλκή εποχή (περ. 4500-3200/3000 π.Χ.). Παράλληλα, τα εργαλεία αυτά εντάσσουν τη νησίδα στον καλούμενο «δρόμο του οψιανού» και μάλιστα στο επίκεντρό του, δηλ. μεταξύ του κόλπου των Διδύμων, της Τειχιούσσας και της Ιασού στις μικρασιατικές ακτές και το κεντρικό Αιγαίο. Ο «δρόμος», με πρώτο πιθανό πέρασμα το Φαρμακονήσι και με ενδιάμεσους σταθμούς τις νησίδες Λέβιθα, Κίναρο και Λιάδια, οδηγούσε στην Αμοργό, την Κέρο, τη Σχοινούσα, την Ηρακλειά, την Ίο, τη Σίκινο, τη Φολέγανδρο, για να καταλήξει στις άφθονες πηγές του οψιανού στη Μήλο, η εκλεκτή ποιότητα του οποίου εξασφάλιζε οπωσδήποτε καλύτερη θραύση για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων από τον συνήθως πιο εύθρυπτο οψιανό του πλησιέστερου στη Λέρο Γυαλιού της Νισύρου, τεμάχια του οποίου έχουν επίσης εντοπιστεί στο Φαρμακονήσι. Τη σημασία του Φαρμακονησίου για την επικοινωνία ανάμεσα στη Μικρά Ασία και το Αιγαίο, που συνεχίστηκε και κατά τη Μεσοχαλκή/Υστεροχαλκή Ι περίοδο (περ. 1650/1600 π.Χ.), φανερώνει και τοίχωμα κλειστού αγγείου με γραπτή διακόσμηση λευκής σπείρας τεχνικής “ανοικτού σε σκοτεινό”, πιθανότατα εργαστηρίου της Κω, με μεγάλη διάδοση στο Αιγαίο και στα απέναντι μικρασιατικά παράλια (Μίλητος, Ιασός, Τειχιούσσα, Κνίδος).

Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες από το Φαρμακονήσι στους ιστορικούς χρόνους είναι επίσης περιορισμένες. Στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, δυτικά του ναϋδρίου του Αγίου Γεωργίου, διατηρούνται τα κατάλοιπα ελεύθερα ισταμένου πύργου και παρακείμενου ταφικού περιβόλου, δηλ. ενός συνόλου που μπορεί να υποδηλώνει τη συγκρότηση μονιμότερου οικιστικού πυρήνα στη νησίδα από το α΄ ήμισυ του 3ου αι. π.Χ., ίσως σε συνάρτηση με μία προσπάθεια εντατικοποίησης της γεωργίας και της εκμετάλλευσης της γης, η οποία διαπιστώνεται την περίοδο αυτή σε αρκετές θέσεις της Μιλησιακής επικράτειας, τόσο στην ύπαιθρο χώρα της Μιλήτου (Θήβες στη Μυκάλη, πλάτωμα «Στεφανιών»–Άκρον) όσο και στα νησιά (Λάδη, Λέρος, Αγαθονήσι, Αρκιοί, Αγρελούσα).

Στην εποχή αυτή πιθανώς ανήκουν και ορισμένες υποτυπώδεις λαξευτές στον βράχο εγκαταστάσεις στη βόρεια ακτή του μυχού του όρμου των Θόλων, ο οποίος αποτελεί και το μοναδικό φυσικό αγκυροβόλιο της νησίδας. Εντονότερη οικοδομική δραστηριότητα διαπιστώνεται στο Φαρμακονήσι κατά την ύστερη αρχαιότητα και την πρωτοβυζαντινή περίοδο (4ος-7ος αι.).

