Μαράθι (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Το Μαράθι βρίσκεται στα νοτιοδυτικά των Αρκιών. Πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου των Αρκιών με εμβαδόν 0,355 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 3,973 χλμ.

Το Μαράθι, αν και δεν μαρτυρείται άμεσα στις αρχαίες πηγές, πιθανότατα περιλαμβάνεται στο νησιωτικό σύμπλεγμα που ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει ως Argiae, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. ,και το οποίο έχει ταυτιστεί με τους Αρκιούς. Περισσότερες πληροφορίες για το Μαράθι κατά την αρχαιότητα αντλούμε από τα ευρήματα, που δεδομένου του μεγέθους της νησίδας είναι ιδιαίτερα αξιόλογα. Τα αρχαιότερα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στο Μαράθι εντοπίζονται στο νότιο ύψωμα, στη θέση Βίγλα. Πρόκειται για περιορισμένα υπολείμματα τοίχων, καθώς και θραύσμα τροχήλατου χρηστικού αγγείου, πιθανώς της Μεσοχαλκής ή Υστεροχαλκής περιόδου (2η χιλιετία π.Χ.), το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Αρχοντικό Νικολαΐδη, στην Πάτμο.

Μαράθι. Τα κατάλοιπα του οικισμού των νεοτέρων χρόνων και το ναΰδριο του Αγίου Νικολάου. Πάνω από το ναΰδριο, προς τα αριστερά, διακρίνεται ο Θόλος, ενώ στα δεξιά του ναϋδρίου ένα αλώνι.

Όσον αφορά τους ιστορικούς χρόνους, αναμφισβήτητα το πλέον εντυπωσιακό εύρημα, τόσο λόγω κατασκευής όσο και λόγω μεγέθους, αποτελεί ο Θόλος, η μονόχωρη θολωτή κατασκευή των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, που πιθανώς ταυτίζεται με ταφικό μνημείο. Στην ίδια θέση, λίγο ανατολικότερα, βρίσκεται το σύγχρονο ναΰδριο του Αγίου Νικολάου, το οποίο φαίνεται πως έχει ιδρυθεί σε μέρος των καταλοίπων παλαιότερης εκκλησίας, πιθανώς τρίκλιτης βασιλικής της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Στην ίδια περίοδο πιστώνονται τα κατάλοιπα εγκατάστασης, που εντοπίζονται κατά μήκος της βόρειας ακτής της νησίδας, στη θέση Ελληνικό/Καμίνι, μεταξύ των οποίων αναγνωρίζονται αναλημματικοί τοίχοι και οικοδομήματα, μία θολωτή δεξαμενή και ένας κεραμικός κλίβανος, γεγονός που καθιστά τη συγκεκριμένη περίοδο ως αυτήν με το πλέον έντονο αρχαιολογικό αποτύπωμα.

Οι παλαιότερες μνείες του Μαραθιού εντοπίζονται σε έγγραφα και κώδικες του αρχείου της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου και ανάγονται στις αρχές του 18ου αιώνα. Στις πηγές αυτές, όπως και στις ελληνικές πηγές του 19ου αιώνα, η νησίδα απαντά πάντοτε ως Μαράθη/Μαράθι(ον). Ωστόσο, λίγο πριν από τα μέσα του ίδιου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες το Μαράθι, ενώ αποτυπώνεται με ακρίβεια, ονομάζεται Maratho. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), χρησιμοποιείται, κατά κανόνα, η εξιταλισμένη γραφή της ελληνικής ονομασίας (Marati). Κατά συνέπεια, το όνομα Μάραθο(ς), με το οποίο αναφέρεται η νησίδα σε ελληνικά κείμενα και χάρτες του 20ού αιώνα, φαίνεται να αποτελεί αντιδάνειο από τους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Πάντως, το τοπωνύμιο Μαράθι θεωρείται ότι προέρχεται από το φυτώνυμο “μάραθο(ς)”.

Μαράθι. Άποψη κτηνοτροφικής εγκατάστασης στον παλαιό οικισμό.

Το πολύνησο των Αρκιών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το Μαράθι, περιήλθε στην κυριότητα της μονής του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου το 1088, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Κατά την οθωμανική περίοδο, αν είναι ακριβής η πληροφορία ενός φιρμανιού του Μαχμούντ Α΄ (1737), οι μοναχοί της Πάτμου διατηρούσαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το Μαράθι, όπως και τη Στρογγυλή, τους Αρκιούς και το Αγαθονήσι, για τη βόσκηση προβάτων και άλλων ζώων ήδη από την εποχή της οθωμανικής κατάκτησης· ας προστεθεί ότι η σουλτανική αυτή διαταγή είχε εκδοθεί μετά από αίτημα των μοναχών, καθώς ένας κάτοικος της Πάτμου ονόματι Κώστας τους απαγόρευε τότε να βόσκουν τα πρόβατά τους εκεί. Επίσης, ο Άγγλος Roberts, στην περιγραφή των νησιών του Αρχιπελάγους που συνέταξε κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, μας πληροφορεί ότι τα τρία μικρά νησιά που αποτελούν τους Αρκιούς Archo), τα οποία ασφαλώς θα πρέπει να ταυτίσουμε με τις μεγαλύτερες νησίδες του πολύνησου (Αρκοί, Αγρελούσα, Μαράθι), κατοικούνταν από μερικούς Έλληνες ερημίτες (some Greek Hermits), οι οποίοι εξέτρεφαν πολλές κατσίκες για λογαριασμό της μονής Πάτμου. Πράγματι, μερικά χρόνια μετά, οι νησίδες αυτές, όπως και άλλες γαίες των οποίων είχε τη νομή η ίδια μονή κατά την οθωμανική περίοδο, αναφέρονται μισθωμένες από μέλη της μοναχικής αδελφότητας, τα οποία ασφαλώς είχαν αναθέσει τη βόσκηση αλλά και την καλλιέργεια των νησίδων σε λαϊκούς. Συγκεκριμένα, ο ιερομόναχος Σάββας (πιθανώς ο Σάββας Ξένος, γιος του παπα-Νικόλα, †1742) μαρτυρείται σε έναν κώδικα να πακτώνει το 1716 το Μαράθι για δέκα χρόνια έναντι πέντε ρεαλίων ετησίως. Έναν αιώνα αργότερα, η νομή του Μαραθιού, όπως και της Αγρελούσας, είχε εκχωρηθεί από τη μοναχική αδελφότητα στον σχολάρχη της Πατμιάδας Μισαήλ Μαργαρίτη. Μετά τον θάνατό του (†1819), όπως η Μονή ανέφερε το 1829 στις αρχές της Ελληνικής Πολιτείας, οι ίδιες νησίδες είχαν πωληθεί εφ’ όρου ζωής στον ηγούμενο Βενιαμίν Γρημάνη (†1856) έναντι 100 γροσίων.

Μαράθι. Κατάλοιπα αλωνιού στο βόρειο άκρο του παλαιού οικισμού. Άποψη από τα νότια. Πίσω από το αλώνι φαίνεται το βόρειο τμήμα της νησίδας, ενώ στο βάθος διακρίνονται οι Αρκοί.

Το 1828, όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει ότι το Μαράθι αποτελούσε ιδιοκτησία της και ότι, μετά από εκχερσώσεις εκτάσεων με σχίνους και άλλους θάμνους, είχε σπόριμη γη δεκαπέντε κοιλών δημητριακών καρπών (περ. 385-425 χλγρ.), αλλά δεν είχε κανένα δέντρο, ήμερο ή άγριο· επίσης, είχε αναφέρει ότι η νησίδα δεν διέθετε άλλα πηγαία ύδατα πέρα από ένα αναβρυτικό πηγάδι. Τον επόμενο αιώνα, ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, ο οποίος επισκέφθηκε το Μαράθι ακριβέστερα τις ημέρες του Πάσχα του 1914, γράφει ότι ήταν καλυμμένο με σχίνους, αλλά ότι είχε σπόριμη γη περίπου τριάντα κοιλών (περ. 770-845 χλγρ.), ενώ υπήρχαν στη νησίδα και γύρω στα 150 αιγοπρόβατα. Αν οι δύο προαναφερόμενες εκτιμήσεις για τη σπόριμη γη του Μαραθιού είναι ορθές, τότε θα πρέπει να υποθέσει κανείς ότι είχε εκχερσωθεί σημαντικό τμήμα της νησίδας μετά το 1828.

