Πετροκάραβο (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Το Πετροκάραβο ή Δασκαλιό βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Πάτμου και συγκεκριμένα στα δυτικά της μεγαλύτερης νησίδας Άνυδρος. Πρόκειται για βραχώδη νησίδα με εμβαδόν 0,028 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 0,871 χλμ.

Η ονομασία Πετροκάραβο οφείλεται στο σχήμα της νησίδας, η οποία από ορισμένη θέση παρατήρησης μοιάζει με καράβι· μάλιστα η νησίδα, έχοντας τρεις σκοπέλους στα βόρεια, δίνει την εντύπωση ότι είναι καράβι που πλέει με «τρία συρόμενα βαρκάκια». Η εικόνα αυτή διήγειρε τη λαϊκή φαντασία, η οποία έπλασε την παράδοση ότι το Πετροκάραβο ήταν πειρατικό πλοίο με πλήρωμα σαράντα ανδρών, το οποίο κατευθυνόταν προς την Πάτμο για να τη λεηλατήσει, αλλά απολιθώθηκε από τον όσιο Χριστόδουλο ή, κατ’ άλλη εκδοχή, από τον Άγ. Ιωάννη τον Θεολόγο, μαζί με τα μικρότερα πλοία που το ακολουθούσαν. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι πολλά άλλα νησιωτικά εδάφη του ελληνικού χώρου φέρουν ονομασία που παραπέμπει σε πλοίο και ότι η λαϊκή φαντασία έπλασε για αυτά ανάλογες παραδόσεις. Πάντως, η παλαιότερη μαρτυρία της εν λόγω νησίδας ως Πετροκάραβο ανάγεται στις αρχές του 18ου αιώνα και εντοπίζεται σε κοινοτικό κατάστιχο της Πάτμου. Αργότερα, αλλά ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, η νησίδα αναφέρεται ως Πετροκάραβο (Petro Karavi, Petrocaravi) και στις δυτικές πηγές.

Πετροκάραβο. Άποψη από τα νοτιοανατολικά. Στα πλατώματα που διαμορφώνονται προς την κορυφή της νησίδας διακρίνονται εκτεταμένα ερείπια.

Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης προτείνει την ταύτιση του Πετροκάραβου με το βυζαντινό τοπωνύμιο Πέτρα, το οποίο μαρτυρείται στην επιδιαθήκη του οσίου Χριστοδούλου. Πιο συγκεκριμένα, ο όσιος ιδρυτής της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου, στον κωδίκελο που συνέταξε το 1093, κάνει λόγο για την ύπαρξη ενός ησυχαστηρίου, του «ἡσυχαστηρίου τῆς Πέτρας, τῆς οὔσης πρὸς τὴν Πάτμον». Ο Γ. Σμυρνάκης εύλογα υποστηρίζει ότι η φράση «πρὸς τὴν Πάτμον» σημαίνει «πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῆς Πάτμου ἢ καὶ πλησίον τῆς Πάτμου», αποκλείοντας την περίπτωση το αναφερόμενο ησυχαστήριο να βρισκόταν στην Πάτμο, όπου υπάρχει και τοπωνύμιο Πέτρα (ή Καλλικατσού) προς τα νότια του όρμου του Γροίκου. Επιπλέον, ο Σμυρνάκης θεωρεί ότι η υπόθεσή του επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη στο Πετροκάραβο ερειπίων ναϋδρίου, δεξαμενών και τουλάχιστον είκοσι κελιών. Ας προστεθεί ότι οι παραδόσεις της Πάτμου μας μιλούν επίσης για μια εκκλησία της Παναγίας στο Πετροκάραβο αλλά και για έναν ασκητή που υποτίθεται ότι, χρησιμοποιώντας ως μέσο πλεύσης το τριβώνιό του (μοναχικό ένδυμα), διαπεραιωνόταν από τη νησίδα στον απέναντι όρμο των Λευκών για να τελέσει τη λειτουργία ή, κατ’ άλλη εκδοχή, για να λειτουργηθεί και να μεταλάβει στο παρακείμενο εξωκκλήσι του Αγίου Αντωνίου.

