
Το Σπαλαθρονήσι ή Σπάλαθρο βρίσκεται μεταξύ των Αρκιών και του Μαραθιού. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 0,037 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 0,839 χλμ.
Η παλαιότερη μνεία του Σπαλαθρονησιού εντοπίζεται σε αναφορά της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου προς τη δημογεροντία της Πάτμου κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης (1828)· ακριβέστερα στο έγγραφο αυτό η νησίδα μνημονεύεται ως Σπαλαθονήσι. Μια δεκαετία μετά, το Σπαλαθρονήσι ως Spalatro αποτυπώνεται με ακρίβεια στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Πάντως, η νησίδα απαντά στα ελληνικά ως Σπαλαθρονήσι, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, στον λιμενοδείκτη του Νικολάου Γ. Κοτσοβίλλη. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), η νησίδα ονομάζεται Spalato, αν και ορισμένες φορές παρατίθεται και η γραφή Spalatro ως παραλλαγή χρησιμοποιούμενη από τους αυτόχθονες κατοίκους (la variante grafica indigena). Επομένως, το όνομα Σπαλάτο/Σπολάτο με το οποίο αναφέρεται το Σπαλαθρονήσι στους χάρτες της ελληνικής Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας, καθώς και σε άλλες ελληνικές εκδόσεις, αποτελεί αντιδάνειο. Το όνομα Σπαλαθρονήσι, το οποίο απαντά και ως Σπαλαθονήσι, εξηγείται προφανώς από το ότι φύεται εκεί ασπάλαθ(ρ)ος.

Το πολύνησο των Αρκιών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το Σπαλαθρονήσι, περιήλθε στην κυριότητα της μονής του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου το 1088, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Ωστόσο, το Σπαλαθρονήσι μαρτυρείται για πρώτη φορά ως ιδιοκτησία της Μονής πολύ αργότερα, στις αρχές του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει το 1828 από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η Μονή είχε δηλώσει τότε και το Σπαλαθρονήσι μαζί με μερικές άλλες γειτονικές νησίδες που της ανήκαν· αλλά τις χαρακτήριζε συλλήβδην μη καλλιεργήσιμες ως εξής: «ἅπασαι ἐξηγριωμέναι εἰσὶ πέτραις κατακεκαλυμμέναι, καὶ ἄνικμοι· ὅθεν οὐδὲ γεωργεῖται· οὐκ ἔνεστι αὐταῖς οἴκημα, οὐ δένδρον, οὐ φρέαρ, οὐχ ὕδωρ πηγαῖον, ἀλλ’ ἅπας ὁ τόπος αὐτῶν τραχύς τε καὶ ἄνικμος»

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Σπαλαθρονησιού άλλαξε το 1869, όταν, μετά από εισήγηση προς τις οθωμανικές αρχές της Ρόδου «κακοβούλων τινῶν καὶ ἀγνωμόνων Πατμίων», όπως σημειώνει ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, ο διοικητής της Κω, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Πάτμος, έλαβε διαταγή να διανείμει σε ιδιώτες τίτλους νομής γαιών στο Σπαλαθρονήσι και σε άλλες νησίδες στις οποίες είχε ιδιοκτησίες η μονή Πάτμου. Εντούτοις, η Μονή δεν έπαψε να πληρώνει τον κατ’ αποκοπή φόρο που αντιστοιχούσε σε αυτές τις νησίδες και κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες, με τη συνδρομή της κοινότητας της Πάτμου αλλά και του οικουμενικού πατριαρχείου, για την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος. Το 1878 αρκετοί κάτοχοι των προαναφερόμενων τίτλων, «θείῳ ζήλῳ κινούμενοι», τους παραχώρησαν στη Μονή· σε ό,τι αφορά το Σπαλαθρονήσι, ο Γεώργιος Καληγάς είχε παραδώσει τότε στη Μονή τον τίτλο που κατείχε. Παρ’ όλα αυτά, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησίδων είχε μεταβληθεί άρδην, καθώς μόνο η νομή των αρόσιμων γαιών τους είχε επανέλθει στη Μονή, ενώ οι βοσκήσιμες γαίες τους εκμισθώνονταν πλέον με πλειστηριασμό από τις τοπικές κρατικές αρχές. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), αν και το μοναστηριακό συμβούλιο είχε απευθυνθεί προς τις ιταλικές αρχές της Ρόδου ήδη από την αρχή της κατοχής ζητώντας να περιέλθουν εκ νέου οι νησίδες στην αποκλειστική κυριότητα της Μονής.
Κατά την ίδια περίοδο, ο Ιταλός γεωλόγος Ardito Desio αναφέρει και το Σπαλαθρονήσι ανάμεσα στις νησίδες του πολύνησου των Αρκιών στις οποίες υπήρχαν διάσπαρτες καλύβες.

Πράγματι, στον χάρτη του ιταλικού Στρατιωτικού Γεωγραφικού Ινστιτούτου (εκδ. 1928) σημειώνεται ένα οίκημα στο βόρειο άκρο του Σπαλαθρονησιού. Μια δεκαετία μετά, ο Ιταλός στατιστικολόγος Livio Livi μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι του Μαραθιού μετέφεραν εποχιακά ζώα στο Σπαλαθρονήσι, όπως και στις γειτονικές νησίδες Αγρελούσα και Στρογγυλή, πράγμα που επιβεβαιώνεται σήμερα από προφορικές μαρτυρίες κατοίκων. Κατά συνέπεια, μάλλον δεν ευσταθεί η πληροφορία του Francesco Cicarone, διοικητή του σταθμού καραμπινιέρων της Πάτμου, σε αναφορά του προς τις ιταλικές αρχές της Λέρου (1928), ότι το Σπαλαθρονήσι περιλαμβανόταν στις νησίδες που εκμεταλλεύονταν οι κάτοικοι της νησίδας των Αρκιών.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 813· HOA, Patmos· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1876-1882), 45-46· ΜΙΘ. Φ. 74, 03.06.1878, χ.χ.· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 53· Κοτσοβίλλης 1899, 387· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 712, 752· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 20.03.1928· IGM, Archi· Desio 1931, 54-55, πιν. ΙΙΙ· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Β΄, 154-160, 163-164 και τ. Ε΄, 555· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 220· Livi 1940, 71· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 211· ΓΥΣ, Λέρος· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 288· Γιαγκάκης 1994, 8, 15· Σκανδαλίδης 1994, 12, 29-30, 122, 177· Γιαγκάκης 1997, 26· Γεροζήσης 1998, 149, 152· Πίκουλας 1999, 201-202· Κρικρής 2000, 76, 78, 80· Καρδάση 2013, 13-14, 32.
Συντάκτης: Γ.Κ.