Μαράθι. Άποψη του του κύριου όρμου και του μικρού λιμανιού από τα δυτικά. Στα δεξιά φαίνεται το Σπαλαθρονήσι, ενώ στο βάθος οι Αρκοί.

Επιπλέον, ο Γ. Σμυρνάκης διευκρινίζει ότι «πηγαῖα φρέατα» βρίσκονταν δίπλα στον κύριο όρμο του Μαραθιού· πρόκειται μάλλον για το παλαιό πηγάδι στα νότια της αμμώδους παραλίας για το οποίο μιλούν και σήμερα οι κάτοικοι. Πάντως, όπως προσθέτει ο Σμυρνάκης, μόνο μερικές γαίες του Μαραθιού ανήκαν τότε στη Μονή, η οποία τις εκμίσθωνε εισπράττοντας κάθε χρόνο τέσσερις οθωμανικές λίρες.

Πράγματι, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Μαραθιού είχε αλλάξει το 1869, όταν, μετά από εισήγηση προς τις οθωμανικές αρχές της Ρόδου «κακοβούλων τινῶν καὶ ἀγνωμόνων Πατμίων», όπως σημειώνει ο Γ. Σμυρνάκης, ο διοικητής της Κω, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Πάτμος, έλαβε διαταγή να διανείμει σε ιδιώτες τίτλους νομής γαιών στο Μαράθι και σε άλλες νησίδες στις οποίες είχε ιδιοκτησίες η μονή Πάτμου. Εντούτοις, η Μονή δεν έπαψε να πληρώνει τον κατ’ αποκοπή φόρο που αντιστοιχούσε σε αυτές τις νησίδες και κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες, με τη συνδρομή της κοινότητας της Πάτμου αλλά και του οικουμενικού πατριαρχείου, για την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος. Το 1878 αρκετοί κάτοχοι των προαναφερόμενων τίτλων, «θείῳ ζήλῳ κινούμενοι», τους παραχώρησαν στη Μονή· σε ό,τι αφορά το Μαράθι, οι Δημήτριος Μαθιουλάκης, Δημήτριος Κατελανάκης, Εμμανουήλ Φούντης, Ιάκωβος Ρόζος, Ιωάννης Φωτεινός και Ιωάννης Γένης είχαν παραδώσει τότε στη Μονή τους τίτλους που κατείχαν. Παρ’ όλα αυτά, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησίδων είχε μεταβληθεί άρδην, καθώς μόνο η νομή των αρόσιμων γαιών τους είχε επανέλθει στη Μονή, ενώ οι βοσκήσιμες γαίες τους εκμισθώνονταν πλέον με πλειστηριασμό από τις τοπικές κρατικές αρχές. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), αν και το μοναστηριακό συμβούλιο είχε απευθυνθεί προς τις ιταλικές αρχές της Ρόδου ήδη από την αρχή της κατοχής ζητώντας να περιέλθουν εκ νέου οι νησίδες στην αποκλειστική κυριότητα της Μονής. Ενδεικτικά, σε ό,τι αφορά το Μαράθι, οι αρόσιμες γαίες είχαν εκμισθωθεί από τη Μονή στους Μιχάλη Κ. Κάβουρα (π. 1899), Γιάννη Σιδερή και Μ. Κ. Κάβουρα (1899-1902), Χριστόδουλο Γρύλλη (1902-1907), Μιχαήλ Κώνστα (1907-1919) και Γεώργιο Μ. Κώνστα (1919-1935), ενώ οι βοσκήσιμες γαίες είχαν εκμισθωθεί από τις ιταλικές αρχές της Πάτμου στον Μιχαήλ Ι. Στράτα (1923-1933). Συγκεκριμένα, οι βοσκήσιμες γαίες του Μαραθιού είχαν ενοικιαστεί στον Μ. Ι. Στράτα μαζί με εκείνες άλλων νησίδων της Πάτμου και των Αρκιών και, κατά πάσα πιθανότητα, υπεκμισθώνονταν από τον Στράτα σε κτηνοτρόφους, οι οποίοι και διέμεναν εποχιακά ή μόνιμα στις νησίδες.

Μαράθι. Άποψη από τα νοτιοδυτικά του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου.

Το 1828 η μονή Πάτμου, γνωστοποιώντας στην τοπική δημογεροντία στοιχεία σχετικά με τις ιδιοκτησίες της μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης, είχε δηλώσει επίσης ότι το Μαράθι είχε ένα οίκημα και μία εκκλησία, η οποία θα πρέπει να βρισκόταν στη θέση του σημερινού ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου. Αργότερα (1881), το κτηματολόγιο της Μονής μας πληροφορεί ότι, πέρα από την εκκλησία, στη νησίδα υπήρχαν μερικές οικίες που είχαν αναγερθεί με δικά της έξοδα. Αν η πληροφορία του 1828 για ένα μόνο οίκημα στο Μαράθι είναι ακριβής, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι στο διάστημα των ετών 1828-1869 ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων είχε αυξηθεί και ένας μικρός οικισμός μερικών κατοικιών είχε αναπτυχθεί κοντά στο ναΰδριο για τη στέγαση των “γεωργοποιμένων” των μοναστηριακών χωραφιών. Αξίζει να προστεθεί ότι ο ενοικιαστής αυτών των γαιών υποχρεωνόταν, μεταξύ άλλων, να συντηρεί με δικά του έξοδα τα υπάρχοντα οικήματα και, επίσης, να φωταγωγεί τον «ἐν τοῖς χωραφίοις τούτοις ὑπάρχοντα Ἱερὸν Ναόν» και να τελεί τις κανονικές σε αυτόν ιεροτελεστίες και αρτοκλασίες.

Το 1914, σύμφωνα με τον Γ. Σμυρνάκη, στο Μαράθι υπήρχαν τέσσερις ποιμενικές κατοικίες «ἐκτισμέναι ἐπὶ παλαιῶν ἐρειπίων, ἐφ’ ὧν εὑρέθησαν βυζαντιακὰ νομίσματα», στις οποίες διέμεναν δεκατρείς άνδρες και δέκα γυναίκες (23 άτομα). Μια δεκαετία μετά, ο Σάμιος οπλαρχηγός Ιωάννης Γιαγάς, ο οποίος διωκόμενος από τις αρχές του νησιού του είχε καταφύγει στους Αρκιούς για περίπου είκοσι μήνες (07.1923-03.1925), μας διευκρινίζει στα απομνημονεύματά του ότι στο Μαράθι ήταν εγκατεστημένη «η πατριαρχική οικογένεια του γέρο Κάβουρα». Ο σύγχρονος του Γιαγά, Francesco Cicarone, διοικητής του σταθμού καραμπινιέρων της Πάτμου, σε αναφορά του προς τις ιταλικές αρχές της Λέρου (1928), κάνει λόγο για πέντε οικογένειες και 31 άτομα στο Μαράθι, πράγμα που σημαίνει ότι ο πληθυσμός είχε λίγο αυξηθεί.

Άποψη της Αγρελούσας (στα αριστερά) και της Στρογγυλής (στο κέντρο) από το Μαράθι.

O Ιταλός στατιστικολόγος Livio Livi, ο οποίος επισκέφθηκε τα Δωδεκάνησα το θέρος του 1938, μας εξηγεί ότι ο γενάρχης των οικογενειών που κατοικούσαν τότε στο Μαράθι (ενν. ο γερο-Κάβουρας) ήταν ένας κτηνοτρόφος που είχε εγκατασταθεί εκεί πριν από περίπου σαράντα χρόνια (δηλ. στα τέλη του 19ου αι.) ως ενοικιαστής των γαιών της μονής Πάτμου και ότι, μετά τον θάνατό του, ζούσαν πλέον εκεί οι τρεις γιοι του με τις οικογένειές τους και οι δύο ανύπαντρες κόρες του· αυτοί εκμεταλλεύονταν και τις γειτονικές νησίδες Αγρελούσα, Στρογγυλή και Σπαλαθρονήσι. Ωστόσο, ο πληθυσμός του Μαραθιού, σύμφωνα με την ιταλική διοίκηση, ανερχόταν τότε (1938) σε δεκαπέντε άτομα. Μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948) και μέχρι τη δεκαετία του 1960, τα δεδομένα των ελληνικών απογραφών μας δείχνουν ότι ο πληθυσμός της νησίδας παρέμεινε σχετικά σταθερός (21-26 άτομα).