Κατά τα νεότερα χρόνια και συγκεκριμένα το 1902, σύμφωνα με πληροφορία του Γ. Σμυρνάκη η οποία αναπαράγεται και από μεταγενέστερους συγγραφείς, εγκαταστάθηκε στο Πετροκάραβο για ένα έτος ο μοναχός Θεόκτιστος (1822-1917) από τα Θυάτειρα (Akhisar) της Μικράς Ασίας, πιθανώς επηρεασμένος από την παράδοση ότι η νησίδα υπήρξε τόπος άσκησης και λατρείας. Η εγκατάσταση του Θεόκτιστου στη νησίδα επιβεβαιώνεται και από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του μοναστηριακού συμβουλίου της Πάτμου, τα οποία παράλληλα μας πληροφορούν ότι ο μοναχός εγκατέλειψε το Πετροκάραβο λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα (13-19 Απριλίου) του 1903. Ακριβέστερα, το συμβούλιο της Μονής του υπέδειξε τότε να επιστρέψει στην Πάτμο κρίνοντας ότι «ἡ ἐν τῷ νησιδρίῳ “Πετροκαράβῳ” παραμονὴ τοῦ […] ἀδελφοῦ Θεοκτίστου Μοναχοῦ εἶνι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἐπικίνδυνος, καὶ ἑπομένως [ότι] δὲν θεωρεῖ καλὸν νὰ ἐγκαταβιώσῃ ὁριστικῶς ἐν αὐτῷ». Εντούτοις, η πληροφορία του Γ. Σμυρνάκη για τον χρόνο εγκατάστασης (1902) και για τη διάρκεια παραμονής (ενός έτους) του Θεόκτιστου στο Πετροκάραβο δεν συνάδει με την ηλικία του (ήταν τότε ογδόντα ετών), ιδιαίτερα μάλιστα αν συσχετιστεί με όσα διασώζει η παράδοση για την εργατικότητά του στη νησίδα (κτίσιμο κελιών, ξυλογλυπτική). Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, ο μοναχός είχε μείνει στο Πετροκάραβο και σε άλλες περιόδους, πράγμα που εξηγεί καλύτερα και τη μαρτυρούμενη πρόθεση του Θεόκτιστου το 1903 για οριστική εγκαταβίωσή του στη νησίδα. Πάντως, αναμφίβολα το Πετροκάραβο ήταν κυριολεκτικά ένα από τα «ἄβατα μέρη» όπου, όπως σημειώνεται στο βραβείον της μονής Πάτμου, είχε ζήσει ο Θεόκτιστος κατά τη διάρκεια των σαράντα πέντε ετών που υπήρξε μέλος της πατμιακής μοναστικής αδελφότητας.

Πετροκάραβο. Άποψη των ακτών της νησίδας από τα βορειοδυτικά.

Πράγματι, η νησίδα είναι αλίμενη με απόκρημνες ακτές και, όταν η θάλασσα είναι ταραγμένη, όχι μόνο κανένα πλοίο δεν μπορεί να την προσεγγίσει, αλλά αντίθετα κάθε πλοίο πρέπει να διέρχεται σε απόσταση από αυτήν. Εύλογα λοιπόν το Πετροκάραβο, καθώς και οι τρεις γειτονικοί σκόπελοι (Ξέρες Πετροκάραβου 1-3), σημειώνονται ως επικίνδυνα σημεία για τη ναυσιπλοΐα ήδη τον 17ο αιώνα, στον χάρτη της Πάτμου που περιλαμβάνεται στο νησολόγιο του Ναπολιτάνου Francesco Piacenza (1688). Η επικινδυνότητα αυτής της νησιωτικής συστάδας, η οποία αναφέρεται ως Βράχοι ή σκόπελοι Πετροκάραβο, επισημαίνεται και σε εκδόσεις με ναυτιλιακές οδηγίες από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το ίδιο φαίνεται να υποδηλώνει εξάλλου και η δεύτερη ονομασία του Πετροκάραβου (Δασκαλιό), η οποία χρησιμοποιείται κυρίως από τους κατοίκους της Ικαρίας και «προῆλθεν ἐκ τῶν χαρτογράφων καὶ ναυτικῶν τῆς Δύσεως ἔκ τινος ἄρθρου del, dida καὶ τῆς Ἰταλίδος λέξεως scoglio, σκόπελος, βράχος», όπως πρώτος δέχεται ο Γ. Σμυρνάκης. Ας σημειωθεί ότι το τοπωνύμιο Δασκαλιό απαντά σε πολλά μέρη του ελληνικού χώρου και ότι η προαναφερόμενη ετυμολόγησή του διατυπώθηκε πρώτα από τον γεωγράφο-ιστορικό Αντώνιο Μηλιαράκη (1890). Ωστόσο, όπως και σε άλλα μέρη, έτσι και στο Πετροκάραβο της Πάτμου η λαϊκή φαντασία συσχέτισε την ονομασία Δασκαλιό με την ύπαρξη εκεί σχολείου.