Στην εποχή αυτή εντάσσεται πιθανότατα το προγενέστερο ναΰδριο στη θέση του Αγ. Γεωργίου, η θεμελίωση του οποίου είναι ακόμη ορατή κυρίως στην ανατολική και βόρεια πλευρά της σημερινής εκκλησίας. Παράλληλα, στην ίδια εποχή φαίνεται να διαμορφώνεται σε οργανωμένο αγκυροβόλιο ο όρμος των Θόλων, καθώς στον 7ο αι. μ.Χ. οικοδομείται εκεί το επιβλητικό ομώνυμο οικοδόμημα αποθηκών, σε συνδυασμό ίσως με την οικοδόμηση επιπλέον εγκαταστάσεων στην ακτή του όρμου, κατάλοιπα των οποίων διατηρούνται αποσπασματικά.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Pliny, Naturalis historia, 4.71· Πλούταρχος, Καίσαρ, 1.4-2.4· Suetonius, Divus Iulius, 4.1-2· Ανώνυμος, Σταδιασμός, 295· Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά, 658.22-659.2· Livi 1940, 71-77· Δρελιώση 1994β, 798-799· Σκανδαλίδης 1994, 127· Γιαγκάκης 1997, 26· Λούπης 1999, 229-230· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005δ, 333-334· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· Τριανταφυλλίδης 2006, 186 σημ. 56· Sarantidis 2020, 84, 166-170· Μαρκέτου 2023, 55.
Συντάκτες: Κ.Σ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΠΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΑΦΙΚΟΣ ΠΕΡΙΒΟΛΟΣ

Θέση: Άγιος Γεώργιος
Διαστάσεις: (α) πύργος: 10,84 (ΑΔ) × 9,40 (ΒΝ) μ., πάχος τοίχων 1,20 μ., (β) ταφικός περίβολος: 13,40 (ΑΔ) × 7,90 (BN) μ., πάχος τοίχων 1/1,20 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο μέσον της νησίδας και σε υψόμετρο 51 μ. βρίσκονται τα ερείπια δύο μεγάλων κατασκευών, περίπου 30 μ. δυτικά και νότια από το ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου αντίστοιχα. Οι ορθογωνικές κατασκευές, που απέχουν περίπου 25 μ. η μία από την άλλη, μοιράζονται κοινά τεχνικά χαρακτηριστικά και προσανατολισμό ΑΔ. Η βόρεια βρίσκεται σε εξαιρετικά ερειπιώδη κατάσταση, καθώς μόνον η ανατολική πλευρά και η βορειοδυτική γωνία της είναι ορατές σε ύψος δύο και τεσσάρων δόμων, 0,80 και 1,80 μ. αντίστοιχα. Από τη νότια κατασκευή, που είναι περισσότερο επιμήκης, είναι ορατές η ανατολική, η νότια και η δυτική πλευρά σε ύψος δύο-τριών δόμων, δηλ. περίπου 1,40 μ.

Οι κατασκευές είναι οικοδομημένες από τοπικό φαιόχρωμο ασβεστόλιθο, σύμφωνα με το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα. Οι περιμετρικοί τοίχοι αποτελούνται από δύο όψεις και πλήρωση στο εσωτερικό από μικρότερους λίθους. Οι εξωτερικές όψεις αρθρώνονται από μεγαλύτερες λιθοπλίνθους μήκους 1,40 έως 2,34 μ., οι οποίες διαπερνούν το πάχος της τοιχοποιίας από 0,30 μ. έως περίπου το μέσον της (δηλ. 0,70 ή 0,80 μ.), ενώ ορισμένες λιθόπλινθοι διαμορφώνουν οδοντώσεις στην άνω επιφάνειά τους, οι οποίες συναρμόζουν με αντίστοιχες εξοχές της κατώτερης επιφάνειας των λιθοπλίνθων στον ανώτερο δόμο. Τις εσωτερικές όψεις διαμορφώνουν λίθοι, κατά κανόνα, μικρότερου μεγέθους. Η κατεργασία της εξωτερικής επιφάνειας των λίθοπλίνθων διαφέρει στις δύο κατασκευές. Στη βόρεια οι λίθοι παρουσιάζουν ελαφρά κύφωση με σφυρηλατημένη εξωτερική επιφάνεια, αποδίδοντας περισσότερο “οχυρωματική” εντύπωση, ενώ στη νότια η όψη των λίθων είναι επίπεδη, επεξεργασμένη με χονδρό βελόνι. Λαξευτοί οδηγοί με τη μορφή κάθετων ταινιών πλάτους 0,10 μ. εντοπίζονται στις γωνίες των δύο κατασκευών, που σχηματίζονται από εναλλάξ διασταυρούμενες λιθοπλίνθους. Σε καμία από τις κατασκευές δεν παρατηρήθηκε άνοιγμα εισόδου, ενώ δεν είναι σαφής, εξαιτίας της κακής κατάστασης διατήρησής τους, τυχόν διαμόρφωση εσωτερικών χώρων.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως και η συναφής χωροθέτηση των δύο κατασκευών, υποδηλώνουν ότι είναι σύγχρονες μεταξύ τους. Μάλιστα η τακτική τοποθέτηση διατόνων λίθων στην τοιχοποιία, όπως και ο τρόπος απόδοσης των όψεων, αποτελούν χαρακτηριστικά που χρονολογούνται περίπου στο πρώτο ήμισυ του 3ου αιώνα π.Χ.

