
Τα Λέβιθα ή Λέβεθα (Λέβιτθα ή Λέβετθα στο καλυμνιακό ιδίωμα) υπάγονται διοικητικά στη Λέρο και βρίσκονται στα ανατολικά της Κινάρου και στα δυτικά της Καλύμνου. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 9,121 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 34,281 χλμ.
Η σημερινή ονομασία τους προέρχεται ασφαλώς από την αρχαία (η Λέβινθος), την οποία νεότεροι συγγραφείς (C. Müller, L. Bürchner, Γ. Σμυρνάκης) συσχετίζουν ετυμολογικά με τη λέξη ἐρέβινθος (ρεβύθι) «ἕνεκα τῆς σμικρότητος ταύτης (της νησίδος) δίκην ἐρεβίνθου». Ωστόσο, σύγχρονοί μας (Μ. Σκανδαλίδης) αποκλείουν τη συσχέτισή της με οποιαδήποτε ελληνική λέξη, καθώς θεωρούν προελληνικά όλα τα τοπωνύμια σε -νθος.
Πάντως, οι παλαιότερες μνείες των Λεβίθων, αν και σύντομες και ελάχιστες, εντοπίζονται σε έργα –κυρίως γεωγραφικά– της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Πιο συγκεκριμένα, τα Γεωγραφικά του Στράβωνα (1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ.) είναι το παλαιότερο έργο που, κάνοντας λόγο για τις “Σποράδες”, αναφέρει τη Λέβινθο μεταξύ Αμοργού και Λέρου. Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., η νησίδα μνημονεύεται επίσης ως μία από τις “Σποράδες” στα έργα Historia Naturalis του Πλίνιου του Πρεσβύτερου και De situ orbis του Πομπόνιου Μέλα ως Lebinthus και Lebinthos αντίστοιχα. Τον ίδιο αιώνα, τα Λέβιθα απαντούν επίσης στη λογοτεχνία: Στα έργα Η τέχνη του έρωτα και Μεταμορφώσεις του Οβίδιου η νησίδα (Lebynthos και Lebinthus αντίστοιχα) αποτελεί μέρος του σκηνικού όπου εκτυλίσσεται το τραγικό τέλος του Ίκαρου, που παρακούοντας τις οδηγίες του πατέρα του Δαίδαλου και πετώντας σε μεγαλύτερο ύψος πνίγηκε στη θάλασσα, όταν έλιωσαν τα κέρινα φτερά του από τη θερμότητα του ήλιου· ακριβέστερα ο Ρωμαίος ποιητής παρουσιάζει τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο να πετούν πάνω από τα νησιά του Αιγαίου έχοντας στα αριστερά τους τη Σάμο και στα δεξιά τους τα Λέβιθα και την Κάλυμνο. Κατά τον 3ο αιώνα μ. Χ., η θέση της νησίδας προσδιορίζεται με ακρίβεια στον Σταδιασμό, έργο ανώνυμου συγγραφέα στο οποίο καταγράφονται αποστάσεις και οδηγίες πλεύσης στη Μεσόγειο· συγκεκριμένα, η Λέβινθος αναφέρεται ότι βρίσκεται 250 στάδια μετά τη Λέρο και 50 στάδια πριν από την Κίναρο κατά τη θαλάσσια διαδρομή από τη Μύνδο (πόλη της Καρίας κοντά στην Αλικαρνασσό/Bodrum) προς την Αττική. Αργότερα, κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ., μνεία των Λεβίθων εντοπίζεται στο λήμμα «Δρεπάνη» του έργου Εθνικά, καθώς ο συγγραφέας του Στέφανος Βυζάντιος μας πληροφορεί ότι την ονομασία Δρέπανον έφεραν δύο νησίδες «παρὰ Λέβινθον», οι οποίες προφανώς ταυτίζονται με τις νησίδες Μαύρα, το σχήμα των οποίων πράγματι μοιάζει με δρεπάνι. Επίσης, η Lepinthos απαριθμείται μεταξύ άλλων νησιών του Αιγαίου στο έργο Ravennatis Anonymi Cosmographia, το οποίο χρονολογείται περίπου στο 700 μ.Χ. και περιγράφει τον τότε γνωστό κόσμο, από την Ινδία έως την Ιρλανδία.
Τα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα για τα Λέβιθα είναι επίσης περιορισμένα. Πάντως, οι αρχαιότερες ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας ανάγονται από την Τελική Νεολιθική/ Πρωτοχαλκή εποχή (περ. 4500-3200/3000 π.Χ.) έως την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (περ. 1600-1000 π.Χ.). Πρόκειται ακριβέστερα για διάσπαρτα επιφανειακά ευρήματα, λεπίδες και απολεπίσματα οψιανού (Μήλου και Γυαλιού Νισύρου) κυρίως στο ανατολικό τμήμα της νησίδας, στη θέση Καμπιά, αλλά και στη νοτιοδυτική χερσόνησο, στη θέση Φύκιο, όπου εντοπίζονται επίσης επιφανειακά κτιριακά κατάλοιπα. Τα ευρήματα και τα κατάλοιπα αυτά μαρτυρούν αναμφίβολα τις σημαντικότερες θέσεις της προϊστορικής περιόδου. Αξίζει να προστεθεί ότι στα Λέβιθα υπάρχει σε αφθονία γκρίζος πυριτόλιθος, πρώτη ύλη σημαντική για τον προϊστορικό υλικό πολιτισμό.
Όσον αφορά τους ιστορικούς χρόνους, το παλαιότερο εύρημα αποτελεί ένας γρανιτένιος στύπος άγκυρας βάρους 400 κιλών, ο οποίος εντοπίστηκε σε βάθος 45 μ., κατά τις έρευνες της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων στα ύδατα των Λεβίθων, και σήμερα βρίσκεται στην αυλή του εστιατορίου της οικογένειας Καμπόσου. Το εύρημα χρονολογείται πιθανότατα στον 6ο αιώνα π.Χ. και αποτελεί τον μεγαλύτερο σε μέγεθος γνωστό λίθινο στύπο της αρχαϊκής περιόδου που έχει βρεθεί στο Αιγαίο, γεγονός που μαρτυρεί ότι ήδη από αυτή την περίοδο η θέση της νησίδας ήταν σημαντική για τη ναυσιπλοΐα.

Με βάση τα μέχρι σήμερα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα, η περίοδος της αρχαιότητας που αντιπροσωπεύεται εντονότερα στα Λέβιθα είναι οι ύστεροι κλασικοί/ελληνιστικοί χρόνοι (4ος-2ος αι. π.Χ.). Πιο συγκεκριμένα, κατά την περίοδο αυτή χρονολογείται η σημαντικότερη αρχαιολογική θέση της νησίδας, το Κάστρο, καθώς και το συγκρότημα αγροικίας που αναγνωρίστηκε πλησίον και ανατολικά του ναϋδρίου της Παναγίας. Επίσης, στον πετρόκτιστο περίβολο δυτικά του ίδιου ναϋδρίου έχουν εντοιχιστεί μαρμάρινα μέλη και τμήμα τιμητικής επιγραφής με ανάγλυφο στεφάνι.

Στην ίδια περίοδο χρονολογούνται και τα υπόλοιπα λίθινα ευρήματα που βρίσκονται στην αυλή του εστιατορίου της οικογένειας Καμπόσου: μία ανάγλυφη, ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη ύστερης ελληνιστικής/πρώιμης ρωμαϊκής περιόδου (περ. 2ος/1ος αι. π.Χ.), ένα τμήμα αράβδωτου κίονα και ένα τμήμα λίθινης επιγραφής (ὅρου). Ας προστεθεί ότι ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, περιγράφοντας τις αρχαιότητες των Λεβίθων, αναφέρει (π. 1935) σχετικά: «εἴς τινα μέρη τῆς νησίδος εὕρηνται λίθοι ριζιμαῖοι φέροντες τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην: “ΟΡΟC”, χρησιμεύοντες ὡς ὁροθέσια τῶν διαφόρων ἐπ’ αὐτῆς ἀγρῶν καὶ περιοχῶν νομῆς». Πράγματι, στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Δημήτριος Καμπόσος, κάτοικος των Λεβίθων, είχε πληροφορήσει τον Συμαίο λόγιο Νικήτα Δ. Χαβιαρά ότι σώζονταν δύο λίθινοι ὅροι, ο ένας στην κοιλάδα, στο μέσον της νησίδας (προφανώς στον Κάμπο), και ο άλλος στο ακρωτήριο Πάνω Κάβος (πιθανώς στο ακρωτήριο που σήμερα ονομάζεται Κάβος ή Τρούλαρος). Τα προαναφερόμενα ευρήματα, σε συνδυασμό με τη διάσπαρτη κεραμική της ελληνιστικής, της ρωμαϊκής και της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου, υποδηλώνουν ότι περίπου στη θέση του σύγχρονου οικισμού και προς το κεντρικό πλάτωμα των Λεβίθων θα πρέπει να βρισκόταν ένα σύνολο οικιστικής εγκατάστασης στην ελληνιστική, τη ρωμαϊκή αλλά και την υστερορωμαϊκή περίοδο. Ένας έτερος οικιστικός πυρήνας φαίνεται να συγκροτήθηκε στην ευρύτερη περιοχή των ερειπίων του ναϋδρίου του Αγίου Γεωργίου, στα βόρεια του κεντρικού τμήματος της νησίδας, κατά την ύστερη αρχαιότητα και τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους. Στη θέση αυτή και στην περιφέρειά της, κυρίως προς τα νότια, αναγνωρίστηκαν θεμελιώσεις κτισμάτων, οι οποίες συνοδεύονται από έντονη παρουσία επιφανειακής κεραμικής και κεραμιδιών (4ος-6ος αι. μ.Χ.). Κατά πάσα πιθανότητα, στην περίοδο αυτή οικοδομήθηκε και η τρίκλιτη βασιλική που, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Αντώνιο και κατάλοιπα της οποίας διακρίνονται σήμερα πλησίον και βορειοανατολικά της σύγχρονης προβλήτας.

Επίσης, στην ίδια περίοδο φαίνεται να χρονολογούνται επίκρουστοι, έγγλυφοι σταυροί, οι οποίοι εντοπίστηκαν χαραγμένοι σε ριζιμιό βράχο στη βόρεια κλιτύ του υψώματος Καζάρμα, δυτικά της θέσης Χωράφα. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν πυραμιδοειδή φυσικό βράχο, στις δύο μεγαλύτερες επιφάνειες του οποίου έχει χαραχθεί το σύμβολο του σταυρού με διχαλωτές απολήξεις· μάλιστα στη νότια επιφάνεια, όπου ο σταυρός εγγράφεται σε ελλειψοειδές μετάλλιο, έχει χαραχθεί από ένας επιπλέον όμοιος σταυρός στα κάτω τεταρτημόρια.
Τέλος, αξιόλογο είναι το αρχαιολογικό αποτύπωμα στον υποθαλάσσιο χώρο των Λεβίθων. Ενάλιες αρχαιολογικές έρευνες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν συστηματικά κατά τα τελευταία χρόνια, έχουν συγκεντρώσει πλήθος δεδομένων, κυρίως από τις νότιες και τις δυτικές ακτές του νησίδας. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν ίχνη από συνολικά οκτώ ναυάγια, τα οποία χρονολογούνται κυρίως στην ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο. Στα πλέον αξιόλογα ευρήματα περιλαμβάνονται ένα ναυάγιο με μεικτό φορτίο αμφορέων από το Αιγαίο (Κνίδο, Κω και Ρόδο), τη Φοινίκη και την Καρχηδόνα, το οποίο χρονολογείται λίγο πριν από τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ., εποχή κατά την οποία η πτολεμαϊκή διείσδυση στο Αιγαίο βρίσκεται στο απόγειό της, ένα ναυάγιο με φορτίο αμφορέων από την Κνίδο, το οποίο χρονολογείται στην ίδια περίοδο, ενώ εντοπίστηκαν τρία άλλα ναυάγια με φορτία Κώων ή ψευδο-Κώων αμφορέων (2ου-1ου αι. π.Χ. και 2ου αι. μ.Χ.), ένα ναυάγιο με φορτίο αμφορέων από το Βόρειο Αιγαίο του 1ου αιώνα π.Χ., ένα ναυάγιο με φορτίο ροδιακών αμφορέων του 1ου αιώνα μ.Χ., καθώς και ένα ναυάγιο με αμφορείς που χρονολογούνται στην παλαιοχριστιανική περίοδο. Εκτός των ναυαγίων, από την ίδια θαλάσσια περιοχή παλαιότερα είχαν ανασυρθεί 46 μικρά πήλινα αγγεία-λυχνίες ρωμαϊκών χρόνων, ενώ έχει καταγραφεί και πλήθος μεμονωμένων ευρημάτων, κυρίως απορρίψεις κεραμικής και άγκυρες, ευρήματα που τεκμηριώνουν τη διαρκή χρήση της ρότας από την αρχαϊκή έως και την οθωμανική περίοδο.
Πράγματι, η γεωγραφική θέση των Λεβίθων είναι διαχρονικά σημαντική, καθώς μαζί με τη γειτονική Κίναρο αποτελούν τις μόνες στεριές –και μάλιστα με ασφαλή αγκυροβόλια– που συναντά κανείς στο κέντρο μιας εκτεταμένης και με σχετικά μεγάλα βάθη υδάτινης περιοχής μεταξύ δυτικού και ανατολικού Αιγαίου, στον «πλατύ δίαυλο που χωρίζει την Ικαρία από τη Μύκονο, την Αμοργό από τη Λέρο, την Αστυπάλαια από την Κω», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο γάλλος ελληνιστής Victor Bérard. Εύλογα λοιπόν τα Λέβιθα μνημονεύονται, ή και απεικονίζονται, ήδη από τον 12ο αιώνα σε πορτολάνους, από τον 15ο αιώνα σε νησολόγια και αργότερα σε γεωγραφικά κείμενα. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι σε αυτές τις πηγές, οι οποίες είναι γραμμένες σε διάφορες γλώσσες της Μεσογείου (ελληνικά, λατινικά, ιταλικά, ισπανικά, γαλλικά), αν και το όνομα της νησίδας παραδίδεται με διαφορετικές γραφές και παραφθαρμένο, η γραφή Λέβιθα (Λέβιθα, Levita, Levitha) είναι ασφαλώς η επικρατέστερη από τον 13ο αιώνα. Από τον 17ο αιώνα απαντά στα ελληνικά επίσης η γραφή Λέβεθα, αλλά και στον ενικό αριθμό, το Λέβεθο(ς). Δεν αποκλείεται ο πληθυντικός αριθμός (τα Λέβιθα/Λέβεθα) να δήλωνε αρχικά το σύνολο των νησίδων του προαναφερόμενου διαύλου (Λέβιθα, Μαύρα, Γλάρο και Κίναρο) και ίσως όχι τυχαία γαλλικοί πορτολάνοι του 17ου και του 18ου αιώνα, καθώς και ο Γάλλος φυσιοδίφης Charles Sigisbert Sonnini (1777), περιγράφουν τα Λέβιθα ως νησιωτικό σύμπλεγμα μεταξύ Αμοργού και Λέρου. Αλλά και η βρετανική Υδρογραφική Υπηρεσία, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, χαρτογραφεί τις ίδιες νησίδες ως Levitha Islands.
Στο πρότυπο όλων των νησολογίων, το Liber Insularum Archipelagi του μοναχού Cristoforo Buondelmonti, ο οποίος καταγόταν από τη Φλωρεντία και έζησε στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, τα Λέβιθα και η Κίναρος παρουσιάζονται ως νήσοι οι οποίες ήταν ακατοίκητες και ακαλλιέργητες και αποτελούσαν τόπους όπου ενέδρευαν πειρατές και έβοσκαν ελεύθερα ζώα των κατοίκων των γειτονικών νησιών, καθώς και άγριοι όνοι. Έκτοτε και έως τον 18ο αιώνα, η εικόνα αυτή αναπαράγεται στα περισσότερα νησολόγια, διανθισμένη με αναφορές για ερείπια, μάρμαρα, κίονες, ψηφιδωτά και γενικά για κατάλοιπα μεγαλόπρεπων κτιρίων που, σύμφωνα με τους συγγραφείς τους, μαρτυρούσαν ότι οι δύο νησίδες κατοικούνταν στο παρελθόν και μάλιστα από πλούσιους ανθρώπους. Πάντως, το πρώτο νησολόγιο το οποίο κάνει λόγο για την ύπαρξη στα Λέβιθα και την Κίναρο ερειπίων και ψηφιδωτών (ruine e musaichi), χωρίς όμως άλλες λεπτομέρειες, είναι του Βενετού ναυτικού Bartolommeo dalli Sonetti (περ. 1485).
Στις ίδιες πηγές βασίζεται πιθανώς και ο γεωγράφος Μελέτιος Μήτρος (1661-1714), όταν γράφει ότι τα νησιά Κινάρα και Λεβίτα «τοπάλαι ἦσαν κατοικημένα ὑπ’ ἀνθρώπων». Εντούτοις, την ίδια περίοδο, οι δύο νησίδες δεν φαίνεται να ήταν έρημες, αφού ο Άγγλος έμπορος Bernard Randolph, ο οποίος ταξίδεψε γύρω στο 1680 στο Αρχιπέλαγος, γράφει στο ταξιδιωτικό έργο του ότι ήταν αραιοκατοικημένες και ότι, καθώς βρίσκονταν στη ρότα των κουρσάρικων πλοίων της Μπαρμπαριάς (των μουσουλμανικών ηγεμονιών της Β. Αφρικής), τα πληρώματα αυτών όχι μόνο άρπαζαν τα προϊόντα των κατοίκων αλλά απήγαν και τα παιδιά τους, με το πρόσχημα ότι ήταν νόθα τέκνα Μαλτέζων και Λιβορνέζων κουρσάρων. Ας προστεθεί ότι ο Ναπολιτάνος Francesco Piacenza, στο νησολόγιό του που εκδόθηκε το 1688, περιγράφει με ευφάνταστο τρόπο τα Λέβιθα και την Κίναρο ως κατοικημένες νησίδες που βρίσκονταν στο έλεος των ληστών της θάλασσας.
Όσον αφορά ιδιαίτερα τα Λέβιθα, το νησολόγιο του Bartolommeo dalli Sonetti (περ. 1485) είναι επίσης το πρώτο που μας πληροφορεί για την ύπαρξη λιμανιού ανοιχτού στον νοτιά, το οποίο τότε ονομαζόταν Άγιος Γεώργιος (San Zorzi). Έκτοτε και έως τον 18ο αιώνα τα περισσότερα νησολόγια αναπαράγουν αυτή την πληροφορία και μάλιστα, μετά τα μέσα του 17ου αιώνα, διανθισμένη με τις ακόλουθες λεπτομέρειες: ότι τα πλοία μπορούσαν να εφοδιαστούν εκεί με άφθονα ψάρια και με καλό πόσιμο νερό και ότι στην ανατολική άκρα του όρμου υπήρχε ένας μεγάλος πύργος-παρατηρητήριο, τον οποίο οι ναυτικοί αποκαλούσαν “του Αγ. Νικολάου” (di S. Nicolò). Αξίζει να παρατηρηθεί ότι ο Ισπανός Alonso de Santa Cruz, στο νησολόγιό του (1541), αποστασιοποιείται από την άποψη ότι τα Λέβιθα, όπως και η Κίναρος, ήταν τότε σχεδόν έρημα («algunos dizen que estan casi desiertas», γράφει) και προσθέτει ότι στο λιμάνι του Αγίου Γεωργίου υπήρχε μία μικρή κατοικία (una pequeña habitacion).