Μαράθι. Ο “φρουρός” του Θόλου.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Pliny, Naturalis historia, 5.133-135· Roberts 1699, 40-41· ΜΙΘ, Α.Κ. 1009, φ. 120v· ΜΙΘ, Α.K. 1004, φ. 65r· ΜΙΘ, Α.Κ. 1005, 168· ΜΙΘ, Α.Κ. 1011, 136· ΜΙΘ, Α.Κ. 1015, φ. 366v, 379v· ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 813· HOA, Patmos· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1876-1882), 45-46· ΜΙΘ. Φ. 74, 03.06.1878, χ.χ.· ΜΙΘ, Α.Κ. Κώδιξ ενοικιαστηρίων και πωλητηρίων (1883-1912), 315-317, 450-451, 591-592· Miklosich – Müller 1890, vol. 6, t. 3, 65· Κοτσοβίλλης 1899, 387· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 712, 752· ΜΙΘ, Βιβλίον κτημάτων (1913-1925), φ. 62-63, 105· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1917, φάκ. 8, τμ. 2/4, 21.02.1916· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 29.07.1923· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 20.03.1928, 31.08.1928· IGM, Archi· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 60-61· Desio 1931, 54-55, πιν. ΙΙΙ· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Β΄, 154-160, 163-164 και τ. Ε΄, 555-556· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 220· Livi 1940, 55, 70-71, 79· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 211· ΓΥΣ, Λέρος· Δαφνής – Κωστής 1987, τ. Η΄, 328· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 288· Γιαγκάκης 1994, 8, 15· Σκανδαλίδης 1994, 12, 29-30, 125, 170, 174, 177· Βαρβούνης 1997, 514-515, 538· Γιαγκάκης 1997, 24· Γεροζήσης 1998, 149, 152, 247-248, 430, 465, 504, 577-578· Πίκουλας 1999, 208-209· Βολανάκης 2000, 1186-1187· Κρικρής 2000, 76, 78· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2006, 1270· Τριανταφυλλίδης 2006, 187 σημ. 58· Μελιανός 2012, 134· Καρδάση 2013, 19-22· Ursinus 2019, 205-206, 245, 253· Μαρκέτου 2023, 48.

Συντάκτες: Κ.Σ. (αρχαιότητα) – Γ.Κ. (νεότερα χρόνια)

ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΘΟΛΟΣ

Μαράθι. Ο Θόλος και το ναΰδριο του Αγίου Νικολάου. Άποψη από τα δυτικά.

Θέση: Άγιος Νικόλαος.

Διαστάσεις: εξωτερικές διαστάσεις 9,80 (ΒΝ) × 5,60 (ΑΔ) × 4,50 (ύψος) μ., εσωτερικές διαστάσεις 8 (ΒΝ) × 4 (ΑΔ) × 4 (ύψος) μ., άνοιγμα παραθύρου 0,70 × 0,80 × 1,20 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε όμορη θέση δυτικά του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου και εκτός του σύγχρονου περιβόλου του ναϋδρίου εντοπίζεται μεγάλη μονόχωρη θολωτή κατασκευή των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων με ιδιαίτερα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, τα οποία γίνονται αντιληπτά μόλις κανείς βρεθεί στο εσωτερικό της. Πρόκειται για ορθογώνιο χώρο προσανατολισμού ΒΝ, που καλύπτεται με ημικυλινδρική καμάρα.

Μαράθι. Άποψη από τα νότια του εσωτερικού του Θόλου.

Η κατασκευή διαιρείται καθ’ ύψος σε δύο μέρη με επιμέρους χαρακτηριστικά. Το κατώτερο μέρος ύψους 1,80 μ., που ανταποκρίνεται στη βάση του οικοδομήματος, αποτελείται από οπτόπλινθους τοποθετημένους σε οριζόντιες στρώσεις (opus testaceum). Στις μακρές πλευρές, πάνω από την πλίνθινη υπόβαση, η όψη αποτελείται από λιθοδομή ορθογωνικών λίθων τοποθετημένων επίσης σε οριζόντιες στρώσεις (opus reticulatum), διαμορφώνοντας μία ζώνη ύψους 1 μ. έως τη στάθμη γένεσης του θόλου. Στις στενές πλευρές, η ανώτερη αυτή στρώση είναι ευρύτερη (2,20 μ.), καθώς περιλαμβάνει τα τύμπανα του θόλου και αποτελείται από ημικατεργασμένους λίθους σε οριζόντιες στρώσεις, άτακτα τοποθετημένους, τεχνική σύμφωνα με την οποία αρθρώνονται και οι εξωτερικές όψεις του οικοδομήματος (opus incertum). Για τη σύνδεση όλων των δομικών στοιχείων έχει χρησιμοποιηθεί ποζολανικό ασβεστοκονίαμα (περιλαμβάνονται τεμάχια θραυστού κεραμιδιού), ενώ ο πυρήνας της τοιχοποιίας και το γέμισμα των εξωραχίων του θόλου αποτελείται από λιθόδεμα.

Μαράθι. Άποψη από τα βόρεια του εσωτερικού του Θόλου. Στο βάθος φαίνεται το άνοιγμα παραθύρου.

Η κατασκευή του εντυπωσιακού ημικυλινδρικού θόλου αποτελείται από νευρώσεις και γέμισμα. Τρία τόξα αποτελούν τις νευρώσεις, όπως φαίνεται και από την κατά μήκος διάταξή τους. Το βορειότερο τόξο βρίσκεται στη γένεση του θόλου, το μεσαίο στο μέσον του μήκους του και το νότιο στο μέσον της απόστασης από το ενδιάμεσο τόξο έως την απόληξη της καμάρας στα νότια.

Μαράθι. Θόλος. Το μεσαίο τόξο-νεύρωση. Διακρίνεται η επικάλυψη των επιφανειών με κονίαμα.

Το μεσαίο και το νότιο τόξο είναι ισοπλατή (1 μ.) και αποτελούνται από οπτόπλινθους σε ακτινωτή διάταξη, ενώ το βορειότερο τόξο, που είναι λεπτότερο (0,80 μ.), είναι κατασκευασμένο σύμφωνα με τη μικτή τεχνική (opus mixtum), δηλ. από εναλλασσόμενες στρώσεις λίθων και τριών οπτόπλινθων ακτινωτά τοποθετημένων. Στα τρία διάχωρα μεταξύ των τόξων-νευρώσεων η κατασκευή του θόλου διαιρείται σε δύο ζώνες. Η κατώτερη ζώνη ύψους 1 μ., η οποία ταυτίζεται με τη γένεση του θόλου, αποτελείται από μικτή τεχνική (opus mixtum), δηλ. από εναλλασσόμενες στρώσεις ορθογωνικών ή τετράγωνων λίθων με οπτόπλινθους, που σε αυτήν την περίπτωση έχουν πάχος μίας οπτόπλινθου. Η ανώτερη ζώνη έως την κορυφή του θόλου αποτελείται από οπτοπλινθοδομή με τεχνική όμοια και στα τρία διάχωρα. Την περίμετρο κάθε διάχωρου διαμορφώνουν οπτόπλινθοι ακτινωτά τοποθετημένοι, ενώ στο κέντρο οι οπτόπλινθοι είναι τοποθετημένοι κατακόρυφα.

Μαράθι. Θολωτή κατασκευή. Λεπτομέρεια μικτής τοιχοποιίας (opus mixtum) στη γένεση του θόλου μεταξύ του ενδιάμεσου και του νότιου τόξου.

Μάλιστα, στο πρώτο και στο δεύτερο διάχωρο έχουν τοποθετηθεί από ένα ζευγάρι τυφλών κυκλικών πήλινων σωλήνων, κοντά στην κορυφή του θόλου, λειτουργώντας πιθανότατα ως εξαερισμός υγρασίας. Το εσωτερικό του χώρου φαίνεται πως ήταν επιχρισμένο από ασβεστοκονίαμα, τμήματα του οποίου διατηρούνται περιμετρικά σε διάφορα σημεία.