Ως προς τη βόρεια κατασκευή, βάσει των τεχνικών χαρακτηριστικών της, η αναγνώρισή της ως πύργου είναι βέβαιη. Ωστόσο, ως προς τη νότια, εξαιτίας της χωροθέτησής της σε τόσο κοντινή απόσταση με βεβαιωμένο πύργο αλλά και των μεγάλων διαστάσεών της, η ταύτιση είναι αμφίβολη. Η ερμηνεία παρόμοιων διαμορφώσεων (π.χ. στη Μεγαρίδα), δηλαδή συνύπαρξη ορθογώνιων κατασκευών σε τόσο κοντινή απόσταση, που αρχικά είχαν αναγνωριστεί ως πύργοι, έχει αναθεωρηθεί από τη σύγχρονη έρευνα. Η τοιχοποιία τους μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μοιάζει με οχύρωση ή πύργο, ωστόσο έχει αποδειχθεί πως στην πραγματικότητα πρόκειται για ορθογώνιους ή πειόσχημους ταφικούς περιβόλους. Η κατασκευή τους αποτελείται από περιμετρικό τοίχο δύο όψεων με γέμισμα και ερμηνεύονται συνήθως ως διαπρεπείς ατομικοί ή οικογενειακοί τάφοι, οι οποίοι μάλιστα εξακολουθούν να απαντούν στην ελληνιστική περίοδο. Τέτοιου τύπου τάφοι εντοπίζονται σε εγγύτητα με μικρούς, διάσπαρτους στο ύπαιθρο, οικιστικούς πυρήνες, όπως μεμονωμένους πύργους ή πύργους με περίβολο (οχυρωμένη αυλή).

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο συγκεκριμένος ταφικός αρχιτεκτονικός τύπος εντοπίζεται στην Αττική ήδη από τον 5ο αι. π.Χ. και αποτελεί εξέλιξη ταφικών περιβόλων παλαιότερων περιόδων (7ου ή ακόμη και 8ου αι. π.Χ.). Ταφικοί περίβολοι/άνδηρα απαντούν μεμονωμένα ή συχνά σε μικρές ομάδες κατά τον 4ο αι. π.Χ., ενώ ο τύπος εξακολουθεί να εμφανίζεται και στην ελληνιστική περίοδο. Αντίστοιχα μνημεία διατηρούνται τόσο στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο (Αλίφειρα, Όλυνθο) όσο και στον μικρασιατικό χώρο (Κνίδο). Αν και σε καμία από τις προαναφερόμενες θέσεις η ακριβής χρονολόγηση των μνημείων δεν είναι γνωστή, κατασκευές του συγκεκριμένου τύπου δεν εμφανίζονται πριν από το τέλος του 4ου ή στον 3ο αιώνα π.Χ. Στην ύπαιθρο χώρα της Μιλήτου (Μιλησία) έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον δεκαοκτώ θέσεις, όπου εντοπίζονται υπολείμματα αντίστοιχων κατασκευών.