Η ονομασία του λιμανιού εξηγείται από την ύπαρξη εκκλησίας του ομώνυμου αγίου, σήμερα ερειπωμένης στην ανατολική κλιτύ του υψώματος βόρεια του σύγχρονου οικισμού, η οποία ήταν τόσο γνωστή στην εποχή του Πιρί Ρεΐς (1465-1553) που χριστιανοί αλλά και μουσουλμάνοι ναυτικοί αφιέρωναν διάφορα αντικείμενα: «Άλλος μαχαίρι, άλλος βέλος, άλλος αλυσίδα, άλλος χρήματα, άλλος πετσέτες, τέτοιου είδους πράγματα προσφέρουν αρκετά. Τα πράγματα αυτά συγκεντρώνονται μια φορά το χρόνο από τους μοναχούς της Πάτμου», μας διευκρινίζει ο Οθωμανός χαρτογράφος. Ακριβέστερα η εκκλησία ήταν τότε γνωστή στους χριστιανούς ως Άγιος Γεώργιος των Λεβίθων (Σαν Τζώρτζ ντε Λέμπιτε), ενώ στους μουσουλμάνους ως Κοτζ Μπαμπάς, καθώς οι δεύτεροι πίστευαν ότι εκεί ήταν θαμμένος κάποιος άγιος (προφανώς μπεκτασής δερβίσης) με το ίδιο όνομα. Η φήμη του προσκυνήματος στους μουσουλμάνους ναυτικούς εξηγεί, με τη σειρά της, και την ονομασία της νησίδας ως Κοτζ Μπαμπάς στις οθωμανικές πηγές κατά τα πρώιμα νεότερα χρόνια (16ος-17ος αι.), ενώ αργότερα τα Λέβιθα αναφέρονται σε αυτές με την ελληνική ονομασία τους, διαφοροποίηση που φαίνεται να υποδηλώνει την εγκατάλειψη του προσκυνήματος από τους μουσουλμάνους μετά τον 17ο αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, και ο Πιρί Ρεΐς χαρακτηρίζει τα Λέβιθα ακατοίκητα, πράγμα που ασφαλώς δεν συνάδει με τις άλλες πληροφορίες του. Επιπλέον, μερικά χειρόγραφα του έργου του απεικονίζουν στα Λέβιθα έναν οχυρωμένο οικισμό, μία ή και δύο εκκλησίες αλλά και τον πύργο που μνημονεύεται σε ιταλικά νησολόγια μετά από έναν και πλέον αιώνα. Ως όμορφο και αναπτυγμένο νησί με λιμάνι και κάστρα περιγράφει τα Λέβιθα και ο Οθωμανός ταξιδιώτης Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος τα είδε από μακριά το 1671 επιβαίνοντας σε πλοίο. Οι σποραδικές αυτές μαρτυρίες μας δείχνουν εντέλει ότι κατά την προνεωτερική περίοδο χαρακτηρίζονταν έρημα ακόμη και τα νησιά που είχαν λίγους κατοίκους.
Τα Λέβιθα έχουν αρκετούς όρμους και ορμίσκους λόγω του εξαιρετικά ακανόνιστου σχήματός τους και αποτελούν καταφύγιο για τα πλοία σε όλες τις καιρικές συνθήκες. Το λιμάνι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο μαρτυρείται στις πηγές από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα, ασφαλώς δεν είναι άλλο από το σημερινό, το οποίο καλείται Βούρκαλος και βρίσκεται στον ανατολικό μυχό του όρμου που σχηματίζεται στο μέσον του νότιου τμήματος της νησίδας. Οι πορτολάνοι των νεοτέρων χρόνων αναφέρουν ως αναγνωριστικό σημείο του όρμου το Νησάκι, το οποίο βρίσκεται στα δυτικά του, και επισημαίνουν εύλογα ότι το λιμάνι των Λεβίθων είναι προστατευμένο από όλους τους ανέμους και, επίσης, ότι είναι κατάλληλο για όλους τους τύπους πλοίων, δίνοντας ωστόσο ορισμένες συμβουλές για την αγκυροβόληση των μεγάλων πλοίων λόγω της στενότητας του χώρου. Ενδεικτικά των δυσκολιών που παρουσίαζε το αγκυροβόλιο αυτό για το δέσιμο μεγάλων αλλά και πολλών πλοίων ταυτοχρόνως είναι όσα σχετικά παραθέτει στα απομνημονεύματά του ο μαρκήσιος Giron-François de Ville, ανώτατος αξιωματικός των Βενετών, εξιστορώντας τα γεγονότα του Κρητικού Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου ο βενετικός στόλος είχε καταφύγει στα Λέβιθα για να προστατευτεί από τους ανέμους (17-18.08.1666).
Ο γάλλος πιλότος Pierre Gilly, σε πορτολάνο που συνέταξε μεταξύ του 17ου και του 18ου αιώνα, κάνοντας λόγο για τα Λέβιθα και για το λιμάνι τους, δίνει στους ναυτιλλομένους μια συμβουλή, η οποία επιβεβαιώνει την πληροφορία του νησολογίoυ του C. Buondelmonti και άλλων μεταγενέστερων ότι η νησίδα αυτή, όπως και η Κίναρος, αποτελούσαν τόπους ενέδρας πειρατών· ακριβέστερα ο P. Gilly γράφει ότι «αυτό το λιμάνι δεν είναι καλό για τους εμπόρους επειδή είναι έρημο και οι ληστές συχνάζουν εκεί». Πράγματι, στις πηγές των νεοτέρων χρόνων μαρτυρούνται επιθέσεις πειρατών και κουρσάρων σε εμπορικά πλοία που είχαν αγκυροβολήσει στα Λέβιθα, καθώς επίσης και αιχμαλωσίες πειρατών που σύχναζαν εκεί. Πιο συγκεκριμένα, έχουν καταγραφεί τα ακόλουθα περιστατικά: Το 1696 το καΐκι του Λέριου Γιώργη ρεΐζη (καπετάνιου), το οποίο είχε καταφύγει στα Λέβιθα λόγω κακοκαιρίας, είχε δεχθεί ληστρική επίθεση από την κουρσάρικη φελούκα από την Τήνο με σημαία της Βενετίας και με καπετάνιο τον Τζουάνε ή Γιαννάκη. Αργότερα, το 1847, η οθωμανική πολεμική γολέτα Rev–iEsser είχε αποκλείσει στα Λέβιθα ένα πειρατικό πλοίο με πλήρωμα δώδεκα ανδρών, οι οποίοι διέφυγαν στη νησίδα προσπαθώντας να μη συλληφθούν. Αξίζει να προστεθεί εδώ η πληροφορία του Γ. Σμυρνάκη ότι: «Ὑφίστανται ἐν τῇ νησίδι διάφορα σηραγγώδη ὑπόγεια σπήλαια ὅλως ἀφανῆ, ἅτινα ἐν καιρῷ τῶν πειρατικῶν καὶ λῃστρικῶν ἐπιδρομῶν ἐχρησιμοποιοῦντο ὡς κρησφύγετα». Μόλις έναν χρόνο μετά το προαναφερόμενο περιστατικό, μία οθωμανική γολέτα με καπετάνιο τον Χασάν, η οποία είχε αναχωρήσει από τo Κουσάντασι με προορισμό την Κρήτη και είχε καταφύγει στα Λέβιθα επίσης λόγω κακοκαιρίας, είχε δεχθεί ληστρική και δολοφονική επίθεση από την ελληνική μπομπάρδα με επταμελές πλήρωμα από την Αμοργό και καπετάνιο τον Κώστα Οικονομίδη. Το 1877 αναφέρεται ότι το πειρατικό πλοίο του «φημισμένου» Γιωργούλα με πλήρωμα δεκαπέντε ανδρών, το οποίο είχε αναχωρήσει από τον Πειραιά με αρχικό προορισμό τη Λίνδο, είχε προσεγγίσει το Κουφονήσι και έπειτα τα Λέβιθα. Δύο χρόνια μετά, το πλήρωμα ενός τσερνικιού με ελληνική σημαία λήστεψε και δολοφόνησε το πλήρωμα ενός τρεχαντηριού από την Κάρπαθο που είχε καταφύγει στα Λέβιθα λόγω τρικυμίας. Το 1882 είχε καταφύγει στα Λέβιθα για δέκα ημέρες το πλοίο (τρεχαντήρι-μπρατσέρα) του Αμοργινού πειρατή Γεωργίου Φαζάκου, το οποίο είχε διαπράξει σειρά εγκλημάτων στο Αρχιπέλαγος.
Αξίζει να παρατηρηθεί ότι οι πειρατές, το 1848 και το 1879, είχαν βυθίσει στο λιμάνι των Λεβίθων το πλοίο στο οποίο είχαν επιτεθεί, για να εξαφανίσουν τα ίχνη του εγκλήματός τους, πράγμα που συνήθιζαν. Μάλιστα στο περιστατικό του 1879 είχαν κριθεί από τις αρχές συνένοχοι και φυλακιστεί στη Ρόδο και οι βοσκοί που κατοικούσαν τότε στα Λέβιθα. Γι’ αυτό και ο Γ. Σμυρνάκης γράφει αργότερα ότι: «Ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἐτελοῦντο πολυάριθμα κακουργήματα ἐν τῇ νησίδι ταύτῃ ὑπὸ τῶν ἐκμισθωτῶν Πατμίων καί τινων ἐξ ἄλλων νήσων, οἵτινες τοὺς καταπλέοντας ἐμπόρους, ἕνεκα ἀντιξόου καιροῦ, ἐλήστευον καὶ ἐφόνευον, βυθίζοντες καὶ τὰ πλοῖα αὐτῶν». Ωστόσο, και οι κάτοικοι των Λεβίθων αποτελούσαν συχνά θύματα των ληστρικών επιθέσεων. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του ελληνικού πλοίου από την Αμοργό με πενταμελές πλήρωμα και καπετάνιο τον Αντώνιο Μ. Γαβαλά, το οποίο το 1867 είχε προσορμιστεί στα Λέβιθα με σκοπό να κλέψει ζώα και είχε καταδιωχθεί από τους ποιμένες κατοίκους της νησίδας. Τα ζώα και τα γεωργικά-κτηνοτροφικά προϊόντα των Λεβίθων, όπως και άλλων νησιών και νησίδων αλλά και των ηπειρωτικών ακτών, γίνονταν εξάλλου συχνά αντικείμενο αρπαγής ή βίαιης αγοράς από τα πληρώματα των διερχόμενων πλοίων για τη διατροφή των πληρωμάτων τους. Ενδεικτικά, σε ένα κατάστιχο της μονής Πάτμου καταγράφεται, μεταξύ άλλων, η «μὲ βίαν τῶν Τουρκῶν» πώληση των 10 κοιλών κριθαριού που υπήρχε στα Λέβιθα για σπορά. Περισσότερο χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το ημερολόγιο του σπετσιώτικου μπρικιού Ο Αλέξανδρος που συμμετείχε στις ναυτικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης: «ἐφθάσαμεν (20.07/01.08.1821) εἰς τὸ νησὶ Λέβετζον, καὶ εὐγῆκεν ἡ βάρκα μας ἔξω ἴσως εὕρη ὀλίγον κρέας, καθὼς καὶ οἱ ἄλλες βάρκες τῶν καραβίων. […] ἦλθεν ὁ Καπετάνιος ἀπ’ ἔξω μὲ τὴν βάρκαν χωρὶς νὰ φέρῃ τίποτε, ἐπειδὴ εὐσπλαχνίσθη τὸν εὑρισκόμενον τζοπάνην τοῦ νησίου, δὲν τοῦ ἐπείραξεν οὐδὲ ποσῶς τὴν ποίμνην του, ἐπειδὴ ὀλίγον ἀρχήτερα εἶχον φθάσει ἄλλαι βάρκαι τῶν καραβίων καὶ τὸν εἶχον καταδαμάσει τὸν δυστυχῆ».