Προς την κορυφή του Πετροκάραβου διαμορφώνονται πλατώματα στα οποία μπορεί κανείς να ανέλθει από ένα μόνο σημείο στις βορειοδυτικές πλαγιές του, όπου και υπάρχει δύσβατο μονοπάτι. Μάλιστα, όπως γράφει ο Γ. Σμυρνάκης, οι παλαιοί κάτοικοι της νησίδας είχαν περιφράξει κάποια βατά μέρη της, ενώ το μονοπάτι που οδηγούσε στο πλάτωμα της κορυφής κατέληγε σε λαξευμένα σκαλοπάτια και έπειτα σε μια πύλη, της οποίας διακρίνονταν τότε ακόμη (π. 1935) οι λιθόκτιστες παραστάδες. Παρ’ όλα αυτά, όπως μαρτυρεί ένας κάτοικος της Πάτμου, «ὅταν πιὰ ἀνεβῆ [κανείς στο Πετροκάραβο], διερωτᾶται πὼς ἀνέβηκε καὶ πῶς θὰ κατεβῆ».

Αν και βραχώδες και περιορισμένης έκτασης, το Πετροκάραβο περιγράφεται στις αρχές του 20ού αιώνα ως νησίδα που έχει σπόριμη γη, καθώς και δασύλλιο από ένα είδος αυτοφυών δέντρων (βλ. ΠΗΓΕΣ), το οποίο χρησιμοποιούσαν για την παραγωγή ξυλανθράκων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 1913 κάτοικοι του Κάμπου της Πάτμου παρήγαγαν από αυτά 140-160 στατήρες (περ. 8-9 τόνους) ξυλανθράκων. Αργότερα το Πετροκάραβο χρησιμοποιήθηκε ως βοσκότοπος για κατσίκια και κουνέλια, πράγμα που υπήρξε καταστροφικό για τη χλωρίδα της νησίδας. Ας προστεθεί ότι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λόγω της έλλειψης τροφίμων, οι νησιώτες πήγαιναν και μάζευαν την άγρια κράμβη που φύεται εκεί.

Ο Γ. Σμυρνάκης μας πληροφορεί, επίσης, ότι το Πετροκάραβο αποτελούσε συχνά πεδίο βολής των πολεμικών πλοίων και ότι το 1914 από τις βολές ενός βρετανικού πολεμικού πλοίου είχε κινδυνέψει η ζωή δύο κατοίκων της Πάτμου που βρίσκονταν στη νησίδα. Δεν αποκλείεται από τις βολές των πολεμικών πλοίων να κατέρρευσαν και οι τοίχοι των περισσότερων κτισμάτων, από τα οποία σώζονται σήμερα μόνο θεμέλια καλύπτοντας σε εντυπωσιακή έκταση την επιφάνεια των πλατωμάτων του Πετροκάραβου.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, πέραν των εκτεταμένων ερειπίων, στη νησίδα εντοπίζεται μεγάλη ποσότητα επιφανειακών ευρημάτων, κυρίως κεραμίδων στέγης, μυλολίθων και τριβείων από τεφρίτη λίθο της Πάτμου, καθώς και κεραμικής (χυτροειδή και άβαφα αγγεία), από την οποία τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα (χύτρες, λεκανίδες και αμφορείς) χρονολογούνται στην ελληνιστική (κυρίως 3ος-2ος αι. π.Χ.) και την υστερορωμαϊκή περίοδο (3ος-5ος αι. μ.Χ.). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μάλιστα το γεγονός πως οι κεραμίδες στέγης, που εντοπίστηκαν σχεδόν σε όλη την έκταση του Πετροκάραβου, εντάσσονται σε χαρακτηριστικές τυπολογίες διαφόρων εποχών και συγκεκριμένα της ελληνιστικής (κυρίως 3ος-2ος αι. π.Χ.), της ρωμαϊκής/υστερορωμαϊκής (κυρίως 1ος αι. π.Χ.-2ος/3ος αι. μ.Χ.) και της μεταβυζαντινής (18ο αι. κ.ε.). Το γεγονός αυτό δηλώνει εύγλωττα την οικοδομική δραστηριότητα στη νησίδα, καθώς και τη διαχρονική σημασία της.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Piacenza 1688, 220· ΜΙΘ, Κατάστιχο Κοινού Πάτμου 1713· HOA, Patmos· Miklosich – Müller 1890, vol. 6, t. 3, 89· Μηλιαράκης 1890· Κοτσοβίλλης 1899, 392· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 10-12· IGM, Anidra· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 502-503, 505-507, 509-512· ICS 1939, 182· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 217-218· Βρεπίδης 1946· Κρητικός 1961, 36-37, 113, 132· Gorainoff 1965, 292-293· Γεωργιάδης 1978· Φλωρεντής 1980, 128· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 286· Ανθούσα 1991, 46-47, 125, 134-137· Σκανδαλίδης 1994, 21-23, 91, 122· Τσουλκανάκης 1994, 253, 268· Γιαγκάκης 1997, 25· Γιαμαίος 2014, 26, 76, 87-89, 118-120· Κογιόπουλος 2017, 56.