Από την αρχική φάση της κατασκευής διατηρείται ακέραιο ένα άνοιγμα, στο μέσον της νότιας πλευράς, επάνω από την πλίνθινη υπόβαση του χώρου. Το πλαίσιο του ανοίγματος είναι λιθόδμητο και τα οριζόντια στοιχεία του (ανώφλι, κατώφλι) μονολιθικά. Από τον ξυλότυπο κατασκευής του θόλου διατηρούνται δύο δοκοθήκες (σκαλότρυπες) στην εσωτερική πλευρά του δυτικού τοίχου. Η βορειότερη (0,26 × 0,22 μ.) βρίσκεται κάτω από τη γένεση του μεσαίου τόξου-νεύρωσης και η νοτιότερη (0,28 × 0,20 μ.) βρίσκεται κοντά στο πέρας του τοίχου στα νότια.

Το εσωτερικό του χώρου είναι σήμερα προσβάσιμο από μεγάλο ακανόνιστο άνοιγμα-κρήμνισμα στη δυτική πλευρά, το οποίο μαζί με αντίστοιχο μικρότερο άνοιγμα-κρήμνισμα στην κορυφή του θόλου είναι νεότερα και σχετίζονται με τη μετατροπή του χώρου σε ποιμνιοστάσιο. Σύμφωνα μάλιστα με προφορική μαρτυρία του Δημήτρη Κάβουρα, μόνιμου κατοίκου του Μαραθίου, τα συγκεκριμένα ανοίγματα οφείλονται στον παππού του, ο οποίος διάνοιξε το μεν μεγαλύτερο στον δυτικό τοίχο, προκειμένου να επιτρέψει την είσοδο αιγοπροβάτων στο εσωτερικό, και το δε μικρότερο στην κορυφή του θόλου, προκειμένου να ρίχνει από εκεί την τροφή τους.

Μαράθι. Θολωτή κατασκευή. Κάλυψη του θόλου μεταξύ του βόρειου και του ενδιάμεσου τόξου με κατακόρυφα τοποθετημένες οπτόπλινθους. Διακρίνεται το ζεύγος των τυφλών πήλινων σωλήνων.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Όπως γίνεται φανερό, η θολωτή κατασκευή στο Μαράθι παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την ερμηνεία της. Η διάρθρωση του θόλου από νευρώσεις και γεμίσματα με οπτόπλινθους κατακόρυφα τοποθετημένους αποτελεί τεχνική γνωστή για τη συμβολή της στην ταχύτερη ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, καθώς τα μόνα στοιχεία του θόλου που κατασκευάζονται με ξυλότυπο είναι οι νευρώσεις. Μετά την αποπεράτωσή των τόξων, τα οικοδομικά συνεργεία μπορούν να κατασκευάζουν παράλληλα τα γεμίσματα της καμάρας.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η πλήρωση των θόλων με οπτόπλινθους κατακόρυφα τοποθετημένους απαντά μόνο στο ανατολικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με εξέχοντα παραδείγματα της τεχνικής να εντοπίζονται κυρίως σε αυτοκρατορικά συγκροτήματα της περιόδου της Τετραρχίας στο Split της Κροατίας, στη Θεσσαλονίκη (Αψίδα Γαλερίου, Ροτόντα, Ωδείο), στο Gamzigrad (Felix Romuliana) και στο Šarkamen της Σερβίας. Η κατασκευή μάλιστα των συγκροτημάτων έχει διαπιστωθεί βάσει αρχαιολογικών δεδομένων ότι έλαβε χώρα την ίδια χρονική περίοδο (περ. 298-310 μ.Χ.). Ωστόσο, το νεότερο γνωστό παράδειγμα της συγκεκριμένης τεχνικής εντοπίζεται στην κυρίως Ελλάδα, στο Άργος, σε καμαροσκέπαστο διάδρομο λουτρικού συγκροτήματος, που τοποθετείται χρονολογικά στο α΄ ήμισυ του 2ου αι. μ.Χ.

Πέραν της συγκεκριμένης τεχνικής, η κατασκευή με οπτόπλινθους (opus testaceum), χαρακτηριστική για την οικοδομική των ρωμαϊκών χρόνων, έχει διαπιστωθεί ότι στην περιοχή της Μικράς Ασίας, στην πολιτισμική σφαίρα της οποίας εγγράφονται εν γένει τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αφενός εισάγεται αρκετά αργά και αφετέρου δεν έτυχε ποτέ εκτεταμένης εφαρμογής. Εκτός από ορισμένα μεμονωμένα παραδείγματα, είναι γενικά αποδεκτό ότι ο συγκεκριμένος τύπος κατασκευής εμφανίζεται στην περιοχή της Μικράς Ασίας από την περίοδο των Φλαβίων αυτοκρατόρων (β΄ ήμισυ 1ου αι. μ.Χ.), ενώ γίνεται συνηθέστερος από τον 2ο αι. μ.Χ. και εξής. Η χρήση οπτόπλινθων στη ρωμαϊκή Μικρά Ασία εντοπίζεται κυρίως σε δημόσια κτίρια (λουτρικά συγκροτήματα, υδραγωγεία). Πάντως, τα μνημεία στα οποία χρησιμοποιούνται οπτόπλινθοι είναι πολύ λίγα σε σχέση με τον εντυπωσιακό όγκο των οικοδομημάτων που ανεγείρονται συλλήβδην την περίοδο αυτή στις μικρασιατικές πόλεις καθ’ όλη τη διάρκεια του 2ου και μέρους του 3ου αιώνα μ.Χ. Ειδικά ως προς τα δημόσια οικοδομήματα η εφαρμογή του ρωμαϊκού κατασκευαστικού λεξιλογίου έχει συσχετιστεί με τη δράση των ρωμαϊκών, επαρχιακών, οικονομικών και κοινωνικών ελίτ, στον ευεργετισμό των οποίων οφείλεται η υλοποίηση μεγάλων έργων.

Σε αυτό το πλαίσιο η ερμηνεία της κατασκευής στο Μαράθι είναι μάλλον αβέβαιη. Το κτίριο καταγράφεται ως δεξαμενή στις ελάχιστες βιβλιογραφικές αναφορές που το μνημονεύουν, σε συνδυασμό ίσως με την ύπαρξη παλαιοχριστιανικής τρίκλιτης βασιλικής, σε μέρος των ερειπίων της οποίας έχει ανεγερθεί το μεταγενέστερο ναϋδριο του Αγ. Νικολάου. Ωστόσο, με βάση τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τη χρονολόγησή της, η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν φαίνεται να ευσταθεί. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι μηχανισμός πλήρωσης ή διαμόρφωση άντλησης υδάτων δεν εντοπίζεται, καθώς το άνοιγμα-κρήμνισμα στην κορυφή του θόλου είναι νεότερο, ενώ παράλληλα τα εντοιχισμένα πήλινα ζεύγη σωλήνων της αρχικής φάσης είναι τυφλά. Επιπλέον οι διαστάσεις της κατασκευής είναι πολύ μεγάλες, λαμβάνοντας υπ’ όψη την έκταση της νησίδας και συνακόλουθα τη φέρουσα ικανότητά της. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι στο Μαράθι, σε αντίθεση με τους γειτονικούς Αρκιούς, υπάρχουν φυσικές πηγές νερού.

