
Η Στρογγυλή βρίσκεται στα βόρεια της Λέρου και συγκεκριμένα στα ανοιχτά του όρμου του Πλεφούτη. Πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου της Λέρου με εμβαδόν 0,174 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 1,691 χλμ., η οποία έλαβε το όνομά της από το σχήμα της.
Σε πορτολάνους και άλλους χάρτες του Αιγαίου των νεοτέρων χρόνων (16ος-18ος αι.) απεικονίζεται, χωρίς όμως να κατονομάζεται, μία νησίδα προς τα βορειοανατολικά της Λέρου, η οποία θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη Στρογγυλή. Πάντως, η παλαιότερη αποτύπωση της Στρογγυλής με ακρίβεια, όπως και η παλαιότερη αναγραφή του ονόματός της (Strongili), εντοπίζεται, λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Αργότερα, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων, ενώ σε έγγραφα των ιταλικών αρχών της Λέρου η νησίδα απαντά με το ίδιο όνομα (Stronghili), σε εκδόσεις της ιταλικής κεντρικής διοίκησης αυτό γράφεται σε ουδέτερο γένος (Strongilo) αλλά και παρατίθεται μεταφρασμένο (Rotondo) ως ιταλική παραλλαγή. Ωστόσο, από τον 19ο αιώνα η νησίδα στις πηγές και τη βιβλιογραφία της Λέρου μαρτυρείται πάντοτε ως Στρογγυλή. Επομένως, το όνομα Στρογγυλό με το οποίο αναφέρεται η νησίδα σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας αναπαράγεται μάλλον από τις ιταλικές εκδόσεις.

Κατά την οθωμανική περίοδο, όπως μαρτυρούν πράξεις καταχωρισμένες σε κώδικα του δήμου Λέρου του 19ου αιώνα, η Στρογγυλή, μαζί με τις άλλες νησίδες που βρίσκονται στα βόρεια της Λέρου (Αρχάγγελος, Τρυπητή, Πατελίδι, Φαραονήσια/Φαραδονήσια), εκμισθώνονταν κάθε Νοέμβριο από τον Δήμο σε ιδιώτες μετά από δημοπρασία. Ενδεικτικά, μισθωτές ήταν το 1865-1866 ο Αντώνιος Αμοργινός, το 1866-1867 ο Κωνσταντίνος Ιωάννου Μακρής, το 1867-1868 ο Χαράλαμπος χατζη-Αντωνίου Περάκης και το 1868-1869 ο Μ. Πέρος, ενώ το μίσθωμα ανήλθε αντίστοιχα σε 165, 270, 300 και 250 γρόσια. Ας σημειωθεί ότι, παρά την ενοικίαση των νησίδων για τη βόσκηση ζώων, κάθε δημότης της Λέρου διατηρούσε το δικαίωμα «διὰ νὰ πηγαίνη τὸ ζῶόν του εἰς τὰς εἰρημένας νήσους χωρίς τινα πληρωμὴν πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν», όπως αναφερόταν στη διακήρυξη της δημοπρασίας.
Κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής, οι ίδιες νησίδες εκμισθώνονταν σε τακτά διαστήματα από τις ιταλικές αρχές της Λέρου σε ιδιώτες. Από τα σωζόμενα συμβόλαια γνωρίζουμε ότι η Στρογγυλή, o Αρχάγγελος, η Τρυπητή και το Φαραδονήσι είχαν μισθωθεί από τον Πάτμιο κτηνοτρόφο Σταύρο Μπουράκη του Γεωργίου, κάτοικο Λέρου, αρχικά για μια πενταετία (1917-1922), στη συνέχεια για ένα έτος (1922-1923, έναντι 200 ιταλικών λιρών) και έπειτα για μια διετία (1923-1925, έναντι 700 ιταλικών λιρών ετησίως). Αργότερα (1937) ο Βασίλειος Διαμαντάρας από τη Λέρο μαρτυρείται ως ενοικιαστής της νησιωτικής “συστάδας” του Αρχάγγελου (Gruppo Arcangelo), στην οποία μάλλον περιλαμβανόταν και η Στρογγυλή· το ετήσιο ενοίκιο ανερχόταν τότε στις 1.000 ιταλικές λίρες. Αξίζει να επισημανθεί ότι, ενώ σε άλλα μισθωτήρια συμβόλαια νησίδων της ίδιας περιόδου ορίζεται ο αριθμός των δέντρων που ο ενοικιαστής έπρεπε να φυτεύει εκεί κάθε χρόνο, σε αυτά που αφορούν τη Στρογγυλή ο αριθμός των δέντρων δεν αναγράφεται· η μη αναγραφή του αριθμού τους οφειλόταν, όπως εξηγούσε τότε στους προϊσταμένους του ο αντιπρόσωπος της ιταλικής διοίκησης στη Λέρο Enrico Massocchi, στην έλλειψη υδάτων στις νησίδες της Λέρου.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της μάχης της Λέρου (26 Σεπτεμβρίου-16 Νοεμβρίου 1943), η οποία έληξε με ήττα των Συμμαχικών δυνάμεων από τους Γερμανούς, στη Στρογγυλή διαδραματίστηκε ένα επεισόδιο της αποβατικής επιχείρησης των δεύτερων. Ακριβέστερα, την πρώτη ημέρα της επιχείρησης (12.11.1943), το γερμανικό αποβατικό σκάφος Μηχανικού (Pionierlandungsboot) «Η» χτυπήθηκε από τα πυρά ιταλικής πυροβολαρχίας εγκατεστημένης σε ύψωμα απέναντι από τη Στρογγυλή. Το σκάφος υπέστη βλάβη στο πηδάλιο και έπλεε γύρω από τη νησίδα, προσκρούοντας επανειλημμένα σε βράχους· εντέλει, μετά από εκρήξεις και πυρκαγιά, βυθίστηκε κοντά στη Στρογγυλή. Οι διασωθέντες από το πλήρωμα των 53 ανδρών, ενώ δέχονταν πυρά από μυδραλιοβόλα, κατάφεραν να βγουν στη νησίδα. Δύο ημέρες μετά, οι 32 άνδρες που είχαν επιζήσει, αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Λέρο. Ας προστεθεί ότι το βυθισμένο σκάφος δεν ανελκύστηκε και ότι το ναυάγιο είναι σήμερα ορατό.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Berthelot 1695· Michelot – Bremond 1715· D’Anville 1756· Lapie 1822· HOA, Lero· ΓΑΚ – Τμήμα Λέρου, ΑΒΕ 12, ΑΕΕ1.1, 2, σ. 19, 70, 95, 132· Οικονομόπουλος 1888, 13-14· Bürchner 1898, 19-20· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 27.09.1922, 22.12.1922, 27.09.1923· Desio 1931, 68, 80-81, πιν. IV· IGM, Lero· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1937, φάκ. 549, 13.08.1937, 23.08.1937· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 228· Livi 1940, 79· Levi – Fioravanzo 1972, 228, 267· ΓΥΣ, Λέρος· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 304· Σκανδαλίδης 1994, 37, 39, 124, 177· Γιαγκάκης 1997, 26· Γεροζήσης 1998, 149, 152· Ζαρίφης 1999, 197-198· Λούπης 1999, 236· Μεντογιάννης – Μητσοτάκης – Νικολαΐδης 2004, 118-121· Rogers 2007, 212-213, 345-346.
Συντάκτης: Γ.Κ.