Συντάκτες: Γ.Κ. (ιστορικά στοιχεία) – Κ.Σ. (αρχαιολογικά στοιχεία)

ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΝΑΫΔΡΙΟ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Πετροκάραβο. Άποψη του ανώτερου πλατώματος από τα νοτιοανατολικά . Διακρίνονται κατάλοιπα ναϋδρίου στη βορειοδυτική γωνία του οριοθετημένου από ξερολιθιά χώρου.

Θέση: Πετροκάραβο, ανώτερο πλάτωμα, μεσαίο τμήμα.

Διαστάσεις: μήκος περ. 8 μ., πλάτος περ. 4 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 1 μ., πλάτος εισόδου περ. 0,80 μ., πλάτος εσωτερικού ανοίγματος περ. 0,60 μ.

Πετροκάραβο. Άποψη του ναϋδρίου της Παναγίας από τα δυτικά. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται ο δυτικός χώρος, ενώ σε δεύτερο η αψίδα του ανατολικού χώρου.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Κατά το μέσον του ανώτερου πλατώματος της νησίδας εντοπίζονται κατάλοιπα ναϋδρίου. Πρόκειται για μικρό, δίχωρο, ορθογώνιο κτίσμα, με αψιδωτή τη μία στενή πλευρά του εν είδει ιερού. Η είσοδος βρίσκεται στην απέναντι στενή πλευρά, ενώ οι δύο χώροι επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω στενού ανοίγματος. Η τοιχοποιία έχει κατασκευαστεί με τοπικούς αργούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους, ενώ κατά τόπους παρατηρείται και η χρήση θραυσμάτων κεραμίδων.

Πετροκάραβο. Άποψη του ναϋδρίου της Παναγίας από τα δυτικά. Διακρίνεται η είσοδος.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Οι παραδόσεις της Πάτμου αναφέρουν την ύπαρξη εκκλησίας της Παναγίας στο Πετροκάραβο, χωρίς ωστόσο καμία εξ αυτών να μας δίνει κάποιο στοιχείο για την ακριβή θέση ή για τη μορφή της, προφανώς λόγω της μικρής έκτασης της νησίδας και της απλότητας της κατασκευής. Κατά την επιτόπια έρευνα (5 Οκτωβρίου 2024) στο πλαίσιο του παρόντος Έργου, το συγκεκριμένο κτίσμα αναγνωρίστηκε ως η «Παναγία του Πετροκάραβου». Η ταύτιση αυτή βασίστηκε στο γεγονός ότι η ανατολική στενή πλευρά του είναι αψιδωτή, στοιχείο που το διαφοροποιεί από τα λοιπά οικοδομήματα της νησίδας.

Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης συσχετίζει τα ερείπια του ναϋδρίου, καθώς και των δεξαμενών και των τουλάχιστον είκοσι κελιών που διακρίνονταν στην εποχή του (π. 1935) στο Πετροκάραβο, με το «ἡσυχαστήριο τῆς Πέτρας, τῆς οὔσης πρὸς τὴν Πάτμον», το οποίο μαρτυρείται στην επιδιαθήκη του οσίου Χριστοδούλου (1093), ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Επίσης, ο Γ. Σμυρνάκης παραθέτει τη μαρτυρία ενός συγχρόνου του «ὅτι ἐν ἔτεσι 1900 ἀπέσπασεν εὐχερῶς ἐκ τοῦ χώρου τοῦ ἐν ἐρειπίοις Ναϊδρίου κορμὸν διαμέτρου 0,50 [μ.]», στοιχείο που δηλώνει την ερειπιώδη κατάσταση του κτίσματος πριν από την εγκατάσταση του μοναχού Θεόκτιστου στη νησίδα (π. 1903). Είναι εύλογο να υποτεθεί ότι ο Θεόκτιστος επιχείρησε την επιδιόρθωση του ναϋδρίου, αλλά πιθανώς η σύντομη διαμονή του στο Πετροκάραβο δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση αυτής της εργασίας.