Η άμεση γειτνίαση του ταφικού περιβόλου με τον οικιστικό πυρήνα δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση. Η ανέγερση μνημειακών τάφων της μορφής αυτής, σε στενή οπτική και χωρική επαφή με τον οικιστικό πυρήνα, καταδεικνύει, μεταξύ άλλων, τις βαθιές ρίζες των κατοίκων της υπαίθρου και τη σύνδεσή τους με τη γη, στην οποία βρίσκονται οι πρόγονοί τους. Σε αυτό το πλαίσιο η συνύπαρξη στο ύπαιθρο του οικογενειακού τάφου με το κέντρο του βίου, τὸν οἶκο, ενημερώνοντας τον ξένο ή περαστικό για το όνομα της οικογένειας, συνδηλώνει υπόρρητα τη νομιμότητα της ιδιοκτησίας. Παράλληλα, η παρουσία του ταφικού περιβόλου και του πύργου φαίνεται να αποδίδει μονιμότερο χαρακτήρα στην εγκατάσταση της συγκεκριμένης περιόδου στο Φαρμακονήσι, γεγονός που εξαιτίας της εγγύτητας της νησίδας με τις ακτές της Μιλήτου ή με μεγαλύτερο νησί (π.χ. Λειψοί) θα μπορούσε να μην θεωρείται δεδομένη.
Χρονολόγηση: α΄ ήμισυ 3ου αι. π.Χ.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Livi 1940, 72· Δρελιώση 1994β, 798-799· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005δ, 333-334· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· Sarantidis 2017, 260· Sarantidis 2020, 84, 166-170.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΚΤΙΡΙΟ ΑΠΟΘΗΚΩΝ

Θέση: Θόλοι
Διαστάσεις: (α) περίγραμμα: 18 (ΒΝ) × 16 (ΑΔ) μ., μέγιστο ύψος περ. 2,50 μ., πάχος νότιου τοίχου 1 μ., πάχος βόρειου τοίχου 2,20 μ., (β) κόγχη στον βόρειο τοίχο: 1,20 (ΒΝ) × 1,10 (ΑΔ) μ., ύψος 1,10 μ., (γ) θολωτά διαμερίσματα: 3.50 (ΒΝ) × 3 (ΑΔ) μ., ύψος 2 μ., πάχος διαχωριστικών τοίχων 0,60 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στον κύριο όρμο του Φαρμακονησίου και συγκεκριμένα βόρεια του μυχού του στέκεται επιβλητικό οικοδόμημα γνωστό ως Θόλοι, το οποίο δεσπόζει και χαρακτηρίζει τον όρμο ονοματίζοντάς τον. Την προβαλλόμενη στη θάλασσα ανατολική όψη χαρακτηρίζουν τέσσερα διαδοχικά θολωτά διαμερίσματα, τα οποία εγγράφονται σε κτίριο ορθογωνικού περιγράμματος προσανατολισμού ΒΝ. Εκτός από το εμπρόσθιο μέρος των διαμερισμάτων και το περίγραμμα του οικοδομήματος, η διατήρηση του οποίου παρακολουθεί το ανάγλυφο του εδάφους, άλλα στοιχεία εσωτερικής διαμόρφωσης δεν είναι διακριτά και η ανώτερη στάθμη δεν έχει διατηρηθεί.

Τα διαμερίσματα φαίνεται πως ήταν ανοικτά και προσβάσιμα από την ανατολική τους πλευρά, καθώς μπροστά τους, εκτός από τον ριζιμιό βράχο της ακτής, δεν εντοπίζεται τοίχος ή άλλη διαμόρφωση. Μικρά τοξωτά ανοίγματα (1,10 × 0,90 μ.) διατηρούνται στο εμπρόσθιο τμήμα των διαχωριστικών τοίχων τους, σε απόσταση 0,60 μ. από την απόληξη των θόλων στα ανατολικά, επιτρέποντας την επικοινωνία μεταξύ τους.