Μία άλλη κατηγορία –περιορισμένου αριθμού– μνημείων, στην οποία απαντά η χρήση οπτόπλινθων στην περιοχή της Μικράς Ασίας είναι οι τάφοι. Η εφαρμογή της τεχνικής απαντά μόνο στο εσωτερικό των ταφικών θαλάμων, ενώ ταφικά μνημεία κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου από οπτόπλινθους φαίνεται να απουσιάζουν. Νεότερα δεδομένα από την ανασκαφή της Μιλήτου στην περιοχή της νεκρόπολης έχουν αποκαλύψει αντίστοιχα ταφικά μνημεία, στα οποία εφαρμόζεται οπτοπλινθοδομή και ο ταφικός θάλαμος καλύπτεται από ημικυλινδρικό θόλο, με το πρωιμότερο μάλιστα γνωστό παράδειγμα να είναι σύγχρονο με την κατασκευή στο Μαράθι. Ο συγκεκριμένος τύπος ταφής εμφανίζεται στην Ιωνία, εκτός από τη Μίλητο, και στην Έφεσο, ενώ παραδείγματα του επισημαίνονται σε πολλές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας στην Καρία (Ιασός, Αλικαρνασσός, Κέραμος), στη Λυκία και στην Κιλικία (Ανεμούριο, Ελαιούσα Σεβαστή, Αντιόχεια Κράγου, Κώρυκος). Στις περισσότερες τοποθεσίες ο τύπος εμφανίζεται στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο (1ος-3ος αι. μ.Χ.) και παραμένει σε χρήση τουλάχιστον έως τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα φαίνεται περισσότερο πιθανό το θολωτό κτίσμα στο Μαράθι να ανταποκρίνεται σε διακεκριμένη ταφή εν είδει μαυσωλείου, καθώς σε αυτήν την ερμηνεία ενσωματώνεται και επεξηγείται το σύνολο των επιμέρους τεχνικών, τυπολογικών και χρονολογικών χαρακτηριστικών που παρατηρούνται. Διακεκριμένες ταφές αυτού του τύπου στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο συνήθως αναφέρονται στον γενικό χαρακτήρα και στις αρετές των νεκρών, σε μία προσπάθεια αφηρωισμού τους. Ο αρχιτεκτονικός αυτός τύπος, που προέρχεται από τα αυτοκρατορικά μαυσωλεία και αντλεί τα πρότυπά του από τους μακεδονικούς τάφους, υιοθετήθηκε από τις ρωμαϊκές οικονομικές και κοινωνικές ελίτ τόσο στη Ρώμη όσο και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ προοδευτικά αποδείχθηκε κατάλληλος για μέλη όλων των κοινωνικών τάξεων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δεν κατείχαν υψηλά αξιώματα, όπως πλούσιους απελεύθερους ή γυναίκες.

Όσον αφορά ιδιαίτερα το ευρύ νησιωτικό περιβάλλον του Αρχιπελάγους, αντίστοιχα παραδείγματα διακεκριμένων ταφών σε (φαινομενικά) απομονωμένα νησιά και νησίδες αποτελούν το ναόσχημο μαυσωλείο της Νεικούς στην Επισκοπή Σικίνου (3ος αι. μ.Χ.) και το λιγότερο γνωστό πυραμιδοειδές μαυσωλείο στη μικρή και ακατοίκητη νησίδα Baba adasi (Παπά νησί) (2ος/3ος αι. μ.Χ.), κοντά στις μικρασιατικές ακτές, στην περιοχή της Καύνου της Καρίας, απέναντι από τη Ρόδο. Απλούστερες ταφές του συγκεκριμένου τύπου εντοπίζονται στα Δωδεκάνησα την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας και των παλαιοχριστιανικών χρόνων, συγκεκριμένα στη Λέρο, την Κάλυμνο, την Τέλενδο, την Κω και τη Σαρία της Καρπάθου, ενώ ο τύπος απαντά επίσης στην Αμοργό και την Κρήτη.

Χρονολόγηση: ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδος (β΄ ήμισυ 2ου/3ος αι. μ.Χ., βάσει κατασκευαστικών χαρακτηριστικών).

Πηγές-Βιβλιογραφία: Πίκουλας 1999, 208-209· Βολανάκης 2000, 1186-1187· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Τριανταφυλλίδης 2006, 187 σημ. 58.

Συντάκτης: Κ.Σ.


ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Μαράθι. Το δυτικό τμήμα της ακτής του όρμου Ελληνικό/Καμίνι.

Θέση: Ελληνικό/Καμίνι.

Διαστάσεις: έκταση καταλοίπων (ορατών) 63 (ΑΔ) × 10/15 (ΒΝ) μ., δεξαμενή 5 (ΑΔ) × 4 (ΒΝ) μ., άνδηρο (ορατό) 25 (ΑΔ) × 3 (ΒΝ) μ., κλίβανος: εξωτερική διάμετρος 5μ., πάχος τοίχου 0,80 μ., διάμετρος θαλάμου 3,40 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο δυτικό τμήμα της ακτής του όρμου Ελληνικό/Καμίνι, ο οποίος διαμορφώνεται στη δαντελωτή βόρεια πλευρά της νησίδας και απέναντι από την είσοδο του όρμου Αγούς των Αρκιών, εντοπίζονται εκτεταμένα λείψανα εγκατάστασης. Τα κατάλοιπα είναι παραθαλάσσια και εκτείνονται σε όλο το μήκος της βραχώδους ακτής στο δυτικό ήμισυ του μυχού του όρμου. Το ανατολικό ήμισυ αποτελείται από αμμώδη παραλία, το δυτικό πέρας της οποίας ορίζεται από ξερολιθιά, η οποία κατεβαίνοντας το ύψωμα από το νότο απολήγει στην παραλία, ενώ η χάραξή της μπορεί να παρατηρηθεί για λίγα ακόμη μέτρα βορειότερα, μέσα στη θάλασσα, όσο ο βυθός παραμένει ρηχός. Τα κατάλοιπα της εγκατάστασης παρατηρούνται κυρίως στη χωμάτινη επίχωση του μετώπου του απότομου πρανούς, το οποίο διαμορφώνεται πάνω από το ριζιμιό βράχο της ακτής, δυτικά της ξερολιθιάς που οριοθετεί το αμμώδες τμήμα της παραλίας, έχοντας σε μεγάλο βαθμό κατακρημνιστεί.

Μαράθι. Πανοραμική άποψη της παραθαλάσσιας εγκατάστασης από τα βόρεια. Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται η ξερολιθιά και τα κατάλοιπα στο πρανές της επίχωσης, η δεξαμενή, το επίμηκες ανάλημμα και ο κλίβανος.

Η πλέον ευδιάκριτη κατασκευή βρίσκεται περίπου 30 μ. δυτικά της ξερολιθιάς και προβάλλει μέσα στη θάλασσα. Πρόκειται για τετράπλευρη καμαροσκέπαστη κατασκευή, η οποία διατηρείται σε ικανό ύψος και πιθανώς έφερε όροφο που δεν διατηρείται. Η τοιχοποιία αποτελείται από μεσαίου και μικρού μεγέθους ακατέργαστους τοπικούς λίθους (φλύσχη, σχιστόλιθο) συνδεδεμένους με ποζολανικό ασβεστοκονίαμα και λατύπη στον πυρήνα. Από την καμάρα διατηρούνται οι δύο γενέσεις της από λίθους σε ακτινωτή διάταξη, στη βόρεια και στη νότια πλευρά. Δεδομένης της επίχρισης των εσωτερικών επιφανειών του χώρου από υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι) και της αδιαβροχοποίησής τους, η ταύτιση του χώρου με δεξαμενή είναι βέβαιη.

Μαράθι. Παραθαλάσσια εγκατάσταση. Άποψη της δεξαμενής από τα ανατολικά.

Αμέσως νότια και σε επαφή με τη νότια πλευρά της διατηρείται επιμήκης αναλημματικός τοίχος, από τον οποίο είναι ορατή η χαμηλή βόρεια παρειά σε μήκος 17/18 μ. προς τα δυτικά. Επί του αναλημματικού τοίχου παρατηρείται μέρος των περιγραμμάτων δύο ξερολιθικών κατασκευών σε παρατακτική διάταξη, προσανατολισμού ΑΔ. Συγκεκριμένα, από τις δύο κατασκευές διακρίνεται η βόρεια πλευρά του περιγράμματός τους μήκους 6,20 και 7 μ. για την ανατολική και δυτική κατασκευή αντίστοιχα, καθώς και οι γενέσεις των ανατολικών και δυτικών πλευρών τους σε μήκος 1/1,50 μ.

Μαράθι. Παραθαλάσσια εγκατάσταση. Στενό άνοιγμα-διάδρομος μεταξύ των δύο κατασκευών πάνω από τη δεξαμενή. Άποψη από τα νότια. Στο βάθος φαίνονται οι Αρκιοί.

