Πίτα (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Η Πίτα βρίσκεται στα βορειοδυτικά του Αγαθονησίου. Πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου του Αγαθονησίου με εμβαδόν 0,127 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 1,334 χλμ.

Ο οθωμανικός πορτολάνος του Πιρί Ρεΐς (1465-1553), αλλά και άλλοι, γαλλικοί, μεταγενέστεροι, δίνοντας οδηγίες για την προσέγγιση του αγκυροβολίου του Καθολικού από τα βορειοδυτικά, περιγράφουν και απεικονίζουν την Πίτα, χωρίς όμως να την κατονομάζουν. Από τους χάρτες της ίδιας εποχής αξίζει να μνημονευθεί το χειρόγραφο σχέδιο του πολύνησου του Αγαθονησίου (Plan des Isles Gatonissy) του Γάλλου Jean-Joseph Verguin, το οποίο χρονολογείται το 1735 και απεικονίζει σχηματικά και την Πίτα. Πάντως, η παλαιότερη ακριβής αποτύπωση της νησίδας, όπως και η παλαιότερη αναγραφή ονόματος σε αυτήν (Psatho), εντοπίζεται, λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, σε βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Ωστόσο, η ονομασία της Πίτας ως Psatho φαίνεται να είναι λανθασμένη, αφού σήμερα Ψαθούρα ονομάζεται μία άλλη νησίδα του Αγαθονησίου, η οποία φέρει επίσης την ονομασία Πράσο/Πρασονήσι. Kατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών, η Πίτα ονομαζόταν Isola Piatta και (Isola dei) Giunchi· η δεύτερη ονομασία, όπως διευκρινίζεται, αποτελούσε την ιταλική μετάφραση του τοπωνύμιου Psatho (Ψαθονήσι), το οποίο η ιταλική διοίκηση μάλλον αναπαρήγαγε από τους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες θεωρώντας το ως δεύτερη ονομασία της Πίτας. Κατά ανάλογο τρόπο, οι ονομασίες Πιάτα/Πιάτο και Ψαθώ, με τις οποίες αναφέρεται η Πίτα στις Ναυτιλιακές οδηγίες της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας, καθώς και σε άλλες ελληνικές εκδόσεις, αποτελούν αντιδάνεια.

Ο Francesco Cicarone, διοικητής του σταθμού καραμπινιέρων της Πάτμου, ανέφερε το 1928 στις ιταλικές αρχές της Λέρου ότι από την οθωμανική περίοδο το Αγαθονήσι χωριζόταν σε δύο τμήματα (due parti murate), το δυτικό και το ανατολικό, το καθένα από τα οποία είχε το δικό του οικιστικό κέντρο (Μικρό Χωριό και Μεγάλο Χωριό αντίστοιχα). Κατά ανάλογο τρόπο, όπως έγραφε ο ίδιος, μοιράζονταν και οι γειτονικές νησίδες: Το Κουνελονήσι, η Πίτα, η Στρογγυλή, το Ψαθονήσι (Πράσο) και το Νερονήσι υπάγονταν στο δυτικό τμήμα του Αγαθονησίου, ενώ το Κατσαγάνι και η Ξέρα Κατσαγανιού (Κατσαγανάκι) στο ανατολικό τμήμα. Εντούτοις, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γηραιότερου σήμερα κατοίκου του Αγαθονησίου Μιχάλη Κόττορου, το Κουνελονήσι και η Πίτα ανήκαν στο Μικρό Χωριό (δυτικό τμήμα), ενώ όλες οι άλλες νησίδες στο Μεγάλο Χωριό (ανατολικό τμήμα), πράγμα που γεωγραφικά φαίνεται ορθότερο. Κάθε τμήμα αποτελούσε αντικείμενο υπεκμίσθωσης (μέχρι το 1928) και στη συνέχεια μίσθωσης (τουλάχιστον μέχρι το 1934, αν όχι μέχρι το τέλος της ιταλικής κατοχής) από τις αρχές της Λέρου. Όσον αφορά το δυτικό τμήμα στο οποίο υπαγόταν η Πίτα, αρχικά υπεκμισθωτής και στη συνέχεια μισθωτής του ήταν ο Σταυρής Γιαμαίος του Γιώργη. Αργότερα, μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η Πίτα, όπως και καθεμία από τις προαναφερόμενες νησίδες, ενοικιαζόταν κάθε Οκτώβριο σε κατοίκους αρχικά από τις δημοτικές αρχές της Πάτμου και, μετά την αναγνώριση του Αγαθονησίου ως ιδιαίτερης κοινότητας (1954), από τις κοινοτικές αρχές.

Πίτα. Κατάλοιπα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων.

O Βρετανός αρχαιολόγος John Myres αναφέρει ότι οι νησίδες Πίτα (την αναφέρει λανθασμένα ως Platý), Νερονήσι, Στρογγυλή και Κουνελονήσι χρησιμοποιούνταν συγκεκριμένα ως βοσκότοποι κατά τους θερινούς μήνες. Ακριβέστερα, όπως μας εξηγεί ο Μ. Κόττορος, οι μισθωτές πήγαιναν εκεί τα μικρά πρόβατα που ήθελαν να “αποκόψουν” από τις μάνες τους· τότε οι νησίδες ήταν “φορτωμένες” με τροφή για τα ζώα (αγγέλαμο, κάππαρη), ενώ παράλληλα σπέρνονταν με κριθάρι και σιτάρι (κυρίως κριθάρι, επειδή «το σήκωνε καλύτερα η αρμύρα»).

Πίτα. Κατάλοιπα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Άποψη από τα δυτικά.

Μάλιστα στην Πίτα, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο πληροφορητή, υπήρχε μάντρα, στην οποία την άνοιξη έκλειναν τα ζώα για άρμεγμα και τυροκομούσαν. Τα κατάλοιπα της μάντρας εντοπίζονται σήμερα στο νότιο άκρο της νησίδας.

Πηγές-Βιβλιογραφία: BNF, Cartes et plans, GE D-16635· ANF, Marine, 3JJ, 221, no. 7 (n. 48)· HOA, Patmos· Κοτσοβίλλης 1899, 388· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 29.07.1923· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 20.03.1928, 04.08.1928, 31.08.1928· IGM, Gaidaro· Desio 1931, 47-49· ICS 1939, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 214· Myres 1943, 119· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 206· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 280· Σκανδαλίδης 1994, 25, 27, 177· Γιαγκάκης 1997, 25· Γεροζήσης 1998, 152· Λούπης 1999, 228-230· Κόττορος 2018, 20-22, 24-26.

Συντάκτης: Γ.Κ.