Πέρα από κρησφύγετο και ορμητήριο πειρατών, ο Buondelmonti μας πληροφορεί επίσης ότι τα Λέβιθα, όπως και η Κίναρος, ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα, χρησιμοποιόταν ως βοσκότοπος από τους κατοίκους των γειτονικών νησιών. Μάλιστα, με βάση αυτή την πληροφορία, έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας στο Αιγαίο (13ο-15ο αι.) οι δύο αυτές νησίδες αξιοποιούνταν κατ’ αυτόν τον τρόπο και ότι τον 14ο αιώνα ανήκαν συγκεκριμένα στους ηγεμόνες της Αμοργού, τη βενετική οικογένεια Ghisi, καθώς το 1360 αναφέρεται ότι ο Marino Ghisi είχε κληροδοτήσει στην κόρη του Mattea «όλους τους σκοπέλους ή νησίδες» (omnia scopula sive insuletas) στα ανατολικά της Αμοργού.
Πάντως, κατά την οθωμανική περίοδο, είναι βέβαιο ότι τα Λέβιθα αποτελούσαν βοσκότοπο της Πάτμου αλλά και υπάγονταν εκκλησιαστικά, όπως και σήμερα, στην πατριαρχική εξαρχία της. Αναφέρθηκε ήδη η πληροφορία του Πιρί Ρεΐς (16ος αι.) ότι οι μοναχοί της Πάτμου συγκέντρωναν μια φορά τον χρόνο τα αφιερώματα των ναυτικών στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου. Αργότερα σειρά αρχειακών τεκμηρίων μας πληροφορούν ότι, μετά από σχετικό αίτημα που είχε υποβάλει ο οικουμενικός πατριάρχης Ιερεμίας Γ΄ προς την οθωμανική κυβέρνηση με το επιχείρημα ότι η μονή Πάτμου δεν διέθετε βοσκοτόπια, ο σουλτάνος Αχμέντ Γ΄ είχε εκδώσει το 1724 φιρμάνι το οποίο όριζε τα εξής: αφενός επέτρεπε στους μοναχούς της Πάτμου να χρησιμοποιούν τα Λέβιθα ως βοσκότοπο και αφετέρου τους υποχρέωνε να παραδίδουν κάθε έτος 20 οκάδες (περ. 25 χγρ.) ελαιολάδου στο βακούφι του θρησκευτικού σχολείου και της βιβλιοθήκης που είχε ιδρύσει στην Κωνσταντινούπολη ο μεγάλος βεζίρης Νταμάντ Ιμπραχίμ Πασά και η σύζυγός του Φατιμά, κόρη του ίδιου σουλτάνου. Έκτοτε τo φιρμάνι αυτό ανανεώθηκε επανειλημμένα μέχρι το 1844, όχι μόνο λόγω της ανάρρησης στον θρόνο άλλων σουλτάνων, αλλά κυρίως με αφορμή την καταπάτηση βοσκοτόπων και την κατακράτηση γαιοπροσόδων της Μονής από κατοίκους της Πάτμου και συγκεκριμένα από τον χατζη-Μανόλη και τον Μιχάλη ρεΐζη (καπετάνιο) στο διάστημα των ετών 1737-1752. Μάλιστα ο οικουμενικός πατριάρχης Παΐσιος Β΄ είχε εκδώσει το 1742 και αφοριστικό γράμμα εναντίον του χατζη-Μανόλη και των συντρόφων του. Εντούτοις, σε ορισμένα από τα αρχειακά αυτά τεκμήρια επισημαίνεται ότι ήταν παλαιά συνήθεια οι κάτοικοι της Πάτμου να βόσκουν ζώα στα Λέβιθα και, επομένως, ότι η Μονή δεν είχε την αποκλειστικότητα σε αυτό.
Κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και ακριβέστερα το 1828, όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει ότι τα Λέβιθα αποτελούσαν ιδιοκτησία της αλλ’ ότι το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν χέρσο και η σπόριμη γη τους ήταν εξήντα κοιλών δημητριακών καρπών (περ. 1,54-1,7 τόνων)· επιπλέον, η Μονή είχε αναφέρει τότε ότι η νησίδα δεν είχε άλλο δέντρο εκτός από μία συκιά, ότι η γη της ήταν ξερή και πετρώδης και ότι δεν υπήρχαν εκεί πηγές ούτε πηγάδια πέρα από ένα κοντά στη θάλασσα με υφάλμυρο νερό. Αργότερα (π. 1935) ο Γ. Σμυρνάκης μας πληροφορεί ότι φρεάτια με υφάλμυρο νερό υπήρχαν σε διάφορα σημεία (Γεράνι, Μαΐστρο, Βούρκαλο κ.ά.). Πάντως, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, διάνοιξη πηγαδιών έγινε γύρω στο 1920.
Τα Λέβιθα, όπως και άλλες γαίες των οποίων είχε τη νομή η μονή Πάτμου κατά τα νεότερα χρόνια, μισθώνονταν κυρίως σε μέλη της μοναχικής αδελφότητας, οι οποίοι ανέθεταν τη βόσκηση και την καλλιέργειά τους σε λαϊκούς. Πιο συγκεκριμένα, γνωρίζουμε τα εξής: Κατά τη δεκαετία του 1740 μισθωτής ήταν ο ιερομόναχος Γεράσιμος Χάρος από την Κάσο (†1750), καθώς στα οθωμανικά έγγραφα μαρτυρείται ως αντίδικος των καταπατητών, ενώ στο Βραβείον της Μονής ως αυτός που «ἐγλύτωσε τὰ Λέβυνθα ἀπὸ τὸν χατζῆ Μανόλη». Λίγα χρόνια μετά (1755), σε έναν άλλο μοναστηριακό κώδικα αναφέρεται ότι στη νησίδα βρισκόταν ο μοναχός Μακάριος και ότι είχε λάβει από τη Μονή ποσότητες σιταριού (μάλλον για σπορά με την ιδιότητα του πακτωτή). Το 1793 καταγράφεται στο Βραβείον ο θάνατος στα Λέβιθα του μοναχού Γαβριήλ “του λεγόμενου Ιωνά” από την Αμοργό. Το 1813 τα Λέβιθα μαζί με τους Λειψούς είχαν μισθωθεί για ένα έτος στον Πάτμιο άρχοντα σιορ Παναγιώτη Σκαρπέτη, ενώ το 1827 είχαν πακτωθεί μόνο τα Λέβιθα για τέσσερα έτη στους Γεώργιο Καβουράκη και Αλεξανδρή, γιο του Μανόλη Μελιγκάρη. Το 1847 τα Λέβιθα είχαν ενοικιαστεί για οκτώ χρόνια στον ιερομόναχο Ιλαρίωνα Γαλάνη, αλλά το 1852 η Μονή σύναψε νέο συμβόλαιο με τον ίδιο ιερομόναχο εφ’ όρου ζωής († 1877) έναντι 1.000 γροσίων. Αξίζει να προστεθεί ότι το 1852 ο Ι. Γαλάνης έκτισε στη νησίδα δεξαμενή.
Τα σωζόμενα μισθωτήρια συμβόλαια του 19ου αιώνα για τα Λέβιθα μας δείχνουν ότι έως τη δεκαετία του 1830 ο πακτωτής παρέδιδε στη μονή Πάτμου μέρος της γεωργικής-κτηνοτροφικής παραγωγής, ενώ από την επόμενη δεκαετία το αντίτιμο της πάκτωσης ήταν ένα ετήσιο ποσό που κυμαινόταν. Επίσης, τα συμβόλαια αυτά επιβεβαιώνουν τη δήλωση της Μονής προς την ελληνική κυβέρνηση ότι η σπόριμη γη της νησίδας ήταν κατά προσέγγιση 60 κοιλά δημητριακών, αφού αναφέρουν ότι η Μονή παρέδιδε στον μισθωτή για σπορά 50 κοιλά σιταριού (περ. 1,3-1,4 τόνους) και 10 ή 20 κοιλά κριθαριού (περ. 270 ή 540 χλγ.). Ωστόσο, σύμφωνα με ένα συμβόλαιο, φαίνεται ότι –τουλάχιστον κάποιες φορές– ο πακτωτής είχε τη δυνατότητα να σπείρει μεγαλύτερη ποσότητα δημητριακών υπό τον ακόλουθο όρο: «ἡ δὲ σπορὰ ὅλη θέλει μετρισθῇ εἰς τὸ ἁλῶνι ἐξημισείας (ενν. μεταξύ των συμβαλλομένων)». Σε ό,τι αφορά τη βόσκηση ζώων, αναφέρεται ότι μέχρι το 1869 η Μονή διατηρούσε στα Λέβιθα περίπου 120 μεγάλα ζώα.
Το καθεστώς αυτό άλλαξε το 1869 όταν, μετά από εισήγηση προς τις οθωμανικές αρχές της Ρόδου «κακοβούλων τινῶν καὶ ἀγνωμόνων Πατμίων», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Σμυρνάκης, ο διοικητής της Κω, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Πάτμος, έλαβε διαταγή να διανείμει σε ιδιώτες τίτλους νομής γαιών στα Λέβιθα και σε άλλες νησίδες στις οποίες είχε ιδιοκτησίες η Μονή. Εντούτοις, μέχρι το 1875 η Μονή δεν έπαψε να παραδίδει κάθε έτος τις 20 οκάδες ελαιολάδου στο βακούφι του Νταμάντ Ιμπραχίμ Πασά και της Φατιμά, ενώ κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες, με τη συνδρομή της κοινότητας της Πάτμου αλλά και του οικουμενικού πατριαρχείου, για την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος. Τελικά, το 1878 αρκετοί κάτοχοι των προαναφερόμενων τίτλων, «θείῳ ζήλῳ κινούμενοι», τους παραχώρησαν στη Μονή. Όσον αφορά τα Λέβιθα, οι Αθανάσιος και Αγγελής Κοτζανάς, Γεώργιος Αιμιλιανός, Γεώργιος Καληγάς, Ιωάννης Φωκιανός, Ιωάννης Τηλιακός, Ιωάννης Παναγιώτου, Νικόλαος Καμπόσος, Νικόλαος Αιμιλιανός, Νικόλαος Βλαχάκης, Πέτρος Κρητικός, Λεωνίδας Σκεμπές, Στ. Μουζάκης, Μανουήλ Ισιδώρου και Αντώνιος Αυγερινός είχαν παραδώσει τότε στη Μονή τους τίτλους που κατείχαν και οι οποίοι αφορούσαν συνολικά 70 στρέμματα (σύμφωνα με την έκταση που αναγραφόταν σε αυτούς).
Έκτοτε οι γαίες αυτές εκμισθώνονταν από τη μονή Πάτμου, ενώ οι υπόλοιπες από τις αρχές της Λέρου. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι, από την περίοδο της ηγουμενίας Ιακώβου Παντελίδη (1878-1880) έως τουλάχιστον το 1882, ο Εμμανουήλ Πτέρης, ο οποίος είχε ενοικιάσει παράλληλα τις βοσκήσιμες γαίες, κατέβαλλε ετησίως ενοίκιο στη Μονή για τις σπόριμες γαίες της νησίδας. Το 1887 μαρτυρείται ως μισθωτής ο Νικόλαος Καμπόσος, ο οποίος αργότερα (1922) αφιέρωσε στη Μονή έναν ακόμη τίτλο νομής γης που είχε εκδοθεί το έτος Εγίρας 1299 (1881-1882) και τον οποίο είχε αγοράσει από τον Αιμιλιανό· ο τίτλος αυτός αφορούσε σπόριμη γη 12 κοιλών (περ. 310-340 χγρ.) στη θέση Κάμπος και συμπεριλάμβανε ένα σπίτι που ο ίδιος ο Ν. Καμπόσος είχε κτίσει εκεί το 1889, καθώς και μία δεξαμενή (προφανώς τη δεξαμενή του Ι. Γαλάνη). Το εν λόγω κτήμα περιήλθε εντέλει στην κατοχή της Μονής το 1933, όταν απεβίωσε ο αφιερωτής και η σύζυγός του. Αλλά ήδη από το 1907 μισθωτής ήταν πλέον ο γιος του Ν. Καμπόσου, Δημήτριος, τον οποίο με τη σειρά του διαδέχθηκε το 1945 ο γιος του Σταύρος.
Οι εκμισθώσεις των γαιών που είχαν αφιερωθεί στη μονή Πάτμου δεν διακόπηκαν λοιπόν κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), αν και το συμβούλιο της Μονής είχε απευθυνθεί προς τις ιταλικές αρχές ήδη από την αρχή της κατοχής ζητώντας να περιέλθουν τα Λέβιθα στην αποκλειστική κυριότητά της και να πάψει η Δημαρχία Λέρου να τα εκμισθώνει, καθώς «ἡ νησὶς Λέβεθα [ανήκε] εἰς τὴν Πάτμον καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Λέρον ὡς [ισχυρίζοντο] οἱ Λέριοι». Πράγματι, οι αρχές της Λέρου εξέθεταν σε πλειστηριασμό προς ενοικίαση ολόκληρη τη νησίδα και όχι μόνο τις βοσκήσιμες γαίες της, θεωρώντας μοναστηριακό κτήμα μόνο τον Κάμπο και μη αναγνωρίζοντας τους υπόλοιπους τίτλους από τα συνολικά 85 στρέμματα αρόσιμης γης που κατείχε πλέον εκεί η Μονή. Μάλιστα, σύμφωνα με τα σωζόμενα συμβόλαια που συνάφθηκαν στη Λέρο, ο μισθωτής υποχρεωνόταν να καταβάλλει δεκάτη (decima) σε είδος ή σε χρήμα για τη γεωργική παραγωγή και, επίσης, να διατηρεί τα υπάρχοντα δέντρα αλλά και να φυτεύει κάθε χρόνο άλλα δέκα. Γι’ αυτόν τον λόγο και από το 1918 στα αντίστοιχα συμβόλαια που συνάπτονταν στη μονή Πάτμου αναγράφονταν όλα τα κτήματα που αυτή θεωρούσε ότι είχε στα Λέβιθα· τα χωράφια αυτά βρίσκονταν ακριβέστερα σε δεκαέξι διαφορετικές θέσεις.

Από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αν όχι νωρίτερα, οι λίγοι κάτοικοι της νησίδας θα πρέπει να κατοικούσαν στη θέση του σύγχρονου οικισμού, στα νότια του ναϋδρίου της Παναγίας. Άλλωστε, λίγο βορειοανατολικότερα του οικισμού κτίστηκε το 1852 μία δεξαμενή από τον ιερομόναχο Ιλαρίωνα Γαλάνη, πακτωτή των Λεβίθων, όπως σημειώθηκε. Η παλαιότερη κτητορική επιγραφή του ναϋδρίου μαρτυρεί ότι αυτό ανακαινίσθηκε το 1858 από τον Αστυπαλίτη Ιωάννη Καραγεωργίου (πιθανώς σπογγαλιέα) και, επομένως, προϋπήρχε εκεί παλαιότερο ναΰδριο. Πράγματι, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει το 1828 στην ελληνική κυβέρνηση ότι στη νησίδα υπήρχαν δύο οικήματα και μία εκκλησία. Το 1881, το μοναστηριακό κτηματολόγιο μας πληροφορεί ότι οι γεωργοί διέμεναν «εἰς μικράς τινάς οἰκίας ἀνεγερθεῖσας παρά τῆς Μονῆς, ὡς καί δύο μικράς Ἐκκλησίας». Η δεύτερη εκκλησία θα πρέπει να είναι το ναΰδριο του Αγ. Γεωργίου, το οποίο βρίσκεται σήμερα ερειπωμένο στην ανατολική κλιτύ του υψώματος βόρεια του οικισμού. Πέρα από τις μικρές κατοικίες που είχε ανεγείρει η Μονή, όπως αναφέρθηκε, ο Ν. Καμπόσος έκτισε το 1889 ένα σπίτι στο χωράφι του Κάμπου πλησίον της δεξαμενής. Πάντως, αργότερα (π. 1935) ο Γ. Σμυρνάκης γράφει ότι υπήρχαν μόνο τρεις ποιμενικές καλύβες δίπλα στο ναΰδριο τη Παναγίας.
Όσον αφορά τον αριθμό των κατοίκων, ο Εμμανουήλ Λυκούδης, ο οποίος ως ανακριτής είχε επισκεφθεί τα Λέβιθα για τη διερεύνηση ενός εγκλήματος, κάνει λόγο για επτά ή οκτώ βοσκούς γύρω στο 1880. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα το 1916, υπηρεσιακά σημειώματα των Ιταλών επιθεωρητών των φάρων των Δωδεκανήσων αναφέρουν ότι στη νησίδα κατοικούσαν μόνιμα 20 άτομα, μέλη τριών οικογενειών από την Πάτμο (Καμπόσου, Σκεμπέ και Χρυσοφού) και μίας από την Κάλυμνο (Σφοντύλη/Σφοντύλου). Επίσης, είχαν καταφύγει με ιστιοφόρο στα Λέβιθα και διέμεναν τότε προσωρινά άλλα 30 άτομα, Έλληνες Μικρασιάτες διωκόμενοι από τους Νεότουρκους. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, τα δεδομένα των ιταλικών και έπειτα των ελληνικών απογραφών μας δείχνουν ο πληθυσμός των Λεβίθων δεν υπερέβη τα δώδεκα άτομα.
Το 1916 οι μόνιμοι κάτοικοι απασχολούνταν από τον τότε μισθωτή της νησίδας Δημήτριο Καμπόσο στην καλλιέργεια της γης, τη βόσκηση ζώων και την παρασκευή ασβέστη, η ποιότητα του οποίου, κατά τον Βρετανό αρχαιολόγο John Myres, ήταν εξαιρετική. Ο Γ. Σμυρνάκης μας διευκρινίζει ότι με την ασβεστοποιΐα ασχολούνταν και οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στα Λέβιθα, προσθέτοντας ότι είχαν φθάσει εκεί τον Νοέμβριο του 1914 και ότι κατάγονταν από την Αλικαρνασσό (Bodrum). Η παρασκευή ασβέστη στη νησίδα, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, συνεχίστηκε μέχρι το 1920. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, κατά το ίδιο έτος, εξήχθησαν μάρμαρα για την ανέγερση στην Κάλυμνο ναϋδρίου και κενοτάφιου του ευεργέτη της Νικολάου Βουβάλη, ενώ αργότερα (1943) έγιναν ενέργειες για την επίστρωση του δαπέδου του εξωνάρθηκα της μονής Πάτμου με πλάκες από τα Λέβιθα. Επίσης, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, στη δεκαετία του 1960, κάθε χρόνο από τον Μάϊο έως τον Οκτώβριο, παρασκεύαζαν ασβέστη εκεί Αστυπαλίτες. Πέρα από τα πετρώματα, το ζωϊκό κεφάλαιο της νησίδας συνίστατο το 1916 από τρεις μάντρες με πρόβατα και τέσσερα βόδια για άροση. Μάλλον στην ίδια περίοδο αναφέρεται και ο Γ. Σμυρνάκης όταν γράφει ότι υπήρχαν εκεί ποιμνιοστάσια με τετρακόσια πρόβατα, εκατό άγριες αίγες και περίπου τριάντα μεγάλα ζώα. Σε ό,τι αφορά τη γεωργία, αξίζει να προστεθεί η πληροφορία του στατιστικολόγου Livio Livi ότι στα Λέβιθα είχαν γίνει προσπάθειες για να καλλιεργηθεί καπνός.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945), η νησίδα διαδραμάτισε ρόλο προκεχωρημένου φυλακίου των Δωδεκανήσων, ιδιαίτερα της Λέρου, και έγινε πεδίο συγκρούσεων. Πιο συγκεκριμένα, τα Λέβιθα αποτελούσαν έδρα ιταλικού παρατηρητήριου εφοδιασμένου με ραδιοτηλεγραφικό σταθμό πεδίου και, στις 18 Οκτωβρίου 1943, καταλήφθηκαν προσωρινά από τους Γερμανούς χωρίς αντίσταση, με σκοπό την απελευθέρωση Γερμανών αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν φθάσει εκεί όταν το βρετανικό πολεμικό πλοίο που τους μετέφερε προσέγγισε τη νησίδα. Πέντε ημέρες μετά, επίλεκτες δυνάμεις Βρετανών (LRDG) επιχείρησαν να καταλάβουν τα Λέβιθα, αλλά η επιχείρησή τους ήταν ανεπιτυχής και αιματηρή. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 1945, επίλεκτες δυνάμεις Ελλήνων (Ιερός Λόχος) κατέστησαν τη νησίδα βάση για περιπολίες και ορμητήριο για καταδρομικές επιχειρήσεις σε υπό γερμανική κατοχή γειτονικά νησιά (Λέρο, Κάλυμνο, Κω). Εύλογα, λοιπόν, ο Σταύρος Καμπόσος είχε δηλώσει λίγο αργότερα (12.11.1945) στον τοποτηρητή της μονής Πάτμου Θεοφάνη Κρικρή ότι δεν μπορούσε να καταβάλει το προβλεπόμενο μίσθωμα, καθώς ήταν γνωστή στους μοναχούς «ἡ καταστροφὴ ἡ προσγενομένη εἰς αὐτὸν ἐκ τῶν βομβαρδισμῶν καὶ τῶν μαχῶν τῶν λαβουσῶν χώραν ἐν τῇ νησίδι ταύτῃ»· και αντί οποιουδήποτε μισθώματος σε χρήμα ή σε είδος είχε αναλάβει «τὴν ὑποχρέωσιν νά ἐπαναφέρῃ τὰ κτήματα εἰς οἷαν κατάστασιν εὑρίσκοντο διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν ἀπαιτουμένων τοίχων, ὀχθιῶν κ.λπ.». Ας προστεθεί ότι, κατά τη διάρκεια του Πολέμου αλλά και τα αμέσως επόμενα χρόνια, προφανώς λόγω έλλειψης τροφίμων, το αντίτιμο της μίσθωσης των Λεβίθων δεν ήταν μόνο σε χρήματα αλλά επίσης και σε προϊόντα ή μόνο σε προϊόντα που παρήγε η νησίδα (σιτάρι, κριθάρι) και, επίσης, ότι ο μισθωτής υποχρεωνόταν «ν᾿ ἀνεγείρῃ τοίχους εἰς τὰ κτήματα πρὸς προφύλαξιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν χειμάρρων καὶ τῶν ζώων».

Πέρα από την οικονομική αξιοποίηση των Λεβίθων, η οικογένεια Καμπόσου είχε αναλάβει επίσης τη φύλαξη του φάρου, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1889 από τη γαλλική εταιρεία Administration générale des Phares de l’Empire Ottoman στο νοτιοανατολικό άκρο της νησίδας (Σπανό). Άλλωστε, σύμφωνα με το υπηρεσιακό σημείωμα του Ιταλού επιθεωρητή φάρων Salvatore Medda, ο Δημήτριος Καμπόσος ζούσε στα Λέβιθα από ιδρύσεως του φάρου, στον οποίο και διέμενε το 1916 μαζί με τους δύο γιους του, Κωνσταντίνο και Σταύρο, οι οποίοι ωστόσο μετέβαιναν τότε συχνά στην Πάτμο. Ο φάρος των Λεβίθων άναψε για πρώτη φορά στις 20 Φεβρουαρίου 1890 και, όπως όλοι οι φάροι της ίδιας περιόδου στην Οθωμανική αυτοκρατορία, λειτουργούσε υπό την ευθύνη της κατασκευάστριας εταιρείας. Ο εν λόγω φάρος αποτελείτο από ένα φυλάκιο επί του οποίου υψωνόταν σιδερένιος ιστός με αναρτημένους δύο φανούς πετρελαίου, αλλά το 1930 εκσυγχρονίστηκε με αυτόματο ανεπιτήρητο φανό συστήματος AGA. Ωστόσο, η οικογένεια Καμπόσου εξακολούθησε να έχει τη φύλαξη του φάρου μέχρι τον βομβαρδισμό του από τους Βρετανούς προς το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μάλιστα το 1940 μαρτυρείται πλέον ως φαροφύλακας ο Σταύρος Καμπόσος. Σήμερα στα ερείπια του παλαιού φάρου λειτουργεί φανός από λευκό σιδηρόπλεκτο οβελό ύψους 4 μ., ο οποίος συντηρείται από την Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού.
Ο φάρος των Λεβίθων αποτελούσε «σπουδαιότατον φαρικὸν κόμβον», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Στυλιανός Λυκούδης, ο πρώτος επικεφαλής της Υπηρεσίας Φάρων (1915-1939), καθώς η νησίδα είναι «ναυτιλιακῶς ἐπισημοτάτη διὰ τὴν γεωγραφικήν της θέσιν». Τον ρόλο αυτόν των Λεβίθων διαπιστώνει με την κριτική ματιά του και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος μερικές δεκαετίες μετά (1976): «Καὶ ὁλοένα ψαροκάικα μπαίνουν καὶ βγαίνουν –ἀπὸ τὴν Κάλυμνο, τὴν Πάτμο, τὴ Λέρο, τοὺς Φούρνους, τὴν Ἰκαριὰ καὶ ἀλλοῦ. Σωστὸ κέντρο ἀπὸ διάφορες διασταυρωμένες δραστηριότητες θαλασσινές, ἐπιλήψιμες καὶ μή». Η νησίδα, αποτελώντας καταφύγιο πλοίων και προσφέροντας προστασία από κακοκαιρίες στην καρδιά του νοτίου Αιγαίου, δεν έπαψε λοιπόν μέχρι την εποχή μας να προσελκύει πλήθος ταξιδιωτών κάθε είδους. Και όπως στα πρώιμα νεότερα χρόνια αρκετοί από αυτούς προσέφεραν αναθήματα στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου για να έχουν πάντοτε την προστασία των αγίων στις θαλασσινές και συχνά ριψοκίνδυνες δραστηριότητές τους, στα ύστερα νεότερα χρόνια αφιέρωναν διάφορα αντικείμενα στην εκκλησία της Παναγίας.