Μεταξύ των δύο κατασκευών διαμορφώνεται στενό άνοιγμα –εν είδει– διαδρόμου, πλάτους 0,80 μ., διεύθυνσης ΒΝ, το οποίο απολήγει στη δυτική πλευρά της δεξαμενής. Στη δυτική απόληξη του αναλήμματος διατηρείται κλίβανος κυκλικής κάτοψης. Το άνοιγμα εισόδου του κλιβάνου βρίσκεται στη βόρεια πλευρά, ενώ το μεγαλύτερο ύψος διατήρησής του (περ. 1,60 μ.) στη νότια. Ο κυκλικός τοίχος του κλιβάνου αποτελείται από μεσαίου και μικρού μεγέθους τοπικούς λίθους συνδεδεμένους με ερυθρωπό αργιλόχωμα, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί ως επίχρισμα στο εσωτερικό του θαλάμου και διατηρείται αποσπασματικά. Στην περιοχή πέριξ του κλιβάνου εντοπίζονται και τα χαρακτηριστικότερα θραύσματα επιφανειακής κεραμικής από τη θέση, κυρίως κεραμίδες και αμφορείς των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων.

Μαράθι. Τμήμα του θαλάμου του κλιβάνου. Άποψη από τα νότια. Διακρίνεται η επίχρισή του εσωτερικά με ερυθρωπό αργιλόχωμα.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η θέση είναι ελάχιστα γνωστή, με περιορισμένες αναφορές στη βιβλιογραφία. Όσοι ερευνητές την αναφέρουν, αναγνωρίζουν από το σύνολο κυρίως τη δεξαμενή και τον κλίβανο ως ασβεστοκάμινο και προτείνουν μία χρονολόγηση στους πρωτοβυζαντινούς/μεσοβυζαντινούς χρόνους. Το ευρύ αυτό χρονικό πλαίσιο φαίνεται να περιορίζεται με τον εντοπισμό της επιφανειακής κεραμικής από την περιοχή του κλιβάνου στην ύστερη αρχαιότητα. Επιπλέον, ενώ ως προς την αναγνώριση της τετράπλευρης θολωτής κατασκευής ως δεξαμενής δεν υπάρχει αμφιβολία, η ταύτιση του κλιβάνου με ασβεστοκάμινο φαίνεται προβληματική κυρίως για δύο λόγους. Πρωτίστως επειδή το γεωλογικό υπόβαθρο της νησίδας, σε αντίθεση με τους γειτονικούς Αρκιούς, δεν χαρακτηρίζεται από ασβεστόλιθο, αλλά από φλύσχη και σχιστόλιθο, δηλ. λίθους οι οποίοι είναι ακατάλληλοι για την παραγωγή ασβέστη. Επομένως, για να αναγνωρίσει κανείς τον υφιστάμενο κλίβανο ως ασβεστοκάμινο, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η πρώτη ύλη μεταφερόταν από αλλού, υπόθεση μάλλον απίθανη. Δεύτερον, η επίχριση των επιφανειών του θαλάμου όπτησης με αργιλόχωμα, όπως και οι διαστάσεις του κλιβάνου, που είναι μάλλον μικρές για την παραγωγή ασβέστη, είναι χαρακτηριστικά περισσότερο συνηθισμένα σε κεραμικούς κλιβάνους. Αν και χρειάζονται περισσότερα δεδομένα για την ταύτιση του κλιβάνου ως κεραμικού, βέβαιο είναι ότι είναι ασφαλέστερη. Αξίζει να αναφερθεί ότι στους γειτονικούς Λειψούς, στην επίσης παράλια θέση Κάμπος, έχει εντοπιστεί εκτενής εγκατάσταση εργαστηρίου παραγωγής αμφορέων (τύπου LRA1) του 7ου/8ου αι. μ.Χ. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα παραπάνω δεδομένα, καθώς και τη γεωγραφική θέση της εγκατάστασης, η οποία βρίσκεται στην κοντινότερη απόσταση και ακριβώς απέναντι από το κύριο αγκυροβόλιο των Αρκιών στον όρμο Αγούς, αλλά και από εγκατάσταση –επίσης της ύστερης αρχαιότητας– που έχει εντοπιστεί στην παραλία της Πατελιάς (ο δίαυλος στο σημείο αυτό έχει πλάτος μόλις 1,2 χλμ.), τότε δεν φαίνεται απίθανο το σύνολο της παραθαλάσσιας εγκατάστασης στο Μαράθι να λειτούργησε ως ένα είδος “πορθμείου” μεταξύ των δύο νησίδων ή/και ως στάση ανεφοδιασμού τυχόν διερχόμενων από τον δίαυλο πλοίων.

Χρονολόγηση: ύστερη αρχαιότητα (5ος-7ος αι. μ.Χ., βάσει επιφανειακής κεραμικής LRA).

Πηγές-Βιβλιογραφία: Πίκουλας 1999, 208-209· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Τριανταφυλλίδης 2006, 187 σημ. 58.

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΝΑΫΔΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μαράθι. Άποψη από τα νοτιοδυτικά του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου.

Θέση: Άγιος Νικόλαος.

Διαστάσεις: μέγιστο μήκος 7,80 μ., μέγιστο πλάτος 4,70 μ., μέγιστο ύψος 3,30 μ., ύψος εισόδου 1,90 μ., πλάτος εισόδου 0,80 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Το ναΰδριο του Αγίου Νικολάου βρίσκεται στην κορυφή του υψώματος δυτικά του κύριου όρμου του Μαραθιού. Αποτελείται από δύο σαφώς διακρινόμενα τμήματα: τον κυρίως ναό και το ιερό βήμα. Ο κυρίως ναός διαθέτει ορθογώνια κάτοψη και καλύπτεται με επίπεδη στέγη. Στο μέσον της δυτικής πλευράς διαμορφώνεται η είσοδος, ενώ στο ανατολικό άκρο του βόρειου τοίχου ανοίγεται παράθυρο (0,70 × 0,50 μ.).

Μαράθι. Το ιερό βήμα του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου. Άποψη από τα ανατολικά.

Η κάτοψη του ιερού βήματος είναι ημικυκλική· ωστόσο, εσωτερικά το ιερό βήμα διαμορφώνεται εν είδει βαθιάς κόγχης που καλύπτεται από ημικυλινδρικό θόλο. Η στέγη του ιερού βήματος βρίσκεται κατά 1 μ. περίπου χαμηλότερα από αυτήν του κυρίως ναού και φέρει χαμηλό τρούλο, χωρίς ανοίγματα. Στον νότιο τοίχο υπάρχει μικρό παράθυρο (0,50 × 0,50 μ.), ενώ ένας φεγγίτης (0,20 × 0,20 μ.) βρίσκεται στο μέσον του ημικυκλικού ανατολικού τοίχου.

Μαράθι. Η είσοδος και το μικρό καμπαναριό του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου. Άποψη από τα δυτικά.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Βολανάκη, το ναΰδριο του Αγίου Νικολάου ανεγέρθηκε στον χώρο του ιερού βήματος τρίκλιτης βασιλικής των πρωτοβυζαντινών χρόνων. Αν και σήμερα δεν διακρίνονται κατάλοιπα αυτής της βασιλικής, ενδεχομένως λόγω των σταδιακών ανακαινίσεων του ναού και της κατασκευής του προαυλίου του, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τον Βολανάκη, το κυρίως σώμα της βασιλικής είχε ορθογώνια κάτοψη (εσωτερικών διαστάσεων 14 × 10,30 μ.) και χωριζόταν με δύο κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη. Το μεσαίο κλίτος απέληγε στο ανατολικό άκρο σε ημικυκλική αψίδα, ενώ τα πλάγια κλίτη περατώνονταν στα ανατολικά σε ευθύγραμμες πλευρές. Δυτικά του κυρίως ναού διαμορφωνόταν επιμήκης νάρθηκας (εσωτερικών διαστάσεων 2,50 × 10,30 μ.). Κατά τον Βολανάκη, η εν λόγω τρίκλιτη βασιλική σχετιζόταν με τη μονόχωρη θολωτή κατασκευή που βρίσκεται σε μικρή απόσταση δυτικά, για την οποία υπέθετε ότι επρόκειτο για δεξαμενή που συγκέντρωνε τα όμβρια ύδατα από τις στέγες της βασιλικής. Ωστόσο, η μελέτη του συγκεκριμένου μνημείου στο πλαίσιο του παρόντος Έργου καταδεικνύει ότι αυτό χρονολογείται κατά τον 2ο/3ο αιώνα μ.Χ. και διέθετε πιθανώς ταφικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, το ναΰδριο του Αγ. Νικολάου ανήκει σε πολύ μεταγενέστερη φάση, ενδεχομένως κατά τους πρώιμους νεότερους χρόνους. Ας προστεθεί ότι ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, ο οποίος επισκέφθηκε το Μαράθι το 1914, περιγράφει το ναΰδριο με μικρότερες των σημερινών διαστάσεις: «ἔχον μετὰ τοῦ Νάρθηκος μῆκος 6μ.05 × 2μ.93 πλάτους». Αν η πληροφορία αυτή είναι ακριβής, τότε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα θα πρέπει να έγιναν εργασίες επέκτασης του ναϋδρίου. Πάντως, εκκλησία στο Μαράθι μαρτυρείται από το 1828 σε έγγραφο με το οποίο η μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου γνωστοποιούσε στη δημογεροντία Πάτμου στοιχεία για τις ιδιοκτησίες της μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης. Το πολύνησο των Αρκιών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το Μαράθι, περιήλθε στην κυριότητα της μονής της Πάτμου, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Κατά την οθωμανική περίοδο, η Μονή φαίνεται ότι είχε τη νομή της νησίδας μέχρι το 1869, ενώ αργότερα δεν διατηρούσε πλέον εκεί παρά μερικές καλλιεργήσιμες γαίες.

