
Οι νησίδες Λιάδι(α) βρίσκονται στα βορειοανατολικά της Αμοργού και στα νοτιοδυτικά της Κινάρου. Πρόκειται για συστάδα τεσσάρων νησιωτικών εδαφών (Μεγάλο Λιάδι, Μικρό Λιάδι-Πλάκα, Λιάδι 3, Λιάδι 4) με συνολικό εμβαδόν 0,396 τ.χλμ. (αντίστοιχα 0,329, 0,063, 0,003 και 0,001 τ.χλμ.) και συνολικό μήκος ακτογραμμής 4,605 χλμ. (αντίστοιχα 2,8, 1,4, 0,245 και 0,16 χλμ.)*.
Κατά τα νεότερα χρόνια (15ος-18ος αι.), στα περισσότερα νησολόγια απεικονίζεται στα δυτικά της Κινάρου, αλλά σε μικρή απόσταση από αυτήν, μία νησίδα με το όνομα C(h)arus(s)a. Ας προστεθεί ότι η νησίδα αυτή απεικονίζεται για πρώτη φορά, χωρίς όμως να κατονομάζεται, στο νησολόγιο του Βενετού ναυτικού Bartolommeo dalli Sonetti (περ. 1485) και ότι μία νησίδα του Αιγαίου Serusa αναφέρεται στο έργο Ravennatis Anonymi Cosmographia, το οποίο χρονολογείται περίπου στο 700 μ.Χ.. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η μεμονωμένη αυτή νησίδα να τοποθετείται λανθασμένα στα δυτικά αντί στα ανατολικά της Κινάρου και να ταυτίζεται με την πλησιέστερη στην Κίναρο νησίδα Γλάρος και όχι με το Μεγάλο Λιάδι, το οποίο εξάλλου βρίσκεται στα νοτιοδυτικά και όχι στα δυτικά της Κινάρου.

Πάντως, πρώιμα αντίγραφα του οθωμανικού πορτολάνου του Πιρί Ρεΐς (1465-1553) απεικονίζουν τα Λιάδια ως συστάδα δύο νησίδων και ενός υφάλου στα βορειοανατολικά της Αμοργού· αλλά τα ονομάζουν Πατέλος, πιθανώς συγχέοντάς τα με τη νησίδα Πατελίδι που βρίσκεται στα δυτικά της Αμοργού. Πριν από τα μέσα του 18ου αιώνα, τα Λιάδια ως συστάδα επίσης δύο νησίδων και ενός υφάλου αλλά με την ονομασία Κανδί (Candi) σημειώνονται σε γαλλικούς υδρογραφικούς χάρτες και αργότερα στον ελληνικό χάρτη του Ζακυνθινού καπετάνιου Νικολάου Κεφαλά (1818). Πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, η συστάδα χαρτογραφείται από τη βρετανική Υδρογραφική Υπηρεσία ως συστάδα τεσσάρων νησίδων και τριών υφάλων με το όνομα πλέον Λιάδι/Λιάντι (Liadi Islands). Αξίζει να παρατηρηθεί εδώ ότι στις Ναυτιλιακές οδηγίες της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας αναφέρεται αρχικά (1939) ότι η συστάδα Λιάδι αποτελείται από τέσσερις νησίδες και αργότερα (1987) από πέντε, ενώ ο Στυλιανός Λυκούδης, πρώτος επικεφαλής της Υπηρεσίας Φάρων (1915-1939), περιγράφει την ίδια συστάδα ως «τριὰς νησίδων καὶ μύρμηκες [αβαθή] μεταξὺ αὐτῶν». Οι διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς τον αριθμό των νησιωτικών εδαφών της συστάδας οφείλονται προφανώς στο ότι αυτή περιβάλλεται από αβαθή που σε ορισμένα σημεία φαίνονται να εξέχουν από την επιφάνεια της θάλασσας· αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα σε μια περιοχή μεταξύ των νησίδων Μεγάλο Λιάδι και Λιάδι 4.

Ως προς την ονομασία της συστάδας ο Νισύριος λόγιος Μιχάλης Σκανδαλίδης υποθέτει ότι αποτελεί παραφθορά της λέξης “Λιβάδια”, αλλά, όπως εύλογα σχολιάζει σχετικά ο Γεώργιος Γιαγκάκης, «βραχώδεις και απόκρημνες [οι νησίδες Λιάδια], μόνο η δεύτερη σε μέγεθος νησίς [Μικρό Λιάδι-Πλάκα] είναι χαμηλή και επίπεδη». Αξίζει να παρατηρηθεί, επίσης, ότι το Μικρό Λιάδι έχει πετρώδες έδαφος.

Λόγω της γειτνίασης τους με την Αμοργό, από το βορειοανατολικό άκρο της οποίας απέχουν περί τα 4 ν.μ., φαίνεται ότι τα Λιάδια αποτέλεσαν εξάρτημα αυτής της νήσου σε διάφορες περιόδους και ότι οι δύο μεγαλύτερες νησίδες τους, που έχουν βλάστηση, χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοποι. Πιο συγκεκριμένα, έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας στο Αιγαίο (13ο-15ο αι.) τα Λιάδια αξιοποιούνταν κατ’ αυτόν τον τρόπο και ότι τον 14ο αιώνα ανήκαν στη βενετική οικογένεια Ghisi, οι οποίοι ήταν ηγεμόνες της Αμοργού, καθώς το 1360 αναφέρεται ότι ο Marino Ghisi είχε κληροδοτήσει στην κόρη του Mattea «όλους τους σκοπέλους ή νησίδες» (omnia scopula sive insuletas) στα ανατολικά της Αμοργού.