Εξωτερικά, στον βόρειο τοίχο του οικοδομήματος, σε απόσταση 1 μ. από τη βορειοανατολική γωνία του διατηρείται ακέραια τοξωτή κόγχη (1,10 × 1,10 × 1,20 μ.).
Οι θόλοι και οι διαχωριστικοί τοίχοι των διαμερισμάτων είναι κατασκευασμένοι από χυτή τοιχοποιία (λιθόδεμα), από μεσαίου μεγέθους ακατέργαστους ασβεστόλιθους τοπικής προέλευσης, συνδεδεμένους με σκληρό (ποζολανικό) ασβεστοκονίαμα με χονδρά αδρανή, μεταξύ των οποίων και θραυστό κεραμίδι. Στους διαχωριστικούς και στον οπίσθιο τοίχο των διαμερισμάτων οι λίθοι είναι τοποθετημένοι συνεκτικά και ακανόνιστα, σε αντίθεση με τις καμάρες, όπου τοποθετούνται ακτινωτά. Οι περιμετρικοί τοίχοι του οικοδομήματος έχουν όψη περισσότερο επιμελημένη στις παρειές, από μεσαίου και μικρού μεγέθους λίθους τοποθετημένους σε στρώσεις. Ο πυρήνας των περιμετρικών τοίχων είναι χυτός, όπως και οι διαχωριστικοί τοίχοι των διαμερισμάτων. Μάλιστα στη στάθμη της κορυφής των τόξων, στο ανατολικό κατεστραμμένο μέτωπό του νότιου τοίχου, είναι ορατή, στο μέσον του πυρήνα, τετράγωνη οπή που διατρέχει την τοιχοποιία κατά μήκος, υποδηλώνοντας την ύπαρξη ξυλοδεσιάς. Το εσωτερικό των διαμερισμάτων ήταν επιχρισμένο από υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι) σε δύο στρώσεις, οι οποίες διατηρούνται κατά τόπους. Η κατώτερη στρώση-υπόστρωμα από χονδρόκοκκα αδρανή είναι παχύτερη, προκειμένου να εξομαλυνθεί η τραχιά όψη της χυτής τοιχοποιίας και να δεχθεί τη δεύτερη λεπτότερη στρώση, η οποία διαμορφώνει την τελική επιφάνεια στο εσωτερικό των χώρων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο εσωράχιο των θόλων (ιδίως του τρίτου και του τέταρτου από τα νότια), σε σημεία όπου η τελική επίστρωση του κονιάματος έχει καταρρεύσει, διατηρούνται, στο κατώτερο στρώμα του κονιάματος, τα αποτυπώματα των ξύλινων σανίδων (πλάτους 0,10-0,15 μ.) του ξυλότυπου (πετσώματος) που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή τους. Το δάπεδο των διαμερισμάτων, πάχους 0,10 μ., είναι ψηφιδωτό. Ακριβέστερα, αποτελείται από χονδρές ακανόνιστου σχήματος ψηφίδες, άτακτα τοποθετημένες σε υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι), επάνω από παχύτερη στρώση λιθοδέματος χονδρής σκύρας και υδραυλικού κονιάματος (κουρασανιού).