Ενδεικτικά, στα πρακτικά του συμβουλίου της μονής Πάτμου αναφέρεται το 1903 ότι ο Σταύρος Ν. Καμπόσος είχε δηλώσει στον ηγούμενο Αγαθάγγελο Βάτικα πως στην εικόνα της Παναγίας των Λεβίθων υπήρχαν αρκετά αναθήματα, καθώς και ότι είχε εγκριθεί η εκποίησή τους με σκοπό την επισκευή ενός ναού. Μεταξύ των αναθημάτων θα ήταν ασφαλώς και πολύτιμοι σπόγγοι, όπως αυτούς που βλέπει κανείς σήμερα αφιερωμένους στο ναΰδριο της Παναγίας. Άλλωστε, σύγχρονοί μας θυμούνται ακόμη την αυλή της εκκλησίας γεμάτη από σφουγγάρια, τα οποία Καλύμνιοι άπλωναν εκεί για να στεγνώσουν (στη δεκαετία του 1960). Πράγματι, τα ύδατα των Λεβίθων ήταν γνωστό πεδίο σπόγγων καλής ποιότητας, ιδιαίτερα καπάδικων, και η νησίδα αποτελούσε τον πρώτο σταθμό των σπογγαλιευτικών πλοίων της Καλύμνου πριν να “τραβήξουν γραμμή” για τη Μπαρμπαριά (Β. Αφρική). Ας σημειωθεί, τέλος, ότι στις πηγές καταγράφονται περιστατικά με Καλύμνιους σφουγγαράδες που “χτυπήθηκαν” από τη νόσο των δυτών στη θαλάσσια περιοχή των Λεβίθων.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Στράβων, Γεωγραφικά, 10.5.12-13· Οβίδιος, Η τέχνη του έρωτα, 2.79-84· Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 8.220-225· Pliny, Naturalis historia, 4.68-71· Pomponius Mela, De situ orbis, 2.111· Ανώνυμος, Σταδιασμός, 281-282· Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά, 238.15-16· Bartolommeo dalli Sonetti 1485, 64-65· Bordone 1547, f. 45v-46r· BUB, MSS 3613, f. 38a· ANF, Marine, 3JJ, 220, no. 7, 85· ANF, Marine, 3JJ, 220, no. 10, 5-6· İÜNEK, TY 123/2, f. 253b· Boschini 1658, 56-57· Rostagno 1668, 106· Randolph 1687, 24· Dapper 1688, 46-47· Piacenza 1688, 242-243· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 130· ANF, Marine, 5JJ, 323, 30-31· Μελέτιος 1728, 490· ANF, Marine, 3JJ, 221, no. 7 (n. 54)· ΜΙΘ, αρ. Φλωρ. 103 (Πατριαρχικά)· ΜΙΘ, Ο.Α., Φ. 82, αρ. 12· ΜΙΘ, Α.Κ. 1004, φ. 216· ΜΙΘ, Α.Κ. 1005, φ. κγ΄r και σ. 29· Sonnini 1801, 270· ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 47-48, 186-187, 360, 388, 436, 812· Bondelmontius 1824, 100· ΜΙΘ, Α.Κ. 1010, φ. 1r· HOA, Levitha· Ross 1843, II, 56· εφ. Journal de Constantinople, 16.08.1847, 3· εφ. Journal de Constantinople, 29.07.1848, 3· Pinder – Parthey 1860, 394-396· εφ. Le XIXe Siècle, 26.04.1877, 3· ΥΔΙΑ, Προξενείο Ρόδου, 1867, φάκ. 77/3, 17.04.1867· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1876-1882), 45-46, 229-230· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 51· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1882-1892), 7, 17, 75, 137· εφ. Σάμος, 13.10.1882, 2-3· ΜΙΘ, Α.Κ. Κώδιξ ενοικιαστηρίων και πωλητηρίων (1883-1912), 322-323· BOA, ŞD. 6/23/3· εφ. Stamboul, 30.01.1890, 3· Υπηρεσία Φάρων 1890, 220-221, 325· Λυκούδης 1891, 259-262· Legrand 1897, 61· Bérard 1902, 352· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 73, 430-431, 726, 737-738· Kretschmer 1909, 660-661· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1912-1925), 104-105, 155-156· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον κτημάτων (1913-1925), 60· Χαβιαράς 1915, 132-133· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1916-1920), 86-87, 171-177, 197-198, 240-243· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1917, φάκ. 8, τμ. 2/4, 17.02.1916, 21.04.1916· Santa Cruz 1918, 275· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1920-1923), 250, 262· Myres 1920, 334· Bürchner 1921, 463· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 28.02.1923, 27.09.1923· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1923-1927), 314· Bürchner 1924, 1055· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1925-1928), 115-116· Χατζη-Αναργύρου 1926, Γ΄, 120· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1927-1935), 31, 153, 561, 641, 718-719β· Λυκούδης 1931· IGM, Levita· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Β΄, 154-160, 163-164, τ. Δ΄, 294-295 και τ. Ε΄, 517-518, 520-523, 525-528· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1938-1944), 413· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 231· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1940, φάκ. 383, τμ. 1/1, 08.06.1940· Livi 1940, 55, 77-79· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον Ηγουμένου, 305· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1946-1947), 35, 280, 314, 326· Delatte 1947-1958, I, 301· Λυκούδης 1947, 75-79· Armao 1951, 168-170· ΓΥΣ, Λέβιθα· Δράκος 1980, 49-50· Φλωρεντής 1980, 61, 80, 115, 206· Λορεντζάτος 1983, 81· Γιαγκάκης 1987· Μητσάνη 1987, 159· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 319-321· Σκανδαλίδης 1994, 42-44, 127· Gautier Dalché 1995, 146· Γιαγκάκης 1997, 23· Γεροζήσης 1998, 248, 430, 465, 504, 578· Σημαντώνη-Μπουρνιά – Μενδώνη 1998, 328· Λούπης 1999, 273-274· Στεφανίδου 1999, 237-238, 240-242· Saint-Guillain 2001, 87-88· Τσελίκας – Κορομηλά – Μελάς 2003, 143-144· Saint-Guillain 2004, 41-42· Rogers 2007, 124-126, 130-137· Evliya Çelebi 2011, 9:134· Vatin – Veinstein – Zachariadou 2011, 418-419, 421· Μελιανός 2012, 134· Rogers 2013, 52· Ολυμπίτου 2014, 349· Παραπονιάρης 2016, 438-439, 464· Koutsouflakis 2017, 35-39· Buondelmonti 2018, 59, 132· Γαρουφαλής 2019, 288-289· Rogers 2019, 43-48· Ursinus 2019, passim· Γιαγκάκης 2021· Koutsouflakis et al. 2022, 241· Μαρκέτου 2023, 55-56· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 89-94· Λυκούδης, χ.χ., 168.
Συντάκτες: Κ.Σ. (αρχαιότητα) – Γ.Κ. (νεότερα χρόνια)
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΚΑΣΤΡΟ / ΦΡΟΥΡΙΟ
Θέση: Κάστρο.
Διαστάσεις: φρούριο (μέγιστες διαστάσεις) 70 (ΑΔ) × 40 (ΒΝ) μ., κεντρικός πύργος (ακρόπυργος) 16 (ΑΔ) × 9 (ΒΝ) μ., ΒΑ πύργος 6 (ΑΔ) × 5,60 (ΒΝ) μ., Β πύργος 10,40 (ΑΔ) × 7,40 (ΒΝ) μ., ΒΔ πύργος 11,40 (ΑΔ) × 7,40 (ΒΝ) μ., Δ πύργος 4,40 (ΒΝ) × 4 (ΑΔ) μ., βαθμιδωτός διάδρομος περ. 9 × 9 μ., δεξαμενή κεντρικού πύργου περ. 2 (διάμετρος) × 3 (ύψος) μ., εξωτερική δεξαμενή 9,50 (ΒΝ) × 5,40 (ΑΔ) × 4,50 (μέγιστο ύψος) μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην κορυφή του υψώματος Κάστρο (118 μ.), το οποίο δεσπόζει στο κεντρικό τμήμα της νησίδας και προσφέρει εκτεταμένη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, όπως και εποπτεία του σημαντικότερου αγκυροβολίου στα νοτιοανατολικά, βρίσκονται εντυπωσιακά ερείπια αρχαίας οχυρωματικής εγκατάστασης. Συγκεκριμένα, η θέση, που είναι ομαλότερα προσβάσιμη από βορρά, διαθέτει πέντε πύργους και είναι οχυρωμένη από την ανατολική, τη βόρεια και τη δυτική πλευρά, ενώ στα νότια οριοθετείται από βραχώδη κατακόρυφο γκρεμό που καταλήγει στη θάλασσα.

Κατά μήκος του οχυρωματικού περιβόλου διατάσσονται οι τέσσερις τετραγωνικοί πύργοι σε πυκνή διάταξη (μεσοπύργια διαστήματα ανά 20-21 μ.), τρεις κατά μήκος του βόρειου και ένας μικρότερος περίπου στο μέσον του δυτικού σκέλους της οχύρωσης. Ο πέμπτος πύργος είναι ελεύθερα ιστάμενος στο εσωτερικό του περιβόλου (ακρόπυργος).

Η πύλη εισόδου στον εσωτερικό χώρο του οχυρού, αν και δεν εντοπίστηκε, πιθανόν ήταν διαμορφωμένη στον μεσαίο πύργο του βόρειου σκέλους της οχύρωσης, διάταξη όχι ασυνήθιστη σε αντίστοιχες οχυρωματικές κατασκευές. Στην υπόθεση αυτή συνηγορεί η διάρθρωση εντός του περιβόλου, καθώς στο σημείο αυτό δύο επιμήκεις τοίχοι (ΒΝ) οριοθετούν βαθμιδωτό διάδρομο, από τον οποίο είναι ορατοί τουλάχιστον τρεις αναβαθμοί. Ο διάδρομος οδηγεί στην ανατολική πλευρά του κεντρικού ορθογώνιου πύργου (ακρόπυργου) στο εσωτερικό, ο οποίος είναι κτισμένος κατά μήκος του γκρεμού που ορίζει το οχυρό από τα νότια. Περίπου στο μέσον της δυτικής πλευράς του ακρόπυργου διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση υπόγεια δεξαμενή, οι επιφάνειες της οποίας είναι επιχρισμένες με υδραυλικό ασβεστοκονίαμα. Το χείλος της δεξαμενής έχει άνοιγμα περίπου 1 μ., αλλά το εσωτερικό της γίνεται πλατύτερο και περισσότερο κυλινδρικό προς τον πυθμένα, ο οποίος ωστόσο δεν είναι ορατός, καθώς καλύπτεται από πεσμένες πέτρες.

Επίσης, μία μεγαλύτερη δεξαμενή εντοπίζεται στην εξωτερική πλευρά του περιβόλου, περίπου 6 μ. ανατολικά του ΒΑ πύργου, λαξευτή στον ριζιμιό βράχο. Η δεύτερη αυτή δεξαμενή έχει απιόσχημη κάτοψη και χωρητικότητα 80 κ.μ.

Ιδιαίτερο εύρημα στην εξωτερική πλευρά του περιβόλου αποτελεί τετράγωνος χώρος, βόρεια του δυτικού πύργου και συναπτά με αυτόν, η εσωτερική διαμόρφωση του οποίου παραπέμπει σε λατρευτική χρήση. Συγκεκριμένα, πρόκειται για χώρο 3 (ΒΝ) × 2,30 (ΑΔ) μ., προσβάσιμο από βορρά, μέσω διαδρόμου που διατηρείται σε μήκος 2,20 μ. και θυραίου ανοίγματος περίπου 1 μ.

Στο βάθος, στη ΝΔ γωνία του δωματίου, διατηρείται κτιστό, χαμηλό, τετράγωνο θρανίο, ενώ περίπου στο μέσον του ανατολικού τοίχου έχει διαμορφωθεί κτιστή κόγχη (0,60 × 0,40 × 0,30 μ.), ο καλυπτήριος λίθος της οποίας είναι λαξευτός εν είδει αετωματικής επίστεψης.

Οι πύργοι και τα τείχη είναι κατασκευασμένα από τοπικό ασβεστόλιθο, κυρίως κατά το ψευδοϊσόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα, το οποίο είναι περισσότερο ευδιάκριτο στο βόρειο σκέλος της οχύρωσης, που διατηρείται σε ικανό ύψος (περ. 5-6 μ.).

Εξαίρεση αποτελεί ο ΒΔ πύργος, η βόρεια πλευρά του οποίου έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα. Ωστόσο, η διαφοροποίηση αυτή δεν σχετίζεται απαραίτητα με διαφορετική κατασκευαστική φάση, καθώς ο συνδυασμός διαφορετικών συστημάτων τοιχοποιίας είναι μάλλον συνηθισμένος στις οχυρώσεις και συνδέεται με κατασκευαστικές επιλογές που έχουν ως γνώμονα την ανθεκτικότητα της κατασκευής (ευπρόσβλητη ή απρόσβλητη πλευρά) και την εργονομία του εργοταξίου (εξοικονόμηση υλικού και ανθρώπινων πόρων).
Ορισμένα πρόχειρα δωμάτια, που διατηρούνται τόσο στο εσωτερικό όσο και μπροστά από το βόρειο σκέλος της οχύρωσης, κατασκευασμένα με υλικό σε δεύτερη χρήση, ανήκουν σε μεταγενέστερους χρόνους.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η παρουσία οχυρωματικών εγκαταστάσεων σε μεγαλύτερα ή μικρότερα νησιά είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην αρχαιότητα, ιδίως κατά τους ύστερους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους. Οι εγκαταστάσεις αυτές εξυπηρετούσαν διάφορους και πολλαπλούς σκοπούς, που εκτείνονται από την καθαρά στρατιωτική χρήση έως τη διαβίωση στην ύπαιθρο και την αγροτική παραγωγή. Αν και απαιτούνται δεδομένα από συστηματική αρχαιολογική έρευνα για τον χαρακτηρισμό της οχυρωματικής εγκατάστασης στα Λέβιθα ως φρουρίου (αποκλειστικά στρατιωτικής χρήσης), η αρχιτεκτονική διάρθρωση και συγκεκριμένα ο σχετικά περιορισμένης έκτασης περίβολος, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό και την πυκνότητα των πύργων για την προστασία του, η παρουσία ακρόπυργου, ο φαρδύς βαθμιδωτός διάδρομος στο εσωτερικό του, καθώς και η ίδια η διαμόρφωση των πύργων σε επίπεδο σχεδιασμού και κατασκευής (μεγάλες διαστάσεις και πάχος τοίχων, έντονη προεξοχή από τη γραμμή της οχύρωσης και συνακόλουθη δημιουργία διασταυρούμενων πυρών), αποτελούν στοιχεία που φαίνεται να προσδίδουν έναν καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα στην εγκατάσταση και συντάσσονται με τις εξελίξεις της πολιορκητικής τέχνης κατά τον ύστερο 4ο και πρώιμο 3ο αι. π.Χ., καθιστώντας τον χαρακτηρισμό της ως φρουρίου πολύ πιθανό. Η περίοδος ανέγερσής του συμπίπτει με την εποχή των Διαδόχων, κατά την οποία ο αιγαιακός χώρος βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων, ιδιαίτερα μεταξύ των Λαγιδών και των Αντιγονιδών. Οι πρώτοι ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι στην εγκαθίδρυση της ηγεμονικής παρουσίας τους στο Αιγαίο, η οποία έλαβε διάφορα επίπεδα διείσδυσης, άμεσης (παρουσία φρουρών και κυβερνητών) ή έμμεσης (διάδοση της δυναστικής λατρείας και του πολιτισμού, ευεργεσίες κλπ.), ήδη από τα πρώιμα χρόνια της βασιλείας του Πτολεμαίου Α΄ Σωτήρα (309/8 π.Χ.) έως την απομάκρυνση των αιγυπτιακών φρουρών από το Αιγαίο από τον Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας (201 π.Χ.). Στο τέλος της περιόδου αυτής χρονολογείται το σύνολο της υστερότερης επιφανειακής κεραμικής στον χώρο (χαρακτηριστική μελαμβαφής και μελανή terra sigillata, σε συνδυασμό με την απουσία ερυθροβαφούς κεραμικής).
Οι εντυπωσιακές οχυρώσεις των Λεβίθων απεικονίζονται στον χάρτη της νησίδας που περιλαμβάνει ο οθωμανικός πορτολάνος του Πιρί Ρεΐς (1465-1553), περίπου δεκαέξι αιώνες μετά την εγκατάλειψή τους. Μάλιστα σε τρία από τα σωζόμενα χειρόγραφα του έργου, το Κάστρο απεικονίζεται με μεγάλη σαφήνεια και αρχιτεκτονική ακρίβεια σε σύγκριση με ό,τι μπορεί να αναγνωριστεί σήμερα επί του εδάφους. Οι μικρογραφικές απεικονίσεις αποδίδουν επακριβώς το γενικότερο σχήμα, τη διάταξη και τον αριθμό των πολυώροφων πύργων, ιδωμένων μάλιστα από βορρά, κατεύθυνση που αποτελεί ακόμη και σήμερα την ομαλότερη προσέγγιση προς τη θέση. Οι απεικονίσεις αυτές, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Οθωμανού ταξιδιώτη Εβλιγιά Τσελεμπή ότι είδε από μακριά λιμάνι και κάστρα στα Λέβιθα, υποδηλώνουν πως το Κάστρο των Λεβίθων –σε αντίθεση με ό,τι ισχύει σήμερα– διατηρούνταν σε τέτοια έκταση και ύψος, ώστε το σύνολο να είναι αφενός διακριτό από απόσταση και αφετέρου τα επιμέρους στοιχεία του να είναι τόσο σαφή και αναγνωρίσιμα που να μπορούν να απεικονιστούν “πιστά”, τουλάχιστον έως τις αρχές του 16ου ή/και τα μέσα του 17ου αι. μ.Χ.
Χρονολόγηση: δ΄ τέταρτο 4ου-3ος αι. π.Χ. (βάσει τυπολογικών και κατασκευαστικών κριτηρίων).
Πηγές-Βιβλιογραφία: BUB, MSS 3613, f. 38a· DSLD, Eb. 389, f. 100r· İÜNEK, TY 123/2, f. 253b· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 525-528· Livi 1940, 77-78· Evliya Çelebi 2011, 9:134· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 93-94.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΑΓΡΟΙΚΙΑ

