Σαρακίνα (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Η Σαρακίνα ή Σαράκι (το) βρίσκεται στα νοτιοδυτικά των Λειψών και συγκεκριμένα στα νοτιοδυτικά του Φράγκου. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 0,017 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 0,548 χλμ.

Η παλαιότερη αποτύπωση της Σαρακίνας, όπως και η παλαιότερη αναγραφή του ονόματός της (Saraki), εντοπίζεται, λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, σε βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Κατά τα προηγούμενα χρόνια (τέλη 17ου-αρχές 19ου αι.) παρατηρεί κανείς ότι το μόνο που σημειώνεται στη θέση της Σαρακίνας ή, έστω, πλησίον αυτής σε χάρτες του Αρχιπελάγους είναι το σύμβολο που δηλώνει τη θέση επικίνδυνου σημείου (υφάλου ή σκοπέλου) για τη ναυσιπλοΐα. Ιδιαίτερα δηλωτικός είναι ο χάρτης του Ζακυνθινού καπετάνιου Νικολάου Κεφαλά (1818), στον οποίο αναγράφεται η λέξη «Φυλάξου» δίπλα στο προαναφερόμενο σύμβολο. Πράγματι, όπως μας εξηγούν μεταγενέστερες εκδόσεις με ναυτιλιακές οδηγίες, υπάρχουν ύφαλοι σε διάφορα σημεία γύρω από τη Σαρακίνα.

Άλλωστε, στην προξενική αλληλογραφία της Πάτμου του 19ου αιώνα έχουν εντοπιστεί μαρτυρίες για δύο ναυάγια εκεί. Συγκεκριμένα, το 1880 είχε ναυαγήσει «ἐπί τῆς ὑφάλου τῆς παρακειμένης τῇ Λειψῷ νησίδος Σαρακίνης» η υπό ελληνική σημαία γολέτα Ελένη του καπετάνιου Αντωνίου Γεωργιλαδάκη, ενώ το 1895 προσέκρουσε «πρὸς τὸ νησίδιον Σαρακίνα» και καταποντίστηκε ο υπό ελληνική σημαία μυοδρόμων Κυριακή Φραγκούλη του καπετάνιου Ελευθέριου Φραγκούλη από την Κάσο, που μετέφερε σουσάμι από τη Μερσίνα στη Μασσαλία· ωστόσο, τα πληρώματα και των δύο αυτών πλοίων είχαν σωθεί. Ας προστεθεί ότι η Σαρακίνα βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του διαύλου των Λειψών, από τον οποίο διερχόταν η μικρασιατική ρότα, ο θαλάσσιος δρόμος που διαμορφώνεται ανάμεσα στα νησιά και τις μικρασιατικές ακτές και συνέδεε το Αιγαίο με την ανατολική Μεσόγειο.

Εύλογα λοιπόν, κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), η αρμόδια για τη φωτοσήμανση των ακτών επιτροπή (Commissione permanante per l’illuminazione ed il segnalamento delle coste), αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα τoυ “σκοπέλου” Σαράκι (scoglio Saraki) για τη ναυσιπλοΐα, είχε αποφασίσει το 1930 την τοποθέτηση εκεί φανού με κόκκινο αναλάμπον φως εμβέλειας έξι-επτά μιλίων. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν φαίνεται να υλοποιήθηκε.

Τρία χρόνια μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, ακολουθώντας ασφαλώς το ίδιο σκεπτικό, συμπεριέλαβε τη Σαρακίνα στους φαροδείκτες ως περιοχή προσεχούς εγκατάστασης φανού. Ακριβέστερα, η Σαρακίνα αναφέρεται τότε στους φαροδείκτες ως νησίδες Κουρέλι και προφανώς συγχέεται με τη μικρότερη νησίδα Κορέλι ή Σαρακινάκι που βρίσκεται νοτιοδυτικότερα. Τελικά, στο βορειοδυτικό τμήμα του Σαρακιού εγκαταστάθηκε φανός το 1959. Στους ελληνικούς φαροδείκτες ο πρώτος αυτός φανός περιγράφεται ως «σιδηρόπλεκτος κατασκευὴ ἐπὶ κυκλικοῦ θυλακίου».

Από τα χωρία των πηγών που παρατέθηκαν προηγουμένως αναφορικά με τα ναυάγια διαπιστώνει κανείς ότι, ήδη από τον 19ο αιώνα, οι κάτοικοι των γειτονικών νησιών ονόμαζαν την εν λόγω νησίδα Σαρακίνα. Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται η ονομασία Σαράκι να αποτελεί αντιδάνειο που προέκυψε από λανθασμένη αναγραφή του τοπωνυμίου στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες του ίδιου αιώνα. Άλλωστε, και αργότερα, κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής, χρησιμοποιούνται κυρίως οι εξιταλισμένες γραφές του ίδιου τοπωνυμίου (Saracena, Saraceno). Από τις εξιταλισμένες αυτές γραφές φαίνεται να προέρχονται και οι ονομασίες Σαρακήνικο και Σαρακιανός αντίστοιχα σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας και σε επίσημα ελληνικά κείμενα σχετικά με τη διοίκηση των Δωδεκανήσων κατά την περίοδο της ενσωμάτωσής τους στην ελληνική επικράτεια.

Τέλος, αναφέρεται ότι οι κάτοικοι των γειτονικών νησιών, σε περιόδους ανέχειας, πήγαιναν στη Σαρακίνα, όπως και σε άλλες έρημες νησίδες, και μάζευαν άγρια πράσα για τις διατροφικές ανάγκες τους. Μάλιστα ένα αυτοβιογραφικό κείμενο μας πληροφορεί ότι δύο κάτοικοι της Λέρου που είχαν πάει γι’ αυτόν τον λόγο στη Σαρακίνα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν συλληφθεί από τις ιταλικές αρχές και είχαν φυλακιστεί για τρεις μήνες με την κατηγορία ότι ανεφοδίαζαν τα γερμανικά υποβρύχια και γενικότερα ότι ήταν συνεργάτες των Γερμανών.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Berthelot 1695· Michelot – Bremond 1715· Κεφαλάς 1818· HOA, Patmos· ΥΔΙΑ, Προξενείο Ρόδου, 1882, φάκ. 63/5δ, 24.12.1880· ΥΔΙΑ, Προξενείο Ρόδου, 1897, φάκ. 101/1, αρ. 131, 21.03.1895· Κοτσοβίλλης 1899, 386· IGM, Lisso· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1937, φάκ. 12, 28.03.1931· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 219· Γενικόν Επιτελείον Ναυτικού – Διεύθυνσις Φάρων 1951, 264-265· Λυκούδης 1957, 306-307· Φαροδείκτης 1970, 296-297· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 291· Σκανδαλίδης 1994, 35, 115, 177· Γιαγκάκης 1997, 26· Μπελαβίλας 1997, 61-64· Γεροζήσης 1998, 149, 152· Παραπονιάρης 2016, 56, 375.

Συντάκτης: Γ.Κ.