Χρονολόγηση: π. 1900.

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 10-12· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 505-507, 509-512· Κρητικός 1961, 113· Ανθούσα 1991, 46-47, 125, 134-137.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΔΕΞΑΜΕΝΗ

Πετροκάραβο. Άποψη της δεξαμενής από τα βόρεια.

Θέση: Πετροκάραβο, ανώτερο πλάτωμα, πλησίον ανατολικού φρυδιού.

Διαστάσεις: μήκος περ. 1,20 μ., πλάτος περ. 1,20 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος περ. 0,80 μ.

Πετροκάραβο. Άποψη της δεξαμενής από τα βόρεια (λεπτομέρεια). Διακρίνεται η επίχριση με υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι).

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο ανώτερο πλάτωμα της νησίδας, προς το βορειοανατολικό άκρο της και σε μικρή απόσταση από το ανατολικό φρύδι του γκρεμού, εντοπίζεται δεξαμενή. Πρόκειται για φυσικό κοίλωμα του εδάφους, το οποίο αξιοποιήθηκε με την προσθήκη τοίχου και την επίχριση με υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι), το οποίο διατηρείται αποσπασματικά.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η δεξαμενή αυτή δεν θα πρέπει να συγχέεται με τη δεξαμενή που σώζεται δίπλα στο Κελί του Θεόκτιστου (βλ. παρακάτω). Η περιγραφόμενη εδώ κατασκευή ενδέχεται να σχετίζεται με το “παλαιό πηγάδι” το οποίο αργότερα (π. 1903), σύμφωνα με διηγήσεις κατοίκων της Πάτμου, ο μοναχός Θεόκτιστος εντόπισε παρατηρώντας τις κινήσεις ενός κόρακα και στη συνέχεια το καθάρισε και το επαναχρησιμοποίησε. Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης συσχετίζει τα ερείπια των δεξαμενών, καθώς και του ναϋδρίου και των τουλάχιστον είκοσι κελιών που διακρίνονταν στην εποχή του (π. 1935) στο Πετροκάραβο, με το «ἡσυχαστήριο τῆς Πέτρας, τῆς οὔσης πρὸς τὴν Πάτμον», το οποίο μαρτυρείται στην επιδιαθήκη του οσίου Χριστοδούλου (1093), ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου.

Χρονολόγηση: άγνωστη.

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 10-12· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 505-507, 509-512·  Κρητικός 1961, 113· Ανθούσα 1991, 46-47, 125, 134-137.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΚΕΛΙ ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΥ

Πετροκάραβο. Το κελί του Θεόκτιστου (απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη).

Θέση: Πετροκάραβο, μεσαίο πλάτωμα, δυτικό φρύδι.

Διαστάσεις: (α) Κελί (εξωτερικές διαστάσεις): περ. 5,50 (ΒΝ) × 2,70 (ΑΔ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος περ. 2 μ., (β) Δεξαμενή: περ. 2,40 (ΑΔ) × 1,70 (ΒΝ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος περ. 1/1,20 μ.

Πετροκάραβο. Άποψη του κελιού του Θεόκτιστου από τα ανατολικά. Διακρίνονται η δεξαμενή και η νότια και η βόρεια ξερολιθιά.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο μεσαίο πλάτωμα, στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, βρίσκεται σχετικά ισόπεδος χώρος οριοθετημένος από ξερολιθιά. Συγκεκριμένα, δύο ξερολιθιές προσανατολισμού ΑΔ διατρέχουν παράλληλα, σε απόσταση περ. 8 μ. η μία από την άλλη, το μεσαίο πλάτωμα της νησίδας, σε μήκος περ. 11 μ. Εκκινώντας από τα ανατολικά, σε επαφή με το υπερυψωμένο μέτωπο του ριζιμιού βράχου, απολήγουν δυτικά στο φρύδι του γκρεμού. Στο δυτικό πέρας του οριοθετημένου πλατώματος και επάνω στο φρύδι του γκρεμού σώζονται τα κατάλοιπα ορθογωνικής κάτοψης χώρου ενδιαίτησης (κελιού) και όμορης δεξαμενής (κινστέρνας) τραπεζιόσχημης κάτοψης.

Πετροκάραβο. Άποψη του κελιού του Θεόκτιστου από τα βόρεια.