Αξίζει να αναφερθεί ότι σε ολόκληρη την έκταση του μυχού του όρμου και δυτικά στην πλαγιά διατηρούνται τα κατάλοιπα κτιριακών καταλοίπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τοιχοποιίες, λαξευτές στον βράχο δεξαμενές (ίσως εργαστηρίου αρχαίων χρόνων), μεγάλη κτιστή κυλινδρική δεξαμενή, τμήματα ψηφιδωτών δαπέδων, καθώς και ένα προβιομηχανικό ασβεστοκάμινο. Αν και τα κατάλοιπα αυτά αποτελούν προϊόντα διαφόρων εποχών και η αποσπασματική τους διατήρηση δεν επιτρέπει την ασφαλή ταύτισή τους, είναι βέβαιο ότι η διάταξή τους, εκτεινόμενη σε όλη την ακτογραμμή του μυχού, με εμφανή προσανατολισμό προς τη θάλασσα, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολιών για την αναγνώρισή του συνόλου ως οργανωμένου αγκυροβολίου. Η θέση περιγράφεται, άλλωστε, ως το μοναδικό αγκυροβόλιο της νησίδας στον οθωμανικό πορτολάνο του Πιρί Ρεΐς (1465-1553), όπου μνημονεύεται μάλιστα και η ύπαρξη του ερειπωμένου κτίσματος.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Το οικοδόμημα των Θόλων στο Φαρμακονήσι παρουσιάζει πολλές τεχνικές και μορφολογικές ομοιότητες με ομώνυμο οικοδόμημα, συνθετότερης κάτοψης και μεγαλύτερου μεγέθους (25 × 23 μ), στο γειτονικό Αγαθονήσι. Τα δύο οικοδομήματα χαρακτηρίζονται από περισσότερο επιμελημένες και όμοιες λιθοδομές στις όψεις, καθώς και από παρόμοια θολοδομία με χυτή τοιχοποιία (λιθόδεμα) και λίθους ακτινωτά τοποθετημένους. Επιπλέον, οι εσωτερικοί χώροι είναι εξ ολοκλήρου στεγανοποιημένοι με κονίαμα κουρασανιού, ενώ διακριτή είναι η οικοδομική ιδιαιτερότητα της απουσίας οπτόπλινθων και στις δύο κατασκευές, χαρακτηριστική για την περιοχή της Μικράς Ασίας και της Βόρειας Συρίας ήδη από τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους, την ύστερη αρχαιότητα και τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Η αρχιτεκτονική μορφή των δύο οικοδομημάτων παραπέμπει σε σχεδόν όμοια οικοδομικά συγκροτήματα μεγάλων αποθηκών, τα οποία βρίσκονταν όχι μόνο σε πόλεις και λιμάνια, αλλά και σε κομβικές χερσαίες ή θαλάσσιες διαδρομές.
Στην περίπτωση του Αγαθονησίου το οικοδόμημα ερμηνεύθηκε και χρονολογήθηκε πειστικά από τον Π. Τριανταφυλλίδη (2006, 186-192) ως κτίριο αποθηκών εφοδιασμού σιτηρών ή άλλων τροφίμων (horrea granarium ή militaris) του 7ου αι. μ.Χ., οπότε είναι γνωστό πως η Provincia Insularum, στην οποία υπάγονται τα Δωδεκάνησα, υφίσταται τις αραβικές επιδρομές, χωρίς να είναι πάντοτε σε θέση να τις αντικρούσει. Η προσαρμογή της διάρθρωσης του βυζαντινού στόλου στις επαρχίες της αυτοκρατορίας οδήγησε στη δημιουργία ευέλικτου στόλου με αντίστοιχες ανάγκες εφοδιασμού, όπως της στρατηγίας των Καράβων ή Καραβισιάνων στο κεντρικό και νοτιοανατολικό τμήμα του Αιγαίου το 654 μ.Χ., με έδρα τη Σάμο, και αργότερα την αντικατάστασή της από τα τρία ναυτικά Θέματα των Κιβυρραιωτών, της Σάμου και του Αιγαίου Πελάγους. Επομένως, η λειτουργία αυτών των αποθηκευτικών χώρων μπορεί να εγγράφεται στην ευρύτερη αναδιάρθρωση των υποδομών που επιχειρήθηκε από τον 7ο αιώνα και να σχετίζεται µε την οργάνωση αποθηκών που μνημονεύονται σε µολυβδόβουλλα των κοµµερκιαρίων. Γνωρίζουμε ότι η ἀποθήκη ως θεσμός αποτύπωνε ένα καλά οργανωμένο σύστημα ελέγχου, μεταφοράς, αποθήκευσης και αναδιανομής προϊόντων κατά τη διάρκεια του 7ου αι. μ.Χ., εποχή κατά την οποία οι πρακτικές αυτές εφαρμόστηκαν εντατικά. Αν και ο συσχετισμός των οικοδομημάτων αυτού του τύπου με τη λειτουργία της annona (civica ή militaris) παραμένει υποθετικός, βέβαιο είναι πως ο αρχιτεκτονικός τύπος ακολουθεί γενικά μία μάλλον γραμμική εξέλιξη: από τις μικρότερες ελληνιστικές αποθήκες στις μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες εγκαταστάσεις των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων και της ύστερης αρχαιότητας, καταδεικνύοντας, αν μη τι άλλο, μία αλλαγή στον όγκο του εμπορίου, όπως και στη συμμετοχή του κράτους στη δημιουργία υποδομών για τη διευκόλυνσή του.
Χρονολόγηση: 7ος αι. μ.Χ.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 604-605· Livi 1940, 72-76· Λούπης 1999, 229-230· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005δ, 333-334· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· Τριανταφυλλίδης 2006, 186 σημ. 56· Sarantidis 2020, 84.
Συντάκτης: Κ.Σ.