Θέση: Κάμπος.
Διαστάσεις: κυρίως κτίριο περ. 17 (ΒΝ) × 15 (ΑΔ) μ., πρόσκτισμα 6,40 (ΒΝ) × 3,80 (ΒΝ) μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε απόσταση περίπου 80 μ. βορειοανατολικά του ναϋδρίου της Παναγίας εντοπίζονται τα κατάλοιπα τραπεζοειδούς κάτοψης κτιρίου με πρόσκτισμα. Από το κυρίως οικοδόμημα είναι ορατοί κυρίως οι τέσσερις περιμετρικοί τοίχοι σε χαμηλή στάθμη (0,20-0,30 μ.). Στο μέσον του καλύτερα διατηρημένου βόρειου τοίχου διατηρούνται οι γενέσεις παραστάδων ανοίγματος εισόδου στο εσωτερικό. Από την εσωτερική διαρρύθμιση του οικοδομήματος, με εξαίρεση μία τετράγωνη λιθόκτιστη κατασκευή (περ. 1,60 × 1,60 μ.) που είναι τοποθετημένη σε κεντρική θέση και μπορεί να ταυτιστεί πιθανώς με εστία ή με βάση πίθου, άλλα στοιχεία δεν είναι διακριτά, εξαιτίας της αυτοφυούς βλάστησης και των πεσμένων από τους τοίχους λίθων. Στη δυτική πλευρά του οικοδομήματος έχει προσαρτηθεί επιπλέον χώρος, από τον οποίο είναι ορατοί ο βόρειος και ο δυτικός τοίχος, καθώς και η γωνία που σχηματίζουν μεταξύ τους. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από ημικατεργασμένους λίθους από τοπικό ασβεστόλιθο, σε δύο παρειές με πλήρωση από μικρότερους λίθους. Ως συνδετικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί πηλοκονίαμα (λάσπη). Το οικοδόμημα φαίνεται πως καλυπτόταν από κεραμοσκεπή στέγη, θραύσματα από τα κεραμίδια της οποίας εντοπίζονται σε σημαντικές ποσότητες κυρίως στο εσωτερικό αλλά και στην περιφέρεια των περιμετρικών τοίχων. Τα κεραμίδια ανήκουν στον καλούμενο «κορινθιακό τύπο» με επίπεδους στρωτήρες και αμφικλινείς καλυπτήρες και χρονολογούνται κατά προσέγγιση στους ύστερους κλασικούς/ελληνιστικούς χρόνους.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Αν και το συγκεκριμένο οικοδόμημα στα Λέβιθα δεν είναι ερευνημένο, η χωροθέτησή του σε συνάφεια με την προσφορότερη και μεγαλύτερη έκταση για καλλιέργεια στη νησίδα δεν πρέπει να είναι τυχαία. Αντίστοιχα κτίσματα διαφόρων τύπων και μεγεθών, απομονωμένα, σε συγκροτήματα ή σε μικρές κώμες, αποτελούν χαρακτηριστικές δομές διάσπαρτες στην ελληνική ύπαιθρο και συνήθως χαρακτηρίζονται ως αγροικίες. Εγκαταστάσεις τέτοιου τύπου έχουν αποκαλυφθεί σε πολλά σημεία του ελλαδικού χώρου, τόσο στην ηπειρωτική κεντρική όσο και στη νησιωτική Ελλάδα και συγκεκριμένα στις Κυκλάδες και στο βορειοανατολικό Αιγαίο, όπου έχουν πραγματοποιηθεί συστηματικότερες έρευνες. Υπό διερεύνηση παραμένει, ωστόσο, ο συσχετισμός τους με την αγροτική παραγωγή, όταν δεν υπάρχουν απτά τεκμήρια, όπως επίσης και το εάν πρόκειται για μόνιμες ή εποχικές εγκαταστάσεις και εάν σχετίζονται με τυχόν εντατικοποίηση της γεωργικής παραγωγής. Η τελευταία τάση έχει διαπιστωθεί σε αρκετές περιοχές κατά την ύστερη κλασική και ελληνιστική περίοδο, εποχή στην οποία εγγράφεται χρονολογικά το οικοδόμημα από τα Λέβιθα.
Χρονολόγηση: ύστερη κλασική/ελληνιστική περίοδος (4ος-3ος αι. π.Χ., βάσει των κεραμιδιών της στέγης και επιφανειακής κεραμικής στην περιφέρεια της θέσης).
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Θέση: Άγιος Αντώνιος
Διαστάσεις: μέγιστο σωζόμενο μήκος ναού 14,50 μ., ορατές διαστάσεις αψίδας 5,30 × 2,50 μ., πάχος τοιχοποιίας 0,60-0,70 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε πολύ μικρή απόσταση από το ασφαλέστερο αγκυροβόλιο των Λεβίθων, στον ανατολικό μυχό του ανοιχτού νότιου όρμου, και ακριβέστερα μόλις 40 μ. βορειοανατολικά της σύγχρονης προβλήτας εντοπίζονται τα κατάλοιπα του ναού του Αγίου Αντωνίου. Η αψίδα του ιερού διακρίνεται με σαφήνεια, ενώ είναι ορατά και επιμέρους τμήματα τοιχοποιίας. Αν και τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα διατηρούνται στο ύψος της σημερινής επιφάνειας του εδάφους, η τοιχοποιία εμφανίζεται επιμελημένη, αποτελούμενη από τοπικούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης μας πληροφορεί ότι ο ναός βρισκόταν ήδη σε ερειπιώδη κατάσταση κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα (π. 1935). Σήμερα, η παρουσία σύγχρονων κατασκευών, όπως ένας υψηλός χωραφότοιχος και δύο μεταλλικά εμπορευματοκιβώτια (κοντέινερ), περιορίζει σημαντικά την ορατότητα των σωζόμενων στοιχείων και δυσχεραίνει σημαντικά την πλήρη αποσαφήνιση της κάτοψης του ναού. Μολαταύτα, τα διακρινόμενα κατάλοιπα φανερώνουν ότι στο σημείο αυτό είχε ανεγερθεί τρίκλιτη βασιλική, προφανώς για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών τόσο των κατοίκων της νησίδας όσο και των ναυτικών που την προσέγγιζαν.
Χρονολόγηση: πρωτοβυζαντινή περίοδος (4ος-6ος αι. μ.Χ.).
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 517, 528.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΝΑΫΔΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Θέση: Άγιος Γεώργιος.
Διαστάσεις: μήκος ανατολικής και δυτικής πλευράς 3,60 μ., μήκος βόρειας και νότιας πλευράς 6 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 2,30 μ., πλάτος εισόδου 0,60 μ., πάχος τοιχοποιίας 0,80-0,90 μ., πλάτος εσοχής αψίδας 0,50 μ., ύψος εσοχής αψίδας 0,40 μ., βάθος εσοχής αψίδας 0,35 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην ανατολική κλιτύ του υψώματος βόρεια του σύγχρονου οικισμού των Λεβίθων και σε απόσταση περίπου 220 μ. από τον ναΰδριο της Παναγίας εντοπίζεται σε ερειπιώδη κατάσταση το ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για μονόχωρο, ορθογώνιο κτίσμα, με αψιδωτή ανατολική πλευρά και είσοδο κατά το μέσον της νότιας μακράς πλευράς. Στην αψίδα του ιερού διαμορφώνεται εσοχή μικρών διαστάσεων.

Η τοιχοποιία είναι πρόχειρη, κατασκευασμένη με αδρά λαξευμένους λίθους μικρού και μέσου μεγέθους, τοπικής προέλευσης, αρκετοί εκ των οποίων ενδέχεται να έχουν χρησιμοποιηθεί δευτερογενώς.

Γενικότερα, είναι εμφανές ότι το ναΰδριο ανεγέρθηκε επάνω στα ερείπια προγενέστερου κτίσματος, πιθανότατα επίσης θρησκευτικού χαρακτήρα. Στο παρόν στάδιο της έρευνας, οι μοναδικές διαπιστώσεις που μπορούν να γίνουν για το παλαιότερο αυτό οικοδόμημα –το οποίο χρήζει συστηματικής μελέτης– είναι ότι διέθετε μεγάλες διαστάσεις και τοιχοποιίες καλής ποιότητας, επιχρισμένες με ασβεστοκονίαμα.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Το νησολόγιο του Bartolommeo dalli Sonetti (περ. 1485) αναφέρει την ύπαρξη στα Λέβιθα λιμανιού ανοιχτού στον νοτιά που ονομαζόταν Άγιος Γεώργιος (San Zorzi). Έκτοτε και έως τον 18ο αιώνα τα περισσότερα νησολόγια αναπαράγουν αυτή την πληροφορία. Το λιμάνι του Αγίου Γεωργίου ασφαλώς δεν είναι άλλο από το σημερινό. Η ονομασία αυτή του λιμανιού κατά τα πρώιμα νεότερα χρόνια εξηγείται προφανώς από την ύπαρξη εκκλησίας του ομώνυμου αγίου, η οποία πράγματι μαρτυρείται από τον Πιρί Ρεΐς (1465-1553). Μάλιστα η εκκλησία ήταν τότε τόσο γνωστή που χριστιανοί αλλά και μουσουλμάνοι ναυτικοί αφιέρωναν διάφορα αντικείμενα, τα οποία οι μοναχοί της Πάτμου συγκέντρωναν μια φορά τον χρόνο, όπως μας πληροφορεί ο Οθωμανός χαρτογράφος. Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με τις πολυάριθμες ενδείξεις ύπαρξης οικιστικού πυρήνα στην ευρύτερη περιοχή των ερειπίων του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου, ενδέχεται να υποδηλώνουν ότι τουλάχιστον κατά τα πρώιμα νεότερα χρόνια ο κυριότερος ή μοναδικός ναός της νησίδας βρισκόταν στη συγκεκριμένη θέση. Αργότερα, τον 19ο αιώνα, η μόνη εκκλησία που φαίνεται να υπάρχει στα Λέβιθα, είναι όπως και σήμερα το ναΰδριο της Παναγίας (βλ. παρακάτω). Ωστόσο, το κτηματολόγιο της μονής Πάτμου του 1881 κάνει λόγο για δύο μικρές εκκλησίες στη νησίδα και ίσως τότε είχε ανοικοδομηθεί πρόχειρα κάποιο ναΰδριο του Αγ. Γεωργίου στη θέση του παλαιότερου. Πάντως, μερικές δεκαετίες μετά, ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης γράφει (π. 1935) ότι το ναΰδριο του Αγ. Γεωργίου βρισκόταν σε ερειπιώδη κατάσταση.
Χρονολόγηση: 18ος-19ος αι. (ναΰδριο Αγίου Γεωργίου) / μεσοβυζαντινή-πρώιμη νεότερη περίοδος (προγενέστερο οικοδόμημα).
Πηγές-Βιβλιογραφία: Bartolommeo dalli Sonetti 1485, 64-65· Dapper 1702, 484· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 51· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 517, 528· Armao 1951, 168· Λούπης 1999, 273-274.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΝΑΫΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Θέση: Παναγία.
Διαστάσεις: μήκος ανατολικής και δυτικής πλευράς 4,20 μ., μήκος βόρειας και νότιας πλευράς 8,20 μ., ύψος 4,20 μ., ύψος εισόδου 1,70 μ., πλάτος εισόδου 0,80 μ., ύψος αψιδωτής εσοχής 0,80 μ., πλάτος αψιδωτής εσοχής 0,60 μ., βάθος αψιδωτής εσοχής 0,30 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε απόσταση περίπου 30 μ. βόρεια του σύγχρονου οικισμού βρίσκεται το ναΰδριο της Παναγιάς. Πρόκειται για μονόχωρο λιθόκτιστο ναΰδριο, το οποίο καλύπτεται με κτιστή καμάρα, ενώ η ανατολική πλευρά του απολήγει σε ημικυκλική αψίδα.

Η είσοδος διαμορφώνεται στο μέσον της δυτικής πλευράς και φέρει περιθύρωμα με λαξευμένους λίθους μελανού χρώματος. Στο υπέρθυρο διακρίνονται εγχάρακτος σχηματοποιημένος ρόδακας και δυσανάγνωστη επιγραφή.

Περίπου 0,40 μ. ψηλότερα από το υπέρθυρο έχουν εντοιχιστεί δύο κτητορικές επιγραφές. Η παλαιότερη είναι χαραγμένη σε τετράγωνη μαρμάρινη πλάκα και φέρει την ακόλουθη επιγραφή σε πέντε στίχους: «ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΗ Ο ΝΑ/ΟΣ ΟΥΤΟΣ ΔΑΠΑΝΗ ΙΩΑ/ΝΝΟΥ ΚΑΡΑΓΕΩΓΙΟΥ/ ΑΣΤΡΟΠΑΛΙΤΟΥ ΤΗΝ 1/ ΜΑΙΟΥ 1858». Ακριβώς επάνω από την προαναφερθείσα επιγραφή έχει εντοιχιστεί η δεύτερη, η οποία σχετίζεται με την τελευταία ανακαίνιση του ναϋδρίου, χαραγμένη σε ορθογώνια μαρμάρινη πλάκα: «Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ/ ΑΝΑΚΑΙΝΗΣΘΕΙ ΔΑΠΑΝΗ/ & ΕΡΓΑΣΙΑ/ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΜΠΟΣΟΥ/ ΔΗΜ. ΤΟΥ ΣΤ. & ΕΙΡ./ ΑΝΑΣΤ. ΤΟΥ ΔΗΜ. & ΕΙΡ./ ΕΜΜΑΝ. ΤΟΥ ΔΗΜ. & ΕΙΡ./ ΤΟ ΕΤΟΣ 2010».

Το εσωτερικό του ναϋδρίου είναι λιτό. Στο μέσον της νότιας πλευράς ανοίγεται ένα παράθυρο, ενώ ένα δεύτερο παράθυρο, πολύ μικρών διαστάσεων, βρίσκεται στην αψιδωτή κόγχη του ιερού, στην ανατολική πλευρά του ναϋδρίου. Τέλος, στον χώρο του ιερού διαμορφώνονται δύο εσοχές, μια αψιδωτή στη βόρεια πλευρά και μια μικρότερη τετράγωνη στην ανατολική.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης μας διευκρινίζει (π. 1935) ότι το ναΰδριο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ότι φέρει την επωνυμία Πορταΐτισσα ή Πορταρίτισσα (ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκ παραδρομής καταγράφεται ως ναός του Αγίου Γεωργίου στις πρόσφατες μελέτες της Τ. Μαρκέτου και των Κ. Μπαϊράμη και Α. Κατσιώτη). Σύμφωνα με την παλαιότερη κτητορική επιγραφή που βρίσκεται άνωθεν της εισόδου, το ναΰδριο ανακαινίστηκε την 1η Μαΐου 1858 από τον Αστυπαλίτη Ιωάννη Καραγεωργίου (πιθανώς σπογγαλιέα). Ως εκ τούτου, φαίνεται ασφαλής η υπόθεση ότι στην ίδια ή σε κοντινή θέση προϋπήρχε παλαιότερο ναΰδριο. Πράγματι, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει το 1828 στην ελληνική κυβέρνηση ότι στη νησίδα υπήρχε μία εκκλησία.
Πέραν της τελευταίας ανακαίνισης του ναϋδρίου, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2010 από τον Δημήτριο Καμπόσο (του Σταύρου) και τους υιούς του Αναστάσιο και Εμμανουήλ, το ανέκδοτο έργο του Γ. Σμυρνάκη μας πληροφορεί ότι μία ακόμη ανακαίνιση είχε γίνει το 1900 από τον Δημήτριο Καμπόσο (του Νικολάου), παππού του προαναφερθέντος Δημητρίου Καμπόσου, και ότι τότε επιστρώθηκε το δάπεδο του ναϋδρίου «δι’ εὐρωπαϊκών πλακιδίων» με κόστος περίπου 25 οθωμανικών λιρών. Επίσης, στο ίδιο έργο περιγράφεται το ναΰδριο με αρκετά μικρότερες διαστάσεις: «τυγχάνει μήκους 3,50 × 2,50 μ. έγγιστα». Αν η πληροφορία αυτή είναι ακριβής, τότε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα θα πρέπει να έγιναν επίσης εργασίες επέκτασης του ναϋδρίου.
Στο εσωτερικό του ναϋδρίου φυλάσσονται αρκετές φορητές ξύλινες εικόνες λαϊκής τεχνοτροπίας, ορισμένες εκ των οποίων φαίνεται να χρονολογούνται στον 19ο αιώνα. Ανάμεσά τους περιλαμβάνεται και μία εικόνα του Αγίου Γεωργίου, για την οποία θα μπορούσε να υποτεθεί ότι μεταφέρθηκε στη σημερινή της θέση όταν εγκαταλείφθηκε οριστικά ο αφιερωμένος στον συγκεκριμένο άγιο χώρος λατρείας (βλ. παραπάνω). Δεδομένου ότι ο Γ. Σμυρνάκης αναφέρει την εικόνα αυτή μεταξύ αυτών που βρίσκονταν εντός του ναϋδρίου της Παναγίας, η μεταφορά της εκεί μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά στις αρχές του 20ού αιώνα και να συσχετιστεί με την ανακαίνιση του 1900.