Από το κελί, που είναι από τις καλύτερα σωζόμενες κατασκευές στη νησίδα, διατηρούνται οι τέσσερις περιμετρικοί τοίχοι, ενώ καθώς δεν εντοπίστηκαν άλλοι ενδιάμεσοι, φαίνεται πως πρόκειται για μονόχωρο ενδιαίτημα. Το άνοιγμα εισόδου (περ. 0,80 μ.), από την οποία διατηρείται μόνο το κατώτερο μέρος των παραστάδων της, έχει διαμορφωθεί στη ΝΑ γωνία, στο πάχος του ανατολικού τοίχου. Ο συγκεκριμένος τοίχος είναι περισσότερο κατεστραμμένος σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, οι οποίοι διατηρούνται περίπου στο αρχικό τους ύψος. Αμέσως αριστερά της εισόδου, στο πάχος του νότιου τοίχου και στο κατώτερο μέρος του, έχει διαμορφωθεί κτιστό ερμάριο (0,50 × 0,40 × 0,40 μ.). Οι τοιχοποιίες του κελιού είναι τρίστρωτες, κατασκευασμένες από μεσαίου και μικρού μεγέθους ακατέργαστους λίθους στις παρειές και γέμισμα στο μέσον από μικρότερους λίθους (λατύπη) και θραύσματα κεραμικών. Ίχνη κονιάματος επίχρισης (πηλοκονίαμα) διατηρούνται τοπικά στην εσωτερική όψη του νότιου τοίχου, υποδηλώνοντας πως οι όψεις των τοίχων εσωτερικά και εξωτερικά ήταν επιχρισμένες.

Πετροκάραβο. Η διαμορφωμένη δεξαμενή στα νότια του κελιού του Θεόκτιστου. Άποψη από τα βόρεια.

Στον εξωτερικό χώρο του ενδιαιτήματος, αμέσως νότια του κελιού, δηλαδή συναπτά με τον νότιο τοίχο και έως την ξερολιθιά που οριοθετεί τον χώρο από τα νότια, έχει διαμορφωθεί κτιστή κινστέρνα. Οι περιμετρικοί τοίχοι, όπως και ο πυθμένας της δεξαμενής, επιχρίονται από λεπτή στρώση υδραυλικού κονιάματος (κουρασανιού), που διατηρείται κατά τόπους. Η κινστέρνα φαίνεται πως ήταν ανοικτή, προκειμένου να συλλέγει τα όμβρια ύδατα, ενώ πιθανότατα η χωροθέτησή της στο συγκεκριμένο σημείο σχετίζεται με τη συλλογή των ομβρίων υδάτων από τη στέγη του κελιού, η οποία δεν διατηρείται.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Το 1902, σύμφωνα με πληροφορία του λόγιου ιερομόναχου Γεράσιμου Σμυρνάκη που αναπαράγεται και από μεταγενέστερους συγγραφείς, εγκαταστάθηκε στο Πετροκάραβο για ένα έτος ο μοναχός Θεόκτιστος (1822-1917) από τα Θυάτειρα (Akhisar) της Μικράς Ασίας. Η εγκατάστασή του Θεοκτίστου στη νησίδα επιβεβαιώνεται και από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του μοναστηριακού συμβουλίου της Πάτμου, τα οποία παράλληλα μας πληροφορούν ότι ο μοναχός εγκατέλειψε το Πετροκάραβο λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα (13-19 Απριλίου) του 1903.

Χρονολόγηση: π. 1903.

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 10-12· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 512· Βρεπίδης 1946· Gorainoff 1965, 292-293· Ανθούσα 1991, 46-47, 125, 134-137· Γιαμαίος 2014, 76, 119.

Συντάκτης: K.Σ.

ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)

Ο ερημίτης Θεόκτιστος στο Πετροκάραβο (π. 1903)