Κατά τα νεότερα χρόνια, γνωρίζουμε ότι οι αρχές της Αμοργού εκμίσθωναν τις ίδιες νησίδες σε κατοίκους της Αιγιάλης για βόσκηση αιγοπροβάτων, οι οποίοι μάλιστα κατοικούσαν εποχιακά στο Μεγάλο Λιάδι. Στον 20ό αιώνα τα Λιάδια μισθώνονταν συγκεκριμένα από μέλη της οικογένειας Θηραίου. Παράλληλα, αναφέρεται ότι Καλύμνιοι που αλίευαν σφουγγάρια στην περιοχή της Κινάρου, προσέγγιζαν επίσης την εν λόγω συστάδα.

Σήμερα, κατάλοιπα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων συναντά κανείς κατά μήκος της κορυφογραμμής του νότιου υψώματος στο Μεγάλο Λιάδι και, διάσπαρτα, στη νότια κλιτύ του έως την ακτή. Αξίζει να αναφερθεί πως η κλιτύς αυτή είναι η πλέον προσβάσιμη τόσο λόγω προσανατολισμού, καθώς είναι προστατευμένη από τους βόρειους ανέμους, όσο και λόγω της κλίσης της, που είναι η μικρότερη στη γενικά απόκρημνη ακτογραμμή της νησίδας. Επίσης, κατάλοιπα μίας ποιμενικής καλύβας εντοπίζονται στο Μικρό Λιάδι-Πλάκα και ακριβέστερα προς το βορειοδυτικό άκρο της νησίδας.

Στην περιφέρεια της κορυφογραμμής και προς το κεντρικό πλάτωμα του Μεγάλου Λιαδιού, το οποίο χαρακτηρίζεται από την παρουσία κοκκινωπού αφράτου χώματος, εντοπίζονται επιφανειακά κινητά ευρήματα προϊστορικών (φολίδες, λεπίδες και απολεπίσματα οψιανού της Μήλου), κλασικών/ελληνιστικών (μελαμβαφής και αβαφής κεραμική) και μεμονωμένα νεότερων χρόνων, όπως και κατάλοιπα τοίχων από ημίεργους ακανόνιστους λίθους, θεμελιωμένα στον ριζιμιό βράχο. Το αρχαιολογικό αποτύπωμα της νησίδας φανερώνει, επομένως, ανθρώπινη παρουσία ήδη από την προϊστορία. Η παρουσία σημαντικής ποσότητας οψιανού εντάσσει πιθανώς τη συστάδα στον καλούμενο «δρόμο του οψιανού», ως επιπλέον κρίκο στην αλυσίδα διακίνησής του από τη Μήλο διαμέσου των Κυκλάδων και των Βόρειων Δωδεκανήσων στις εγγύς ακτές της Μικράς Ασίας, κατά την Τελική Νεολιθική και στις αρχές της Πρωτοχαλκής εποχής (4η – αρχές 3ης χιλιετίας π.Χ.).

Όσον αφορά τη δική μας εποχή, ας προστεθεί ότι το 1933, με αφορμή την πραγματοποίηση υδρογραφικών ερευνών, το ιταλικό πολεμικό ναυτικό κατέλαβε πρόσκαιρα τα Λιάδια, καθώς και τις νησίδες Κίναρο, Γλάρο και Μαύρα, αλλά εντέλει απομακρύνθηκε μετά από διαμαρτυρίες της ελληνικής κυβέρνησης· οι ιταλικές κατοχικές αρχές των Δωδεκανήσων είχαν θεωρήσει τη νησίδα Μεγάλο Λιάδι κατάλληλη για την εγκατάσταση παρατηρητηρίου.

Επίσης, στο διάστημα των ετών 1948-1951, η ελληνική Υπηρεσία Φάρων τοποθέτησε φανό στο υψηλότερο σημείο της ίδιας νησίδας (61 μ.)· ο πρώτος αυτός φανός περιγράφεται τότε στις Ναυτιλιακές οδηγίες της Υδρογραφικής Υπηρεσίας ως «αὐτόματος πυρσὸς ἐκμπέμπων ζεῦγος λευκῶν ἐκλάμψεων ἀνὰ 10 δευτερόλεπτα, φωτοβολίας 15 μιλίων καὶ εἰς ὔψος 65 μέτρων».
* Η εμβαδομέτρηση και η μέτρηση της ακτογραμμής των νησιωτικών εδαφών της συστάδας Λιάδια προέκυψαν από ορθοφωτοχάρτη ΣμηΕΑ χωρικής ανάλυσης 3,5 εκ., ο οποίος δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του παρόντος Έργου· στα δημοσιευμένα στοιχεία της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού για τα Δωδεκάνησα δεν περιλαμβάνεται κανένα στοιχείο για τα Λιάδια.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Bartolommeo dalli Sonetti 1485, 65· Bordone 1547, f. 46r· Boschini 1658, 56-57· Piacenza 1688, 242-243· Dapper 1702, 484· Dheulland 1738· Κεφαλάς 1818· HOA, Amorgos· Pinder – Parthey 1860, 394-396· Santa Cruz 1918, 275· Λυκούδης 1931, 417· εφ. Le Châtillonnais & l’Auxois, 02.08.1933, 1· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 231· Armao 1951, 168-170· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 224-225· Μπιλλήρη 1982, 147-148· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 322-323· Σκανδαλίδης 1994, 45· Λούπης 1999, 273-275· Saint-Guillain 2001, 87-88· Saint-Guillain 2004, 41-42· Γιαγκάκης 2021, 7, 11-12· Μαρκέτου 2023, 56, 58· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 94-95· Λυκούδης, χ.χ., 326.
Συντάκτης: Γ.Κ. (ιστορικά στοιχεία) – Κ.Σ. (αρχαιολογικά στοιχεία)