Πρωτεύουσα θέση κατέχει στο ναΰδριο η εικόνα της Παναγίας Πορταΐτισσας, η οποία του έχει προσδώσει και το προσωνύμιο. Η εικόνα ακολουθεί τυπολογικά το αγειορίτικο πρότυπό της: Η Θεοτόκος απεικονίζεται κρατώντας τον Ιησού στον αριστερό βραχίονά της, ενώ ο Ιησούς ως νήπιο ευλογεί με το δεξί χέρι και κρατά ειλητάριο στο αριστερό. Η επιφάνεια της εικόνας καλύπτεται από αργυρή επένδυση, η οποία αφήνει ακάλυπτα μόνο τα πρόσωπα της Θεοτόκου και του Ιησού. Ο Γ. Σμυρνάκης παρατήρησε, επίσης, ότι στη συγκεκριμένη εικόνα υπήρχαν «ἀνηρτημένα πολλὰ ἀργυρᾶ ἀναθήματα». Ας προστεθεί ότι στα πρακτικά συνεδρίασης του συμβουλίου της μονής Πάτμου, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 1903, αναφέρεται ότι συζητήθηκε, μεταξύ άλλων, η διαχείριση των αναθημάτων της εν λόγω εικόνας· το Συμβούλιο αποφάσισε τότε την εκποίησή τους, προκειμένου τα έσοδα να διατεθούν για την επισκευή του ναού της Παναγίας των Κοιμητηρίων στην Πάτμο. Τέλος, είναι αξιοσημείωτο ότι η επωνυμία Πορταΐτισσα συνάδει και με τη θέση του ναϋδρίου δίπλα σε είσοδο, από την οποία εξασφαλίζεται η επικοινωνία του οικισμού με το βόρειο και το ανατολικό τμήμα της νησίδας.
Χρονολόγηση: π. 1858.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 812· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 73· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 517, 522, 528· Μαρκέτου 2023, 56· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 91-92.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΔΕΞΑΜΕΝΗ ΙΛΑΡΙΩΝΟΣ ΓΑΛΑΝΗ

Θέση: Κάμπος.
Διαστάσεις: δεξαμενή (εξωτερικές διαστάσεις) περ. 6,10 (ΒΝ) × 4,20 (ΑΔ) μ., ύψος (εξωτερικές διαστάσεις) περ. 1/1,20 μ., πλάτος υδρορροών 0,30/0,40 μ., διαστάσεις οπής 0,20 × 0,15 μ., διαστάσεις κτητορικής επιγραφής 0,47 × 0,35 μ., ύψος στίχου 0,035 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε απόσταση περίπου 100 μ. βορειοανατολικά του οικισμού βρίσκεται ορθογωνικής κάτοψης, κτιστή, θολωτή, υδατομαστευτική δεξαμενή με προσανατολισμό ΒΝ, η οποία διατηρείται ακέραια. Οι τοιχοποιίες αποτελούνται από μεσαίου και μικρού μεγέθους λίθους συνδεδεμένους με ασβεστοκονίαμα, ενώ οι επιφάνειές της εσωτερικά και εξωτερικά είναι επιχρισμένες με υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι). Στη βορειοανατολική πλευρά του ημικυλινδρικού θόλου που καλύπτει τη δεξαμενή, διατηρείται διαμπερής οπή για τον έλεγχο του νερού στο εσωτερικό της και για την άντληση υδάτων, η οποία σφραγίζεται πρόχειρα με ακατέργαστο λίθο εν είδει φορητού πώματος. Εξωτερικά, στη βάση του θόλου έχει κτιστεί χαμηλό στηθαίο (περ. 0,20 μ.), προκειμένου να αξιοποιηθούν οι μακρές πλευρές ως ανοικτές υδρορρόες. Τα όμβρια ύδατα που συλλέγονταν από την εξωτερική πλευρά του θόλου, με βάση την κλίση με την οποία έχει διαμορφωθεί ο πυθμένας τους, διοχετεύονταν στο εσωτερικό της δεξαμενής από τη βόρεια πλευρά.

Η κύρια όψη της κατασκευής είναι αναμφίβολα η νότια. Περίπου στο μέσον της πλευράς αυτής, στο τύμπανο του θόλου διατηρείται εντοιχισμένη κτητορική επιγραφή σε ορθογώνιο τεφρό λίθο, πιθανότατα βασάλτη από την Πάτμο, που φέρει την ακόλουθη επιγραφή σε έξι στίχους: ΦΡΕΑΡ ΠΟΤΙΜΟΝ ΥΔΩΡ Ε/ΚΧΕΟΝ Τ[ΗΔ΄ ΩΡ]ΥΞΕΝ ΩΣΑΝ/ [Α ΙΚΑΡΟΝ ΠΡΩΤΩΣ ΗΔΗ (;)] Δ/Ι΄ ΟΙΚΕΙΑ ΔΑΠΑΝΗ ΠΡΟΣ ΧΡΗ/ΣΙΝ ΚΟΙΝΗΝ ΙΛΑΡΙΩΝ ΓΑΛΑΝ/ΗΣ 1852.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η μονή Πάτμου είχε εκμισθώσει τα Λέβιθα στον ιερομόναχο Ιλαρίωνα Γαλάνη (1795-1877) αρχικά το 1847 για οκτώ έτη, αλλά το 1852 σύναψε νέο συμβόλαιο με τον ιερομόναχο εφ’ όρου ζωής. Ο Ι. Γαλάνης διατέλεσε επίσης ηγούμενος της Μονής για μία διετία (1874-1876).

Στη βορειοανατολική γωνία, όμορα με τη δεξαμενή, διατηρείται τετραγωνική φρεατόσχημη κατασκευή από αργολιθοδομή (εξωτερικές διαστάσεις 2,20 × 2,10 μ., εσωτερικές διαστάσεις 1,50 × 0,80 μ.). Η χρήση της κατασκευής, η οποία διατηρείται σε κακή κατάσταση, πρέπει να σχετίζεται –λόγω της μορφής και της χωροθέτησής της– με τη δεξαμενή και την πρόσβαση σε νερό (π.χ. πλυσταριό).
Χρονολόγηση: 1852.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 388, 436· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 521· Φλωρεντής 1980, 115.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΦΑΡΟΣ

Θέση: Φανάρι.
Διαστάσεις: βάση φάρου 5 × 5 μ., οίκημα φαροφύλακα 12 (ΑΔ) × 8 (ΒΝ) μ., αυλή 8 (ΑΔ) × 6 (ΒΝ) μ., βοηθητικοί χώροι 8 (ΑΔ) × 3,50 (ΒΝ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 5,40 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο νοτιοανατολικό άκρο της νησίδας, σε απόσταση περίπου 40 μ. από τη βραχώδη ακτή, βρίσκονται κατάλοιπα κτιριακού συγκροτήματος φάρου. Το συγκρότημα, που διατηρείται σε πολύ κακή κατάσταση, αποτελείται από τέσσερα διακριτά μεταξύ τους μέρη, τα οποία ωστόσο συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο: τη βάση του φάρου, το οίκημα του φαροφύλακα, την εσωτερική αυλή και τους βοηθητικούς χώρους.
Το συγκρότημα είναι προσβάσιμο από τη νοτιοδυτική πλευρά, μέσω κτιστής κλίμακας από λιθοδομή, από την οποία διατηρούνται έξι αναβαθμοί. Η κλίμακα οδηγεί στη δυτική πλευρά του συγκροτήματος και στην –κατεστραμμένη σήμερα– είσοδό του, η οποία οδηγούσε στην εσωτερική αυλή. Η μόνη διαμόρφωση που διατηρείται στην αυλή είναι ένα χαμηλό λιθόκτιστο πεζούλι κατά μήκος του ανατολικού αυλότοιχου, δηλ. απέναντι από την είσοδο.

Βόρεια της αυλής διατάσσονται συναπτά δύο ανεξάρτητοι βοηθητικοί χώροι, προσβάσιμοι και οι δύο από την αυλή: ο δυτικός και πιο ευρύχωρος φαίνεται να αποτελούσε χώρο παρασκευής φαγητού και αποθήκευσης τροφίμων-μαγειρείο (6 × 3,50 μ.), ενώ ο ανατολικός πιθανώς ταυτίζεται με αποχωρητήριο (1 × 3,50 μ.). Οι δύο χώροι καλύπτονταν με ενιαία μονόρριχτη στέγη από γαλλικά κεραμίδια (του κεραμοποιείου Guichard Carvin & Cie, Μασσαλία), οι δοκοθήκες της οποίας διατηρούνται στον βόρειο τοίχο.

Νότια της αυλής βρίσκεται το ισόγειο οίκημα του φαροφύλακα. Πρόκειται για ορθογώνιο χώρο με ευρύχωρη εσωτερική διαρρύθμιση και επίπεδη στέγη. Η είσοδός του, προσβάσιμη από την αυλή, βρίσκεται στο μέσον της βόρειας πλευράς και οδηγεί σε έναν αξονικό διάδρομο (8 × 2 μ.). Εκατέρωθεν του διαδρόμου διατάσσονται συμμετρικά τέσσερα δωμάτια (5 × 4 μ.), δύο στην ανατολική και δύο στη δυτική πλευρά. Ο διάδρομος απολήγει νότια στην προσαρτημένη στο μέσον του οικήματος κυβική βάση του φάρου, η οποία βρίσκεται στο εγγύτερο προς την ακτή σημείο της εγκατάστασης.

Ο φάρος –όπως διακρίνεται στις ελάχιστες φωτογραφίες που τον απεικονίζουν– αποτελούνταν από δύο κατακόρυφους φανούς πετρελαίου αναρτημένους σε σιδερένιο ιστό ύψους περίπου 10 μ., τοποθετημένο περίπου στο μέσον της κυβικής βάσης. Οι φανοί εξέπεμπαν σταθερό λευκό φως, ορατό σε απόσταση 10 ν.μ. Ο εσωτερικός χώρος στο ισόγειο της βάσης του ιστού εξυπηρετούσε την αποθήκευση της καύσιμης ύλης και των απαραίτητων αναλώσιμων και εργαλείων για την απρόσκοπτη λειτουργία του φάρου.
Το συγκρότημα είναι οικοδομημένο από λιθοδομή, από τοπικό ασβεστόλιθο. Οι περιμετρικοί τοίχοι, όπως και οι εσωτερικοί διαχωριστικοί, είναι κατασκευασμένοι σε δύο παρειές από ημικατεργασμένους λίθους και γέμισμα από σκληρό ασβεστοκονίαμα, αποτμήματα τούβλων και λατύπη. Οι επιφάνειες έφεραν τελική επίστρωση από σοβά, ενώ –όπως τεκμηριώνεται από φωτογραφικό υλικό και περιγραφές– οι εξωτερικές πλευρές ήταν λευκά επιχρισμένες.

Μάλιστα το οίκημα του φαροφύλακα, όπως και η βάση του φάρου, φέρουν περιμετρικά στη στάθμη του δαπέδου και στην οροφή ενισχυτική ζώνη από ξυλοδεσιά. Οι όψεις των δύο αυτών στοιχείων εξαίρονται και ενοποιούνται μορφολογικά μέσω περιμετρικά τοποθετημένου ανάγλυφου γείσου, το οποίο αποτελείται από τεμάχια ωχροκάστανου πωρόλιθου μήκους περίπου 2 μ. Άλλα ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία, με εξαίρεση τη συμμετρική διάταξη των ανοιγμάτων της κύριας όψης του οικήματος (κεντρική είσοδος στο μέσον και από ένα μεγάλο παράθυρο εκατέρωθέν της), δεν διατηρούνται.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο φάρος των Λεβίθων κατασκευάστηκε το 1889 από τη γαλλική εταιρεία Administration générale des Phares de l’Empire Ottoman. Άναψε για πρώτη φορά στις 20 Φεβρουαρίου 1890 και, όπως όλοι οι φάροι της ίδιας περιόδου στην Οθωμανική αυτοκρατορία, λειτουργούσε υπό την ευθύνη της κατασκευάστριας εταιρείας. Το 1930 το σύστημα φωτοβολίας αντικαταστάθηκε με αυτόματο ανεπιτήρητο φανό τύπου AGA (Aktiebolaget Gas Accumulator). Προς το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η εγκατάσταση βομβαρδίστηκε από τους Βρετανούς. Ας προστεθεί ότι οι φάροι στη διάρκεια του Πολέμου, κατά πάγια τακτική, εξυπηρέτησαν σταθερούς και ανυπεράσπιστους στόχους για την εξάσκηση πλοίων και αεροπλάνων σε βολές, με αποτέλεσμα την καταστροφή του μεγαλύτερου τμήματος του φαρικού δικτύου. Η φύλαξη του φάρου των Λεβίθων είχε ανατεθεί από την αρχή της λειτουργίας του σε μέλη της οικογένειας Καμπόσου, που κατοικούσαν μόνιμα εκεί και αξιοποιούσαν οικονομικά τη νησίδα. Σήμερα, βορειότερα και σε κοντινή απόσταση από τα ερείπια του συγκροτήματος, λειτουργεί λευκός σιδηρόπλεκτος οβελός ύψους 4 μ. με αυτόματο πυρσό φωτοβολίας 12 ν.μ., ο οποίος συντηρείται από την Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού.
Χρονολόγηση: 1889.
Πηγές-Βιβλιογραφία: BOA, ŞD. 6/23/3· εφ. Stamboul, 30.01.1890, 3· Υπηρεσία Φάρων 1890, 220-221, 325· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1917, φάκ. 8, τμ. 2/4, 17.02.1916, 21.04.1916· Λυκούδης 1931· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1927-1937, φάκ. 153, τμ. 4/4, 16.09.1931· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 517, 522· Γιαγκάκης 1987, 19· Rogers 2013, 52· Γιαγκάκης 2021, 12· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 94.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΚΑΖΑΡΜΑ / ΒΕΔΕΤΑ

Θέση: Βεδέτα / Καζάρμα.
Διαστάσεις: ορθογώνιο πλάτωμα 13 (ΒΝ) × 11 (ΑΔ) μ., κεντρικό κτίριο 9 (ΑΔ) × 7,20 (ΒΝ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος κεντρικού κτιρίου 4 μ., φούρνος 4,70 (ΒΝ) × 2 (ΑΔ) μ., ύψος φούρνου 4 μ., δεξαμενή 4 × 4 × 4 μ., κρηπίδα 8,60 (ΒΝ) × 4,50 (ΑΔ) μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην κορυφή του υψώματος Βεδέτα ή Καζάρμα (130 μ.), στη νότια πλευρά της νησίδας, βρίσκονται κατάλοιπα κτιριακού συγκροτήματος από την περίοδο του Μεσοπολέμου. Το συγκρότημα αποτελείται από ένα κεντρικό κτίριο, έναν φούρνο, μία υπόσκαφη δεξαμενή και μία μπετονένια κρηπίδα πασσαλόπηκτης κατασκευής. Το σύνολο της εγκατάστασης, που είναι γνωστό ως Καζάρμα ή Βεδέτα, οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943) –πιθανώς στα τέλη της δεκαετίας του 1930– και αποτελούσε παρατηρητήριο εφοδιασμένο με ραδιοτηλεγραφικό σταθμό πεδίου (stazione di vedetta munita di stazione radiotelegrafia campale).

Σε απόσταση περίπου 15 μ. δυτικά από την κορυφή του υψώματος, στην οποία βρίσκεται σήμερα τριγωνομετρικό σημείο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, ο χώρος έχει ισοπεδωθεί και έχει διαμορφωθεί ένα ορθογώνιο πλάτωμα, στο ανατολικό τμήμα του οποίου χωροθετείται το κεντρικό κτίριο του συγκροτήματος. Η είσοδός του βρίσκεται στη νότια όψη, δηλ. από την ελεύθερη πλευρά του πλατώματος. Η είσοδος (2,50 × 1,20 μ.) οδηγεί σε αξονικό διάδρομο (5 × 1 μ.), στο τέλος του οποίου βρίσκεται μικρός αποθηκευτικός χώρος (1 × 1 μ.). Στα ανατολικά του διαδρόμου διατάσσονται διαδοχικά τρία δωμάτια, τα οποία πρέπει να αποτελούσαν τους κοιτώνες των Ιταλών στρατιωτών και του αξιωματικού. Το πρώτο και το τελευταίο δωμάτιο (νότιο και βόρειο αντίστοιχα) είναι όμοια τόσο σε επίπεδο διαστάσεων (2,50 × 2 μ.) όσο και διάταξης των ανοιγμάτων τους, ενώ το μεσαίο, που είναι περισσότερο στενό (2,50 × 1,50 μ.), διαθέτει μεγαλύτερο παράθυρο (2,50 × 1,20 μ.) επί της ανατολικής όψης. Στα δυτικά του διαδρόμου ο χώρος είναι ενοποιημένος σε ένα επίμηκες δωμάτιο (6 × 4 μ.), όπου πιθανώς στεγάζονταν τα απαραίτητα όργανα και ο εξοπλισμός του σταθμού. Από αρχειακές φωτογραφίες φαίνεται πως πάνω από τον χώρο αυτό βρισκόταν ένας επιπλέον όροφος με επίπεδη στέγη και οκταγωνικό περίγραμμα, περιτριγυρισμένος από υαλοπετάσματα, όψη που φαίνεται να ταυτίζεται με παρατηρητήριο.
Η τεχνική κατασκευής του κεντρικού κτιρίου, χαρακτηριστική για την περίοδο του Μεσοπολέμου, είναι μικτή. Το κέλυφος αποτελείται από περιμετρικούς (φέροντες) τοίχους από λιθοδομή και επίπεδη οροφή αποτελούμενη από παράλληλες δοκίδες οπλισμένου σκυροδέματος και πλίνθους με μεγάλη κεντρική οπή ανάμεσά τους ως υλικό πλήρωσης (πλάκα Zoellner). Οι εσωτερικοί διαχωριστικοί τοίχοι είναι από συμπαγείς οπτόπλινθους, όπως και οι ορθοστάτες των ανοιγμάτων, σε αντίθεση με τα οριζόντια στοιχεία τους (ανώφλια/κατώφλια), που είναι από σκυρόδεμα.
Το κεντρικό κτίριο δεν διαθέτει ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία όψεων, πλην της απόληξης της πλάκας της οροφής, η οποία αποδίδεται βαθμιδωτά σε μορφή περιμετρικού γείσου, και του κατώτερου μέρους του κτιρίου, το οποίο φέρει μία ζώνη τελικής στρώσης επιχρίσματος από τσιμεντοκονίαμα με ανώμαλη επιφάνεια (αρτιφισιέλ) που το εξαίρει σε σύγκριση με το ανώτερο μέρος των επίπεδα επιχρισμένων επιφανειών. Τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις όψεις είναι τα ανοίγματα. Επί της κύριας νότιας όψης, στο μέσον της, διατάσσεται το άνοιγμα εισόδου, που οδηγεί στον διάδρομο, και εκατέρωθεν της βρίσκονται ανοίγματα παραθύρων, το δυτικό από τα οποία είναι διπλό και συνακόλουθα περισσότερο επίμηκες (2,40 × 1 μ.), σε αντίθεση με το ανατολικό (1,40 × 1 μ.). Στην ανατολική και δυτική όψη βρίσκεται από ένα μεγάλο άνοιγμα παραθύρου (2,50 × 1,50 μ.), ενώ δύο ελαφρώς μικρότερου μεγέθους παράθυρα παρατηρούνται στη βόρεια όψη (2,20 × 1,20 μ.), μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται, ψηλότερα, ένα τετράγωνο, μικρότερο (0,80 × 0,80 μ.). Τα παράθυρα στην εξωτερική πλευρά έφεραν στην αρχική τους φάση μεταλλικά καφασωτά κιγκλιδώματα, όπως φαίνεται σε φωτογραφίες αρχείου, τα οποία διατηρούνται ακόμη –εκτός θέσης– μέσα και γύρω από το κεντρικό κτίριο.