L’endroit où il alla chercher refuge était d’une austérité insurpassable. Il ne mérite presque pas le nom d’île, ce rocher solitaire, perdu au milieu des flots, battu par le vent et les vagues, brûlé par le soleil, dépourvu d’eau douce et de végétation dont Theoktistos fit sa demeure. Quelques « paksimadia » trempés dans un peu de vin coupé d’eau lui servaient de nourriture. Les Pères du Désert avaient déjà, comme uniques provisions, ces morceaux de pain d’orge passés deux fois au four, qui ne moisissent jamais et se conservent indéfiniment. Un batelier lui apportait, à intervalles réguliers, de l’eau potable. Le dimanche, il se communiait lui-même. Sur son rocher, Theoktistos était à l’abri des curieux. Etait-il à l’abri du démon ? Ce dernier faillit, un jour, lui jouer un tour pendable. L’été, cette année-là, était particulièrement chaud. Les « meltaini » [meltemi] – vents du Nord – qui soufflent régulièrement à cette époque n’apportaient aucun réconfort. De ses rayons impitoyables, le soleil clouait l’ermite à la roche brûlante. Et l’eau s’évapora et vint à manquer. On s’imagine avec quelle impatience Theoktistos attendait la barque qui devait lui en apporter. En vain. Il avait beau scruter la mer du regard, rien ne venait. Le batelier, avait-il oublié ? Le démon – car c’était bien son œuvre – lui avait-il suggéré, pour le détourner de sa randonnée coutumière, quelque lucrative et urgente besogne ? Theoktistos se prépara à mourir. Déjà sa langue collait à son palais et des hallucinations troublaient sa tête en feu, lorsque le ciel intervint. Un petit nuage – un petit nuage tout rond – arrivant on ne sait pas trop d’où, voguant dans l’éclat imperturbable de l’azur. S’arrêta au-dessus du rocher où défaillait le malheureux et déversa dans les récipients vides du serviteur de Dieu son contenu d’eau. Etait-ce à cause de cette dangereuse expérience, ou pour d’autres raisons qu’on ignore, toujours est-il que Theoktistos revint sur le « continent » qu’était Patmos et alla se sanctifier au sommet d’une montagne nommée Yenoupa.

[πηγή: Gorainoff 1965, 292-293]

Η χλωρίδα και η πανίδα του Πετροκάραβου (π. 1935)