Μαράθι. Το εσωτερικό του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου.

Χρονολόγηση: πρωτοβυζαντινή περίοδος (τρίκλιτη βασιλική), πρώιμη νεότερη περίοδος (ναΰδριο Αγ. Νικολάου).

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 813· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 555-556· Πίκουλας 1999, 208-209· Βολανάκης 2000· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005· Καρδάση 2013, 22.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Σημ: Τις θέσεις των μικροτοπωνύμιων υπέδειξε στην Ερευνητική Ομάδα (ΕΟ) ο κάτοικος των Αρκιών Μιχάλης Καμπόσος, κατά τον περίπλου του Μαραθιού με το σκάφος του που πραγματοποιήθηκε γι’ αυτόν τον σκοπό (13.06.2025). Τα περισσότερα από αυτά τα μικροτοπωνύμια είχαν αναφερθεί και από τον γηραιότερο κάτοικο του Μαραθιού Σταύρο Κάβουρα, κατά τη διάρκεια συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε στην ίδια νησίδα την προηγούμενη ημέρα (12.06.2025).

Συντάκτης: Γ.Κ.

ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)

Βεβαίωση πάκτωσης του Μαραθιού (1716)

1716 Ἰουλίου 6. Τὴν σήμερον πακτώνει ὁ ἡμέτερος ἀδελφὸς ἐν ιερομονάχοις κὺρ Σάββας τὸ νησίον ὅπερ ἔχομεν εἰς τοὺς Ναρχίους [Αρκιούς] ἐπονομαζόμενον Μαράθηον διὰ χρόνους δέκα καὶ νὰ δίνη τὸν κάθε χρόνον ρεάλια πέντε καὶ διὰ τὸ βέβαιον τῆς ἀληθείας ὑπογράφει οἰκειοχείρως.

[πηγή: ΜΙΘ, Α.Κ. 1009, φ. 120v]

Η τύχη ενός Υδραίου σπογγαλιέα στο Μαράθι

Ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ νησίδος, εἰς ἣν μετέβημεν, καθὼς καὶ εἰς Ναρκίους τῇ 3ῃ Ἀπριλίου τοῦ 1914, κατὰ τὴν Μ. Πέμπτην, ἐπὶ ὀκταήμερον παραμείναντες, συνηντήσαμεν ἐπιζῶντα ἐξ Ὕδρας τὸν Γεώργιον (Γιωργάρα †1923) Φουντούλην, ἄγοντα ἡλικίαν ἑβδομήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν, ὅστις συνέδεσε τὴν ἑαυτοῦ τύχην μετὰ τῆς νησίδος τοῦ Μαραθίου πρὸ πεντηκονταετίας, ἕνεκα τοῦ ἑξῆς συμβάματος. Οὗτος περιπλέων τὰς νησίδας ταύτας διὰ σπογγαλιευτικοῦ πλοιαρίου, ἐναυάγησε πρὸ ἱκανῆς ἀποστάσεως ἀπὸ τοῦ Μαραθίου, ὅτε ἀντιληφθείσης ποιμενίδος τινος ἁλκίμου τοῦ προφανοῦς κινδύνου τοῦ εἰρημένου καί τινος ἑταίρου αὐτοῦ, πάραυτα κατέρχεται αὕτη εἰς τὸν ὅρμον, δράττεται λέμβου καὶ, καταπλέει εἰς τὸ μέρος τοῦ ναυαγίου μετὰ κινδύνου τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ διασῴζει τοὺς ρηθέντας ναυαγούς· τότε ὁ σφριγηλὸς νεανίας Γεώργιος εὐγνωμονῶν πρὸς τὴν γενναίαν σώτηραν αὐτοῦ ποιμενίδα συνεζεύξατο αὐτήν, ἤδη θανοῦσαν καὶ οὕτω συνδεθεὶς, οὐδέποτε μετέβη εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ Ὕδραν, ἀφοσιωθεὶς εἰς τὸν ἐν Μαραθίῳ οἰκογενειακὸν βίον, ἀλλ’ ἀτυχῶς μὴ ἀποκτήσας τέκνα πρὸς περίθαλψιν τοῦ γήρατος αὐτοῦ. Καὶ ἤδη περιπλανᾶται ὁ ὑψίκομος καὶ ἀνδρειότατος ὡς δρῦς γέρων ἀνὰ τὴν ἐρημικὴν νησίδα, ἀναμένων ἱν’ ἀναπαύσῃ τὸ στιβαρὸν καὶ γιγαντῶδες σαρκίον αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ξένης ταύτης νησίδος καὶ ἀναμεμνησκόμενος τὸν περιπετειώδη καὶ εἰδυλλιακὸν βίον αὐτοῦ μακρὰν τῆς γεννετείρας ἡρωΐδος πατρίδος καὶ τῶν οἰκείων αὐτοῦ.

[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 556]

Συμβόλαιο μίσθωσης των χωραφιών της μονής Πάτμου στο Μαράθι (1899)

Ἐνοικιαστήριον τῶν ἐν τ νησίδι Μαράθ χωραφίων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τοὺς γεωργοποιμένας Γιάννην Σιδερῆν καὶ Μιχάλην Κώστα Κάβουρα.

Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ καὶ Βασιλικὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου διὰ τοῦ παρόντος ἐπισήμου καὶ ἐνσφραγίστου αὐτῆς ἐνοικιαστηρίου ἐγγράφου δηλοποιεῖ, ὅτι τὰ ἐν τῇ νησίδι Μαράθῃ κείμενα χωράφια αὐτῆς, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶχεν ὑπ’ ἐνοίκιον ὁ γεωργοποιμὴν Μιχάλης Κώστα Κάβουρας, συνοδικῇ ἀποφάσει τῆς κατὰ τὴν 21ην Ἰουλίου συνεδρίας τοῦ Ἡγ(ουμενο)συμβουλίου αὐτῆς ἐνεκρίθη νὰ ἐνοικιασθῶσιν εἰς τοὺς γεωργοποιμένας Γιάννη Σιδερῆν καὶ τὸν εἰρημένον Μιχάλη Κώστα Κάβουραν ἐπὶ μίαν συνεχῆ ἑξαετίαν, ὑπὸ τοὺς ἀκολούθους ὅρους.

Αον. Ἡ ἐνοικίασις αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τῆς 26ης Σεπτεμβρίου ἐ(νεστῶτος) ἔ(τους) καὶ λήγει τὴν εἰκοστὴν πέμπτην τοῦ αὐτοῦ μηνὸς τοῦ 1905 <χιλιοστοῦ ἐννεακοσιοστοῦ πέμπτου ἔτους>, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὁποῖας, ἐὰν δὲν ἀνανεωθῇ πάλιν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ἡ ἐκμίσθωσις αὕτη, ὀφείλουσιν οἱ ἐν λόγῳ ἐνοικιασταὶ νὰ παραδώσωσι τὰ εἰρημένα χωράφια εἰς τὴν Ἱ. Μονήν, ἐλεύθερα πάσης οἱασδήποτε ὑποχρεώσεως καὶ ἐν καλῇ καταστάσει.