Περίπου 15 μ. βορειότερα από το κεντρικό κτίριο, βρίσκεται ο φούρνος, που εξυπηρετούσε τις καθημερινές ανάγκες παρασκευής φαγητού του προσωπικού στο απομακρυσμένο παρατηρητήριο-σταθμό. Η ορθογώνια κατασκευή είναι προσβάσιμη από τη νότια πλευρά της και αποτελείται από τον περίπου τετράγωνο σε κάτοψη φούρνο (3 × 2 μ.) και τον προθάλαμό του (1,70 × 2 μ.), στοιχεία διακριτά και στις πλάγιες όψεις, καθώς στη συμβολή τους διαμορφώνεται οδόντωση. Εσωτερικά, ο φούρνος διαχωρίζεται καθ’ ύψος σε δύο θαλάμους. Ο κατώτερος αποτελούσε χώρο αποθήκευσης της καύσιμης ύλης και ήταν προσβάσιμος από χαμηλό άνοιγμα στο μέσον του (0,70 × 0,50 μ.), ενώ ο ανώτερος, ο θάλαμος όπτησης, είναι ανοικτός. Στο εμπρόσθιο μέρος του διαμορφώνεται τοξοειδές άνοιγμα, στην κορυφή του οποίου έχει κατασκευαστεί η ορθογώνια καμινάδα (0,50 × 0,50 μ., με άνοιγμα 0,35 × 0,35 μ.). Η τεχνική κατασκευής του φούρνου είναι μικτή. Η περιμετρική τοιχοποιία είναι από λιθοδομή, ενώ οπτόπλινθοι έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του τοξοειδούς ανοίγματος, της καμινάδας και σποραδικά στις γωνίες εξωτερικά. Η επίπεδη οροφή, όπως και το δάπεδο του θαλάμου όπτησης, είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα. Οι όψεις είναι επιχρισμένες και μάλιστα εξωτερικά, στο κατώτερο μέρος, διαμορφώνεται μία ζώνη με αρτιφισιέλ, όμοια με του κεντρικού κτιρίου.
Τις εγκαταστάσεις του συγκροτήματος συμπληρώνουν μία υπόσκαφη, κυβική δεξαμενή από οπλισμένο σκυρόδεμα, σε απόσταση περίπου 10 μ. από το κεντρικό κτίριο, καθώς και μία μπετονένια κρηπίδα, περίπου 200 μ. δυτικά. Στην ανώτερη επιφάνεια της κρηπίδας διατηρούνται περιμετρικά τετράγωνες οπές (0,12 × 0,12 μ.) για την τοποθέτηση ξύλινων ή μεταλλικών υποστυλωμάτων. Μεταξύ των υποστυλωμάτων τοποθετούνταν πιθανότατα περιμετρικά πλαίσια, τα αποτυπώματα των οποίων διατηρούνται επίσης σε μορφή χαραγών-οδηγών στην επιφάνεια της κρηπίδας, αλλά και στο μέσον της, επιμερίζοντάς τη σε δύο τετράγωνους χώρους ίσων διαστάσεων (4,50 × 4,40 μ.). Από τη διάταξη των υποστυλωμάτων φαίνεται πως διαμορφώνονταν δύο ανοίγματα εισόδων (1 μ.), στη βόρεια και νότια πλευρά αντίστοιχα, καθώς και δύο ανοίγματα παραθύρων (0,80 μ.), ένα για κάθε χώρο, επί της δυτικής πλευράς. Η κατασκευή, λόγω του πρόχειρου και προσωρινού της χαρακτήρα αφενός και της εγγύτητάς της με το κυρίως συγκρότημα αφετέρου, ίσως θα μπορούσε να συσχετιστεί με τη διαμονή του εργατοτεχνικού προσωπικού κατά την κατασκευή του συγκροτήματος έως την αποπεράτωσή του.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Οι όψεις του κεντρικού κτιρίου, κυρίως η νότια και δευτερευόντως η ανατολική και η δυτική, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της βιαιότητας των εχθροπραξιών που έλαβαν χώρα στη θέση, στις 23-24 Οκτωβρίου 1943, όταν επίλεκτες δυνάμεις Βρετανών (LRDG) αποβιβάστηκαν και επιχείρησαν να ανακαταλάβουν τα Λέβιθα, τα οποία πέντε ημέρες πριν είχαν καταληφθεί χωρίς αντίσταση από τους Γερμανούς. Τα αποτυπώματα από τα αναρίθμητα πυρά που δέχθηκε το κτίριο, διατηρούνται ακόμα στα επιχρίσματά του.
Χρονολόγηση: π. 1939.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Levi – Fioravanzo 1972, 384-385, 499-500· Rogers 2007, 124-126, 130-137· Rogers 2013, 52-63· Rogers 2019, 43-48.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΠΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ

Θέσεις: Βούρκαλος (×1), Γεράνι (×1), Κατσούνι (×1), Κλαδαριά (×1), Νερό (×1), Τρούμπα (×1), Φανάρι (×1), Φυκάκι (×1), Φύκιο (×2), ύψωμα ΒΔ οικισμού (×1).
Διαστάσεις: εξωτερική διάμετρος 6-10 μ., εσωτερική διάμετρος 4,50-8 μ., πάχος περιμετρικού τοίχου 1,50-2,20 μ., εξωτερικό μήκος ανοίγματος στομίου 2,40-2,80 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 2-5 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Η προβιομηχανική διαδικασία παραγωγής ασβέστη, δηλ. η καύση ασβεστόλιθων ή μαρμάρων σε φυσικά ή τεχνητά (κτιστά) φρεατοειδή ορύγματα, αποτελεί διεθνή πρακτική, οι βασικές αρχές της οποίας παραμένουν αναλλοίωτες από την αρχαιότητα, όπως μαρτυρούν αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και η περιγραφή της κατασκευής και του τρόπου λειτουργίας των ασβεστοκάμινων στο έργο του Κάτωνα (Deagricultura, XLIV), το οποίο χρονολογείται στον 2ο αιώνα π.Χ. Βασικές προϋποθέσεις για την εγκατάσταση ενός ασβεστοκάμινου αποτελούν διαχρονικά η επάρκεια πρώτης ύλης, η αφθονία καύσιμης ύλης και η συγκοινωνιακή προσβασιμότητα. Στα Λέβιθα εντοπίζονται τουλάχιστον έντεκα προβιομηχανικά ασβεστοκάμινα περιοδικής λειτουργίας κυρίως στο κεντρικό και στο δυτικό τμήμα της νησίδας, επάνω στην ακτή ή, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε απόσταση 20-50 μ. από αυτή.

Κάθε ασβεστοκάμινο αποτελείται από έναν περιμετρικό τοίχο, εντός του οποίου διαμορφώνονται τυπικά τα εξής μέρη: το στόμιο, ο θάλαμος καύσης στο κατώτερο επίπεδο και ο θάλαμος όπτησης στο ανώτερο. Ο περιμετρικός τοίχος των ασβεστοκάμινων στα Λέβιθα είναι μία ξερολιθική κατασκευή από μεγάλους και μεσαίους λίθους, η οποία σώζεται στις περισσότερες περιπτώσεις σε ικανοποιητικό ύψος. Στη βάση του περιμετρικού τοίχου ή αλλιώς “πύργου” του καμινιού χρησιμοποιούνται συχνά μεγάλου μεγέθους λίθοι. Οι υπερκείμενες στρώσεις είναι συνήθως κατασκευασμένες από λίθους μικρότερου μεγέθους, ενώ σπανιότερα παρατηρείται πως ο περιμετρικός τοίχος ανυψώνεται βαθμιδωτά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, διατηρείται κατά τόπους, στην εσωτερική παρειά του περιμετρικού τοίχου, επίχρισμα από πηλοκονίαμα (κοκκινοχώματος), πρακτική συνήθης για τη σφράγιση των αρμών, προκειμένου αφενός να αποφεύγεται η απώλεια θερμότητας εντός του θαλάμου και αφετέρου να προστατεύονται οι λίθοι του περιμετρικού τοίχου από την καύση και την ασβεστοποίηση και, επομένως, το ασβεστοκάμινο από την κατάρρευση. Στο πλέον προσπελάσιμο σημείο της εκάστοτε θέσης και συνήθως στο σημείο με τη μεγαλύτερη κατωφερή κλίση χωροθετείται το στόμιο, δηλ. το άνοιγμα τροφοδοσίας του ασβεστοκάμινου με καύσιμη ύλη, καθώς ο συγκεκριμένος χώρος έπρεπε να παραμένει ορατός και προσπελάσιμος κατά τη διάρκεια λειτουργίας του. Αν και το στόμιο δεν διατηρείται ακέραιο σε κανένα από τα ασβεστοκάμινα των Λεβίθων, φαίνεται ωστόσο ότι αποτελεί συνήθη πρακτική η τοξωτή διαμόρφωσή του.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Το εσωτερικό των ασβεστοκάμινων στα Λέβιθα περιλαμβάνει στις περισσότερες περιπτώσεις υπολείμματα από την τελευταία εκκαμίνευση, όπως λιθοσωρούς από ημιασβεστοποιημένους ασβεστόλιθους, ενώ σε μία περίπτωση (ασβεστοκάμινο στο ύψωμα ΒΔ του οικισμού) το εσωτερικό του είναι καθαρισμένο. Τα υπολείμματα αυτά –όπου διατηρούνται– αποτελούν μέρος της θόλου, η οποία εξυπηρετούσε τον διαχωρισμό του ασβεστοκάμινου σε κατώτερο (θάλαμος καύσης) και ανώτερο μέρος (θάλαμος όπτησης), και κατέρρεε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του.
Επομένως, η κατασκευή της θόλου αποτελούσε στοιχείο που απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή και δεξιοτεχνία κατά την εγκατάσταση ενός ασβεστοκάμινου, καθώς, προκειμένου να διαχωριστούν οι δύο θάλαμοι (καύσης και όπτησης), έπρεπε αφενός να επιτρέπει την κυκλοφορία της θερμότητας στον θάλαμο όπτησης και αφετέρου να μην καταρρεύσει νωρίτερα από την ασβεστοποίηση του υπερκείμενου λιθοσωρού. Η θόλος κατασκευαζόταν συνήθως εκφορικά, δηλ. επιμήκεις λίθοι τοποθετούνταν οριζόντια, με κάθε υπερκείμενη σειρά να προεξέχει περιμετρικά περισσότερο προς το κέντρο του καμινιού έως τη γεφύρωση του ανοίγματος με λίθο-κλειδί. Κατά την οικοδόμησή της αφηνόταν πλήθος μικρών (τριγωνικών) ανοιγμάτων, προκειμένου να επιτρέπεται η μεταφορά της θερμότητας. Έπειτα από την ολοκλήρωση της κατασκευής, το προς ασβεστοποίηση υλικό τοποθετούνταν στο ασβεστοκάμινο από το επάνω ανοικτό μέρος. Αρχικά τοποθετούνταν μικρές πέτρες, το μέγεθος των οποίων αυξανόταν όσο ο σωρός πλησίαζε προς τα χείλη του ασβεστοκάμινου. Στην κορυφή, πάνω από τα χείλη, τοποθετούνταν πάλι μικρότερες πέτρες, αποδίδοντας στην όλη κατασκευή μορφή κόλουρου κώνου.
Η ποιότητα του ασβέστη των Λεβίθων, κατά τον Βρετανό αρχαιολόγο John Myres, ήταν εξαιρετική. Το 1916 ένα υπηρεσιακό σημείωμα του Ιταλού επιθεωρητή φάρων Salvatore Medda αναφέρει ότι μία οικογένεια από την Πάτμο και μία από την Κάλυμνο που κατοικούσαν μόνιμα στα Λέβιθα (συνολικά 17 άτομα) απασχολούνταν από τον τότε μισθωτή της νησίδας Δημήτριο Καμπόσο, όχι μόνο στην καλλιέργεια της γης και τη βόσκηση ζώων, αλλά επίσης και στην παρασκευή ασβέστη. Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης προσθέτει ότι με την ασβεστοποιΐα ασχολούνταν στα Λέβιθα και οι Έλληνες πρόσφυγες (30 άτομα το 1916) από την Αλικαρνασσό (Bodrum), που διωκόμενοι από τους Νεότουρκους είχαν καταφύγει εκεί προσωρινά τον Νοέμβριο του 1914. Η παρασκευή ασβέστη στη νησίδα, κατά τον Γ. Σμυρνάκη, συνεχίστηκε μέχρι το 1920. Αργότερα (1938) ο στατιστικολόγος Livio Livi γράφει ότι οι ιταλικές αρχές των Δωδεκανήσων είχαν απαγορεύσει στους μισθωτές των νησίδων την παρασκευή ασβέστη, όπως και ξυλάνθρακα, για την προστασία της χλωρίδας που γινόταν καύσιμη ύλη για την παρασκευή των συγκεκριμένων προϊόντων. Στη δεκαετία του 1960, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, παρασκευαζόταν και πάλι ασβέστης στα Λέβιθα από Αστυπαλίτες που πήγαιναν εκεί κάθε χρόνο από τον Μάϊο έως τον Οκτώβριο.
Χρονολόγηση: αρχές 20ού αιώνα.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1917, φάκ. 8, τμ. 2/4, 17.02.1916· Myres 1920, 334· IGM, Levita, 1932· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 520, 522· Livi 1940, 66, 79.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Αγγελούδια: απόκρημνη (“γκρεμουδάκια”) παράκτια θέση στο νοτιοανατολικό άκρο της νησίδας, στα βόρεια του Φαναριού.
Άγιος Αντώνιος: θέση κοντά στο Άραμα προς τα βορειοανατολικά, στην οποία υπάρχουν τα ερείπια ναού του Αγίου Αντωνίου.
Άγιος Γεώργιος: θέση στην ανατολική κλιτύ του υψώματος μεταξύ του οικισμού και του όρμου Βορινός Πόρος, στην οποία υπάρχουν τα ερείπια ναϋδρίου του Αγίου Γεωργίου.
Αμπελάκι: θέση δίπλα στον οικισμό, στην οποία παλαιότερα υπήρχε αμπέλι.
Άραμα: η θέση της προβλήτας του λιμανιού.
Βαθύ ή Μαΐστρου: ο δεύτερος μεγαλύτερος όρμος των Λεβίθων· η πρώτη ονομασία, η οποία προφανώς σχετίζεται με τη βαθιά είσδυση του όρμου προς τα ανατολικά, αναγράφεται, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες (Vathi) και αργότερα αναπαράγεται σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας (ΥΥ), καθώς και σε άλλες εκδόσεις· ωστόσο, η ονομασία αυτή δεν αναγράφεται στους χάρτες του ιταλικού Στρατιωτικού Γεωγραφικού Ινστιτούτου (IGM, έκδ. 1932) και της ελληνικής Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ, έκδ. 1973), πράγμα που μάλλον σημαίνει ότι τον 20ό αιώνα είχε εγκαταλειφθεί· ας προστεθεί ότι στους χάρτες αυτούς ο όρμος αναφέρεται ως baia del Fico και όρμος Φύκιου αντίστοιχα.
Βάρδιες: υψώματα στα βόρεια της περιοχής Φύκιο.
Βεδέτα ή Καζάρμα: ύψωμα στο νότιο τμήμα της νησίδας, στην κορυφή του οποίου υπήρχε ομώνυμη στρατιωτική εγκατάσταση (caserma, vedetta) κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων.
Βορινός Πόρος: όρμος στα βόρεια του οικισμού, στον οποίο αγκυροβολούν τα πλοία, όταν πνέει ισχυρός νότιος άνεμος.
Βούρκαλος: το λιμάνι και ιδιαίτερα ο ανατολικός μυχός του μεγαλύτερου όρμου της νησίδας στα νοτιοανατολικά του οικισμού· ας σημειωθεί ότι ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης (π. 1935) το αναφέρει και ως Βουρκάλι.
Γαϊδουρόραχες ή Δίπλες: παράκτια περιοχή με δύο πλαγιές (εξ ου και η δεύτερη ονομασία) στα βόρεια, μεταξύ της άκρας Καλαγκάς και της άκρας Θυμάρι· “γαϊδουρόραχες” ονομάζονται οι πλαγιές που περπατιούνται εύκολα.
Γεράνι: μικρός όρμος στον βόρειο μυχό του μεγαλύτερου όρμου, κοντά στον οικισμό προς τα δυτικά, στον οποίο υπάρχει η μόνη αμμουδιά των Λεβίθων, καθώς και πηγάδια με πόσιμο νερό· παλαιότερα ήταν το μόνο μέρος με πόσιμο νερό στη νησίδα.
Γιαμάς: μικρός όρμος στα βόρεια, μεταξύ των παράκτιων θέσεων Του Γέρου ο Φανός και Πλάκες· ας σημειωθεί ότι στον χάρτη του IGM (1932) η θέση αναγράφεται Pulia, ενώ στις Ναυτιλιακές οδηγίες των ελληνικών ακτών της ΥΥ (εκδ. 1987) αναφέρεται ως Αγκάλη Πλάκα (προφανώς συγχέεται με τη δυτικότερη παράκτια θέση Πλάκες).
Γούβες: παράκτια θέση στα βορειοδυτικά του όρμου Βορινός Πόρος.
Γουλέτα: το δυτικό άκρο της νησίδας· η γολέτα ήταν δικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο και ίσως η ονομασία της θέσης σχετίζεται με κάποια γολέτα που ναυάγησε εκεί.
Θυμάρι: μικρή άκρα (καβάκι) στα βορειοδυτικά, μεταξύ της άκρας Καλαγκάς και της άκρας Τούρκισσα· πρόκειται για το μόνο μέρος στη νησίδα στο οποίο φύεται θυμάρι.
Καβί: μικρή άκρα κοντά στον οικισμό προς τα νότια.
Κάβος ή Τρούλαρος: το βορειοδυτικό άκρο της νησίδας, στο οποίο υπάρχει χαρακτηριστική συστάδα βράχων που προεξέχει εν είδει τρούλου.
Κάβος της Καζάρμας: άκρα στα νότια, εντός του μεγαλύτερου όρμου· βορειότερα, στην κορυφή του υψώματος, υπήρχε ομώνυμη στρατιωτική εγκατάσταση (caserma) κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων.
Καλαγκάς: άκρα στα βόρεια, μεταξύ της άκρας Κλαδαριά και της άκρας Θυμάρι.
Καμπιά (τα): περιοχή στα βορειοανατολικά, η οποία παλαιότερα καλλιεργείτο· κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιόταν επίσης για την προσγείωση μικρών αεροσκαφών.