Τὸ ἐμβαδὸν τῆς νησίδος ἀνέρχεται ἔγγιστα τὰ 300□ [τετραγωνικά] μ. καὶ ὑπάρχει ἐπ’ αὐτῆς σπόριμος γῆ μετὰ δασυλλίου, ἀποτελουμένου ἐξ αὐτοφυῶν δένδρων ὁμοίων τό τε φύλλωμα καὶ τοὺς σπόρους πρὸς τριφύλλιον, ὧν τὸ στέλεχος ἤδη τυγχάνει διαμέτρου 0μ.05-0μ.10 καὶ συγκροτεῖται ἐκ σκληροῦ καὶ βαρέος ξύλου, μὴ ἀποβαλλόντος τὸ βάρος κατὰ πολὺ μετὰ τὴν ἐξανθράκευσιν τούτου· τυγχάνει δ’ εὔθραστον τὸ ξύλον τῶν εἰρημένων δένδρων ἰδίᾳ ἐν νωπῇ καταστάσει, τὰ δ’ ἄνθη τούτων, παραπλήσια τοῖς τοῦ τριφυλλίου, χορηγούμενα εἰς ἀφέψημα ἐνέχουσι καθαρτικὴν ἰδιότητα. Ἐκ τῆς νησίδος ταύτης, ἀδεσπότου οὔσης, ἐν ἔτεσι 1913 ἐξήγαγον ἀνθρακεῖς ἐκ τοῦ προαστείου Κάμπου 140-160 στατῆρες ἀνθράκων διὰ τῆς ἐξανθρακεύσεως τῶν ρηθέντων δένδρων, ἅτινα δὲν φύονται εἰς ἑτέρας νήσους ἢ νησίδας ἐκ τῶν ἐγγὺς κειμένων, πλὴν ἔν τινι νησίδι τῶν Κρουσσῶν, καλουμένῃ Ἀσπρονήσι ἕνεκα τῆς λευκῆς συστάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοῦ γαιῶν καὶ βράχων καὶ πρὸς Μ. [Μεσημβρίαν] τούτων διακειμένης. Ἀνήκουσι δὲ τὰ δένδρα ταῦτα εἰς τὴν τάξιν τῶν Ἐβενοφόρων (Ordo ebenaceae) καὶ περιβάλλονται ὑπὸ ἀνωμάλου φαιοχρόου φλοιοῦ, καλύπτοντος τὸ μελανόφαιον στέλεχος τούτων. Τυγχάνουσι δὲ ταῦτα ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ καλουμένου legno santo (λένιο σάντο, ἱερόξυλον, εἶδος ξύλου τῶν Ἰνδιῶν, κλπ.) καὶ κοινῶς ἄβιλος, χρησίμου εἰς κατασκευὴν παγίων καὶ ἐλευθέρων τροχαλιῶν (ράουλα) καὶ πολυσπάστων (moufles) ἐν γένει, δακτυλίων (cuscini, κουζινέττα πρὸς περιστροφὴν ἐντὸς τούτων διαφόρων σιδηρῶν ἀξόνων μηχανῶν, ἢ καὶ ἑλίκων ἀτμοπλοίων). Ἡ προμήθεια τοῦ ξύλου τούτου ἐν τῷ ἐμπορίῳ προέρχεται ἐξ Ἀμερικῆς (Βενεζουέλα τῆς Ν. Ἀμερικῆς) καθὼς καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, Ἰνδιῶν καὶ λοιπῶν. Ἡ ἐπίχρισις τῶν ἀνωτέρω τροχαλιῶν δι’ ἐλαίου καθὼς καὶ ἡ διαβροχὴ τούτων δι’ ὕδατος μεγάλως ἐπαυξάνουσι τὴν σκληρότητα τοῦ ἐξ οὗ συντίθενται αὗται ξύλου· πωλεῖται δὲ τὸ εἰρημένον ξύλον κατὰ χιλιόγραμμον ἐν οὐχὶ εὐώνῳ τιμῇ. Ἄπορον ὅλως ἡ ὕπαρξις τούτου μόνον εἰς τὰς ρηθείσας νησίδας· οὐδόλως ἀμφίβολον ὅτι ἐσπάρη ὑπὸ μοναχῶν ἀσκησάντων ἐπ’ αὐτῶν ἢ ἀνεφύη ἐκ κόπρου πτηνῶν τὰ ὁποῖα εἶχον φάγῃ σπόρους τοιούτου δένδρου. Ἐν ἔτεσι 1889 δύο Ἄγγλοι θηρεύοντες πέρδικας ἐν τῇ νήσῳ [Πάτμω] συνήντησαν πρὸς τὸ βόρειον ταύτης τμῆμα (Φυρρό) ἀνθρακέα παρασκευάζοντα τὴν κάμινον αὑτοῦ διὰ τοιούτων ξύλων κομισθέντων ἐκ τῆς νησίδος τοῦ Πετροκαράβου. Οὗτοι ἐξεπλάγησαν ἐπὶ τῇ ὑπάρξει τοιούτου ξύλου ἐν τῇ ρηθείσῃ νησίδι καὶ ἀπέτρεψαν τὸν ἀνθρακέα ἵνα καταστρέφῃ τοιαῦτα πολύτιμα ξύλα· ἠγόρασαν δὲ παρ’ αὐτοῦ ἱκανὰ κεκομμένα εἰς μικρὰ εὐφόρητα τμήματα. Εἷς ἐπιζῶν πεντηκοντούτης ἀφηγήσατο ἡμῖν ὅτι ἐν ἔτεσι 1900 ἀπέσπασεν εὐχερῶς ἐκ τοῦ χώρου τοῦ ἐν ἐρειπίοις Ναϊδρίου [του Πετροκαράβου] κορμὸν διαμέτρου 0,50 ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ξύλου. Ἐν τῇ ἐν λόγῳ νησίδι ἐκφύονται ἀγριοκράμβαι, ἀγριόπρασα καὶ ἄφθονα γλυκόρριζα, οἱ δὲ μύρμηκες ἢ ἕτερόν τι ἔντομον ἤ ἑρπετὸν τυγχάνουσιν ἄγνωστα ἐκτὸς κρητικῶν κοχλιῶν, ἐνσπαρέντων ὑπὸ τῶν ἄλλοτε καταβιωσάντων Ἐρημιτῶν ἐν αὐτῇ.

[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 509-512]

Στο δεύτερο [Πετροκάραβο] υπήρχε, στην εποχή μου, ένα δέντρο, με το όνομα τσιμισίρι [πύξος], όχι πολύ μεγάλο που, όταν έριχνες τα κλαδιά του στο νερό, βούλιαζαν σαν μολύβι. Οι παλιοί μας το κόβανε για ξυλοκάρβουνα. Εκείνο που έγινε αιτία να εξαφανιστεί, ήταν η ιδέα να πάνε κατσίκια στο νησί. Καθώς είναι και αυτό άνυδρο, το καλοκαίρι, τα ζώα που διψούσανε, έτρωγαν τις φλούδες των δέντρων, με αποτέλεσμα να ξεραθούν όλα. Το μόνο που, ακόμη, φυτρώνει, είναι ένα είδος μαρουλιού με μακριά φύλλα και γλυκιά γεύση. Και αυτό κινδύνεψε να εξαφανιστεί, αφού στο σημείο που φυτρώνει, κουβάλησαν και κουνέλια.

[πηγή: Γιαμαίος 2014, 26]

Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.