Βον. Τὸ ἐτήσιον ἐνοίκιον, ὁρισθὲν εἰς τετρακόσια <400> γρόσια, θέλει πληρώνεται καὶ παρὰ τῶν δύο προμνησθέντων ἐνοικιαστῶν, ἐξ ἡμισείας, ἥτοι ἀνὰ γρόσια διακόσια ἀριθ. 200 ἕκαστος, εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἐμπροθέσμως καὶ ἀνελλειπῶς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἑξαετοῦς ταύτης ἐνοικιάσεως καὶ κατὰ πᾶσαν τριακοστὴν Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους· ἐγγυητὴς δὲ καὶ πληρωτής, ἐν ἐλλείψει καὶ τῶν δύο ἐνοικιαστῶν, θέλει εἶσθαι ὁ γεωργὸς Χριστόδουλος Γρύλλης, ὅστις καὶ συνυπογράφεται μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ παρόντι ἐνοικιαστηρίῳ.

Γον. Οἱ εἰρημένοι ἐκμισθωταὶ ὀφείλουσι νὰ φωταγωγοῦσι τὸν ἐν τοῖς χωραφίοις τούτοις ὑπάρχοντα ἱ. ναὸν, νὰ τελῶσι τὰς ἐν αὐτῷ κανονικὰς ἱεροτελεστίας καὶ ἀρτοκλασίας, ὡς καὶ νὰ διατηρῶσι τὰ ἐν αὐτοῖς εὑρισκόμενα οἰκήματα δι’ ἰδίων αὐτῶν ἐξόδων.

Δον. Ἐπίσης ὑποχρεοῦνται νὰ καλλιεργοῦσι τὰ ἐν λόγῳ χωράφια ὅσον ἔνεστι ἐπιμελέστερον καὶ καθ’ ὅλους τοὺς τῆς καλλιεργίας κανόνας, ὥς καὶ νὰ καθαρίζωσιν, ἐγκεντρίζωσιν καὶ ἐξημερώνωσι τὰ ὑπάρχοντα ἐν αὐτοῖς ἄγρια δένδρα, καθιστώντες αὐτὰ καρποφόρα.

Εον. Ὀφείλουν προσέτι οἱ μνησθέντες ἐκμισθωταὶ νὰ ἐπισκευάζωσιν ἐπίσης δι’ ἰδίων αὐτῶν ἐξόδων τοὺς καταρρέοντας τοίχους ἢ καὶ νὰ κτίζωσι, ὅπου χρῆζει, τοιούτους νέους, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν παραμικρὰν ἀπαίτησιν οἱασδήποτε ἀποζημιώσεως ἀπὸ τῆς Μονῆς.

ΣΤον. Ἐν περιπτώσει <ὅ μὴ γένοιτο> καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς ἑξαετοῦς ταύτης ἐνοικιάσεως ἐπέλθῃ θάνατος εἰς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, δύναται νὰ ἐξακολουθῇ τὴν ἐνοικίασιν κατὰ τὸ ὑπόλοιπον χρονικὸν αὐτῆς διάστημα ὁ ἔτερος, ἀναλαμβάνων, ἐννοεῖται, καὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐτέρου ἡμίσεως ἐνοικίου, ἢ ἐὰν θέλῃ καὶ εἷς ἐκ τῶν ὑιῶν αὐτοῦ τοῦ ἀποβιώσαντος, ὢν φερέγγυος, μὲ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ συμφωνίας.

Ζον. Πᾶσα παράβασις τῶν ἀνωτέρω ὅρων ἐπιφέρει αὐτοδικαίως τὴν ἀκύρωσιν τοῦ παρόντος συμβολαίου, ἐπανερχομένων ἀμέσως εἰς τὴν κυριαρχίαν καὶ κατοχὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, τῶν ἐν λόγῳ χωραφίων, χωρὶς οἱ εἰρημένοι ἐκμισθωταὶ νὰ δικαιοῦνται νὰ ἐγείρωσιν οἱανδήποτε κατ’ αὐτῆς ἀπαίτησιν.

Ηον. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑξαετοῦς ταύτης ἐνοικιάσεως οἱ εἰρημένοι εκμισθωταὶ Γιάννης Σιδερῆς καὶ Μιχάλης Κώστα Κάβουρας θέλουν εἶσθαι καὶ πάλιν προτιμητέοι, ὡς ἐνοικιασταὶ τῶν ἐν λόγῳ χωραφίων, ἐὰν φανῶσιν ἀκριβεῖς καθ’ ὅλα τηρηταὶ τῶν ἀνωτέρω ὅρων τοῦ παρόντος ἐνοικιαστηρίου ἐγγράφου καὶ ἐὰν προσφέρωσιν ὅ,τι καὶ πᾶς ἄλλος παρουσιασθησόμενος νέος ἐνοικιαστὴς.

Θον. Ὁ ἐγγυητὴς καὶ πληρωτὴς διὰ τοὺς εἰρημένους ἐνοικιαστὰς Γιάννην Σιδερῆν καὶ Μιχάλην Κώστα Κάβουραν Χριστόδ. Γρύλλης, ὀφείλει, ὢν ὑπεύθυνος καὶ ὑπόλογος, ἐν ἐναντία περιπτώσει, εἰς τὰς νομίμους ἀποζημιώσεις τῆς Μονῆς νὰ ἐπιβλέπῃ μὴ οἱ εἰρημ(έν)οι ἐνοικιασταὶ ἀφήσωσι τὰ ἐν λόγῳ ταπία ἀκαλλιέργητα ἐπὶ πλείονος τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ἐνδυνάμωσιν τῶν γαιῶν των χρόνου. Καὶ δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ν’ ἀποβάλῃ αὐτοὺς, καταργουμένης τῆς ἐνοικιάσεώς των.

Ὅθεν εἰς ἔνδειξιν συντάχθη τὸ παρὸν ἐπίσημον ἐνοικιαστήριον ἔγγραφον, ὅπερ καταχωρισθὲν ἐν τῷ ἁρμοδίῳ τῆς Ἱ. Μονῆς Κώδικι ὑπ’ ἀριθ. 182 καὶ ἐν σελίδι 315-317, καὶ ὑπεγράφη προσηκόντως· ἀντίγραφον δὲ αὐτοῦ ἐνσφράγιστον ἐπαφέθῃ τοῖς εἰρημένοις ἐνοικιασταῖς πρὸς ἀσφάλειαν των.

Ἐκ τῆς ἐν Πάτμῳ Ἱερᾶς καὶ Βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

Τῇ 27 Ἰουλίου 1899 <ἐννενήκοντα ἐννέα>

Οἱ Σύμβουλοι / Ἀρσένιος Ἱερομόναχος / Ἀρχιμανδρίτης Κύριλλος

Οἱ ἐνοικιασταὶ

[πηγή: ΜΙΘ, Α.Κ. Κώδιξ ενοικιαστηρίων και πωλητηρίων (1883-1912), 315-317]

Το ναΰδριο του Αγίου Νικολάου στο Μαράθι (1914)

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος: Τὸ μετὰ σφαιροειδοῦς θόλου Ναΐδιον τοῦτο κεῖται ἐπὶ τῆς κορυφογραμμῆς τῆς νησίδος Μαράθι, ἐπὶ περιόπτου θέσεως, ἔχον μετὰ τοῦ Νάρθηκος μῆκος 6μ.05 × 2μ.93 πλάτους· τὸ δ’ ἁπλοῦν εἰκονοστάσιον τούτου περιλαμβάνει τὰς ἑξῆς ταύτας εἰκόνας: (1) Τὸν Ἅγ. Νικόλαον, μικρὰν μετ’ ἀργυροῦ ἐπενδύματος εἰκόνα· (2) τὸν Ἅγ. Νικόλαον καὶ (3) τὸν Αὐτὸν, ρωσικοῦ χρωστῆρος.

[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 556]

Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.