Κάμπος: περιοχή στα ανατολικά του οικισμού, η οποία καλλιεργείται μέχρι σήμερα. Στη δεκαετία του 1960 τα χωράφια του Κάμπου έφεραν τις ακόλουθες ονομασίες: Άγκαθας, Αθάνατος, Αμμούτσα, Αμπέλι, Αναός, Απαλωνιά, Βορινός Πόρος, Καντούνα, Κλεισματάκι, Λούρος, Χαρακωτός· “αναός” ονομάζεται το άνοιγμα στη μάντρα που χρησιμοποιείται για το χώρισμα των εριφίων (βλ. Γιαμαίος 2014, 43 κ.ε.)· “απαλωνιά” ονομάζεται η περιοχή στην οποία υπάρχει αλώνι (βλ. Κρητικός 1961, 133)· “καντούνα” ονομάζεται η γωνία (βλ. Κρητικός 1961, 32)· το χωράφι του Λούρου είχε σχήμα λουριού, εξ ου και η ονομασία.
Κανονάκι: ύψωμα μεταξύ του Κάστρου και των Παλιόμαντρων, στο οποίο οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει κανόνι κατά τη διάρκεια της κατοχής των Δωδεκανήσων.
Καστράκι: βραχώδης θέση που μοιάζει τεχνητά οχυρωμένη στα βόρεια του όρμου Λιμανάκι.
Καστράκι: βραχώδης θέση που μοιάζει τεχνητά οχυρωμένη στο δυτικό τμήμα της περιοχής Χαλασουριά.
Κάστρο: ύψωμα στο νότιο τμήμα της νησίδας, στα δυτικά του σύγχρονου οικισμού, στην κορυφή του οποίου υπάρχουν ερείπια αρχαίου κάστρου.
Κατσούνι: χερσόνησος στα βόρεια.
Κηπάρα ή Χωράφα: περιοχή στα βόρεια του υψώματος Βεδέτα-Καζάρμα, η οποία παλαιότερα καλλιεργείτο.
Κλαδαριά: άκρα στα βόρεια, μεταξύ της χερσονήσου Κατσούνι και της άκρας Καλαγκάς.
Κόκκινη Σπηλιά: θέση στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου Κατσούνι, στον ανοιχτό όρμο που λόγω της σπηλιάς ονομάζεται Αβάλι της Κόκκινης Σπηλιάς· ας σημειωθεί ότι ο ίδιος όρμος στον χάρτη του IGM (1932) ονομάζεται Κοκκινόβαλα (CoccinoVala).
Κούκος του Κατσουνιού: ύψωμα στο βόρειο άκρο της χερσονήσου Κατσούνι, στην κορυφή του οποίου υπάρχει λιθόκτιστος “κούκος” που έφτιαξαν βοσκοί· στο πατμιακό ιδίωμα “κούκος” ονομάζεται μια λιθόκτιστη ή φυσική βραχώδης στήλη που χρησιμοποιείται ως ορόσημο ή για προσανατολισμό (βλ. Κρητικός 1961, 32-33).
Κουνέλια: παράκτια περιοχή στα βορειοδυτικά, στην οποία ζούσαν τα τελευταία κουνέλια, όσα δεν είχαν εξοντωθεί από τους κατοίκους· κουνέλια δεν υπήρχαν στα Λέβιθα αλλά κάποιος είχε μεταφέρει εκεί μερικά, τα οποία μετά από χρόνια πολλαπλασιάστηκαν σε υπερβολικό αριθμό και προκαλούσαν καταστροφές.
Λιμανάκι: μικρός όρμος στα νοτιοανατολικά.
Μαΐστρου (λιμάνι): απάνεμο μικρό λιμάνι εντός του ομώνυμου όρμου, στο οποίο αγκυροβολούν τα καΐκια όταν πνέει βόρειος ή βορειοδυτικός (“μαΐστρος”) άνεμος.
Μακρύ Χωράφι: περιοχή στα ανατολικά, η οποία παλαιότερα καλλιεργείτο.
Μυζήθρα: το νότιο τμήμα της χερσονήσου Στένωση, στο οποίο υπάρχει βράχος που μοιάζει με μυτζήθρα.
Νερό: παράκτια θέση εντός του όρμου Μαΐστρου, στον βορειοανατολικό μυχό του, στην οποία έπιναν τα ζώα νερό που κατέληγε εκεί από το γειτονικό ύψωμα.
Νεφρί ή Γλαρόλαιμος: το βόρειο άκρο της νησίδας· η πρώτη ονομασία αναγράφεται, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες ως Nephri και αργότερα αναπαράγεται σε εκδόσεις της ΥΥ, καθώς και σε άλλες εκδόσεις· ωστόσο, η ονομασία αυτή δεν αναγράφεται στους χάρτες του IGM (1932) και της ΓΥΣ (1973), πράγμα που μάλλον σημαίνει ότι τον 20ό αιώνα είχε εγκαταλειφθεί.
Παλιόμαντρες: ύψωμα στα βόρεια του υψώματος Κανονάκι.
Παναγία: θέση στο βορειοανατολικό άκρο του οικισμού, στην οποία υπάρχει ναΰδριο της Παναγίας.
Πατέλια (τα): παράκτια περιοχή με ψηλούς γκρεμούς (“ψηλά γκρεμά”) στο νότιο τμήμα της περιοχής Φύκιο.
Πίριαυλος: ύψωμα στο ανατολικό άκρο της νησίδας.
Πλάκες: παράκτια θέση στα βόρεια, μεταξύ των όρμων Γιαμάς και Βορινός Πόρος.
Πλάτωμα του Νησακιού: παράκτια θέση στα νότια, απέναντι από το Νησάκι, η οποία “χαμηλώνει” και διαμορφώνει πλάτωμα.
Ποταμιά: μικρός όρμος στα βορειοδυτικά, μεταξύ του Κάβου και της άκρας Γουλέτα.
Ποταμιά του Κατσουνιού: μικρός όρμος στα βόρεια, μεταξύ της χερσονήσου Κατσούνι και της άκρας Κλαδαριά.
Ρομανάκι: περιοχή με πολλές φίδες (αρκεύθους), στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου Κατσούνι, στα βόρεια της θέσης Γούβες, η οποία για τα δεδομένα της νησίδας συνιστά μικρό δάσος (ρουμάνι).
Σκυλοκάλυβο: ύψωμα στα βορειοανατολικά του όρμου Βούρκαλος· στις δυτικές κλιτύες του υψώματος βρίσκονται παλαιά λατομεία (νταμάρια).
Σμυρλή(ς): μικρός όρμος στα νότια, στα δυτικά του λιμανιού· δεδομένου ότι τον 20ό αιώνα αναφέρεται μοναστηριακό κτήμα με την ίδια ονομασία (το οποίο προφανώς βρισκόταν κοντά στον όρμο), καθώς και ότι η ονομασία αποτελεί ανθρωπωνύμιο που δηλώνει κάποιον καταγόμενο από τη Σμύρνη, ο όρμος και το χωράφι πιθανώς έλαβαν το όνομα κάποιου που εκμεταλλευόταν την περιοχή· ας προστεθεί ότι κοντά στον όρμο αυτόν υπήρχε παλαιότερα θέση με νερό (Το Νερό του Σμυρλή), με το οποίο πότιζαν τα ζώα.
Σπανό ή Φανάρι: το νοτιοανατολικό άκρο της νησίδας· η πρώτη ονομασία αναγράφεται, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες ως Spano και αργότερα αναπαράγεται σε εκδόσεις της ΥΥ, καθώς και σε άλλες εκδόσεις· ωστόσο, φαίνεται ότι, μετά την εγκατάσταση εκεί του φάρου (1890), η ονομασία αυτή εγκαταλείφθηκε σταδιακά και αντικαταστάθηκε από τη δεύτερη· γι’ αυτό και στον χάρτη της ΓΥΣ (1973) αναγράφεται ως άκρα Φάρου.
Σπηλιά του Γουπιού: παραθαλάσσια σπηλιά όπου “μπαίνει μέσα γουπί” (μικρές γόπες) εντός του όρμου Σμυρλή(ς).
Στένωση: άκρα και χερσόνησος στο νοτιοδυτικό άκρο της νησίδας, με την οποία συνδέεται με στενό λαιμό (Λαιμούδα)· αξίζει να παρατηρηθεί ότι στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, η συγκεκριμένη άκρα ονομάζεται Elmino, ενώ το 1932 στον χάρτη του IGM ως Stenosi, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός ότι στις εκδόσεις της ΥΥ, καθώς και σε άλλες εκδόσεις, η ίδια άκρα αναφέρεται άκριτα ως Έλμινο (Στένωσις ή Στενόζι).
Του Γέρου ο Φανός: παράκτια θέση στα βορειοανατολικά, μεταξύ του όρμου Του Πυριαύλου η Καντούνα και του όρμου Γιαμάς· “φανοί” ονομάζονται οι τρύπες όπου κρύβονται οι σμέρνες και τα μουγγριά.
Του Πιριαύλου η Καντούνα: ανοιχτός όρμος στα βόρεια του Πυριαύλου, στο βορειοανατολικό άκρο της νησίδας, στον οποίο μερικές φορές αγκυροβολούν καΐκια· στο πατμιακό ιδίωμα “καντούνα” ονομάζεται η γωνία (βλ. Κρητικός 1961, 32).
Τούρκισσα: άκρα στα βορειοδυτικά, μεταξύ της άκρας Θυμάρι και της άκρας Τρούλαρος.
Τρούμπα: παράκτια περιοχή στα νότια, μεταξύ του όρμου Βούρκαλος και της εισόδου (“μπούκας”) του λιμανιού.
Φυκάκι: μικρός όρμος στο νοτιοδυτικό άκρο των Λεβίθων, στο δυτικό άκρο της χερσονήσου Στένωση, το μόνο σημείο στην ακτογραμμή της νησίδας στο οποίο η θάλασσα βγάζει φύκια (εξ ου και η ονομασία).
Φύκιο ή Του Φύκιου το Δέμα: περιοχή στα νότια του όρμου Μαΐστρου, η οποία στα βόρεια οριοθετείται από επιμήκη ξερολιθιά και στα δυτικά εκτείνεται μέχρι τον λαιμό της χερσονήσου Στένωση· “δέματα” ονομάζονται οι οριοθετημένες από ξερολιθιές περιοχές για εγκλεισμό ζώων (βλ. Κρητικός 1961, 133-134)· στο εν λόγω “δέμα” έκλειναν τα στείρα αιγοπρόβατα περίπου από τον Οκτώβριο έως τον Μάιο.
Χαλασουριά: παράκτια περιοχή στα νοτιοανατολικά, στα ανατολικά της Τρούμπας.
Χωράφι του Σταματίου Πέτρου: χωράφι στον Κάμπο, που αναφέρεται το 1922 και το οποίο προφανώς παλαιότερα εκμεταλλευόταν κάποιος Σταμάτης Πέτρου ή Πέτρος Σταματίου· πρόκειται μάλλον είτε για τον γνωστό άρχοντα της Πάτμου Σταμάτη Πέτρου είτε για τον γιο του Πέτρο Σταματίου (1797-1851)· βλ. Φλωρεντής 1981.
Ψηλοκαγιάτι ή Σκυλοκαγιάτι: ύψωμα στα βορειοδυτικά, κοντά στην άκρα Γουλέτα· σύμφωνα με την παράδοση, στην κορυφή του υπήρχε κάποιο καλύβι· ας σημειωθεί ότι στον χάρτη του IGM (1932) αναγράφεται ως Celocaiati, ενώ στον χάρτη της ΓΥΣ (1973) ως Χιλιοκαγιάτι.
Ονομασίες των κτημάτων της μονής Πάτμου (από συμβόλαια μίσθωσης της νησίδας, 1919-1941): Απαλωνιά [στον Κάμπο], Δάμακας, Ισμιρλή [Σμυρλή], Καλὴ Πόρτα, Κάμπος τοῦ Μακρή, Κατσίνα (η) [πιθανώς στο Κατσούνι], Λάκκος, Μακρύ [Μακρύ Χωράφι], Μάνδρα, Ουλινός, Παπούτσι, Πάνω Καντούνα [πιθανώς Του Πιριαύλου η Καντούνα], Πάνω Τάβλα (δύο κτήματα) [Αμμούτσα, στον Κάμπο], Παπ(π)ούρα (η), Σταυρός, Φύκια (τα) [Φύκιο]. Πβ. τα λήμματα Κατσούνι, Μακρύ Χωράφι, Σμυρλή, Φύκιο, καθώς και το λήμμα Κάμπος, όπου αναφέρονται τα χωράφια του Κάμπου στη δεκαετία του 1960. “Δαμάκι” ονομάζεται η αναβαθμιδωτή καλλιεργούμενη επιφάνεια (βλ. Πετανίδου 2015, 190), ενώ “τάβλες” τα στενόμακρα και διατεταγμένα σαν τάβλες κτήματα (βλ. Κρητικός 1961, 37).
Σημ: Βασικές πηγές του μικροτοπωνυμικού των Λεβίθων είναι ο ανέκδοτος αυτοσχέδιος χάρτης της νησίδας και οι προφορικές πληροφορίες του Ευθύμιου Κανέλλη, ο οποίος έζησε και εργάστηκε στη νησίδα ως παραγιός της οικογένειας Καμπόσου κατά τα έτη 1961-1965. Από τον ίδιο πληροφορητή προέρχονται και τα σχόλια στα λήμματα των μικροτοπωνυμίων που δεν συνοδεύονται από βιβλιογραφικές παραπομπές. Όλες αυτές οι πληροφορίες δόθηκαν στην Ερευνητική Ομάδα (ΕΟ) κατά τη διάρκεια συνέντευξης του Ε. Κανέλλη στην Πάτμο (08.06.2025). Επίσης, μερικά μικροτοπωνύμια είχαν γίνει γνωστά και οι ακριβείς θέσεις τους είχαν εντοπιστεί κατά τη διάρκεια των δύο επισκέψεων της ΕΟ στα Λέβιθα (11-13.06.2024 και 29.09-03.10.2025), χάρη στις πληροφορίες των κατοίκων της νησίδας Ειρήνης, Τάσου και Μανώλη Καμπόσου. Συμπληρωματικές πηγές του μικροτοπωνυμικού αποτέλεσαν όσες αναφέρονται στα λήμματα, καθώς και το «Σκαρίφημα νήσου Λεβίθας» του Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη (Τα πολύνησα της Κινάρου και της Λεβίθας, Αθήνα 2021), το οποίο βασίστηκε κυρίως σε πληροφορίες του Δημητρίου και της Ειρήνης Καμπόσου, καθώς επίσης και του Ε. Κανέλλη.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και το αγκυροβόλιο των Λεβίθων με τη ματιά του Οθωμανού Πιρί Ρεΐς (1525-1526)
Αυτό το κεφάλαιο αναφέρεται στο νησί που είναι γνωστό ως Κοτζ Μπαμπάς (Λέβιθα). Το νησί αυτό βρίσκεται τριάντα μίλια δυτικά της Κω. Σήμερα είναι ακατοίκητο. Ονομάζεται Κοτς Πάπας, γιατί σ’ αυτό το νησί υπάρχει μια εκκλησία με τον τάφο κάποιου. Οι Τούρκοι τον ονομάζουν αυτόν Κοτς Πάπας, ενώ οι άπιστοι Σαν Τζώρτζ ντε Λέμπιτε. Όσοι πάνε σε τούτη την εκκλησία, είτε Τούρκοι είτε άπιστοι, αφήνουν από μια προσφορά. Άλλος μαχαίρι, άλλος βέλος, άλλος αλυσίδα, άλλος χρήματα, άλλος πετσέτες, τέτοιου είδους πράγματα προσφέρουν αρκετά. Τα πράγματα αυτά συγκεντρώνονται μια φορά το χρόνο από τους μοναχούς της Πάτμου, που υπηρετούν τον Μπάτνος Μπαμπάς. Αυτή η συνήθεια υπάρχει από παλιά. Ο Μπάτνος Μπαμπάς και ο Κοτς Πάπας ήταν δυο φίλοι που ζούσαν μαζί, διηγούνται οι άπιστοι. Υπάρχει ένα φυσικό λιμάνι που βλέπει στα νότια. Αν θέλουν να μπουν από τα νότια, πρέπει να έχουν έτοιμα τα παλαμάρια στις βάρκες και να δεθούν στην ακτή προτού τους βλάψει ο άνεμος, γιατί το μέρος είναι στενό. Το πλοίο είναι αδύνατο να δέσει τα παλαμάρια, αφού ρίξει την άγκυρα.
[πηγή: Λούπης 1999, 273-274]
Συμβόλαιο μίσθωσης των Λεβίθων (1827)
Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ καὶ Βασιλικὴ Μονὴ Ἰω(άννου) τοῦ Θεολόγου συμφωνεῖ τῇ σήμερον μὲ τὸν Γεώργιον Καβουράκην καὶ μὲ τὸν Ἀλεξανδρῆν ὑιὸν τοῦ Μανόλη Μελιγκάρη, καὶ δίδωσιν αὐτοῖς τὸ νησίον της, ὀνομαζόμενον Λέβεθα, διὰ χρόνους ὁλοκλήρους τέσσαρας μὲ τὰς ἀκολούθους συμφωνίας:
αον. Ὑπόσχεται αὐτὴ ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἄνω ῥηθέντας σπόρον σιτάρι, κοιλλὰ τριάντα Ν: 30· κριθάρι κοιλλὰ δέκα Ν: 10· ὑπόσχονται καὶ αὐτοὶ ἐξ ἰδίων νὰ βάλλωσιν ὁ καθ᾿ εἷς των σιτάρι κοιλλὰ δέκα Ν: 10 καὶ κριθάρι, κοιλλὰ πέντε Ν: 5· ὥστε ὁ σπόρος ὅλος τοῦ νησίου ἀναβαίνει εἰς κοιλλὰ ἑβδομῆντα Ν: 70· ἤγουν σιτάρι, κοιλλὰ 50· καὶ κριθάρι, κοιλλὰ εἴκοσι Ν: 20.
βον. Ὑπόσχονται οἱ αὐτοὶ νὰ βάλλωσι βόδηα ἐδικά τους νὰ σπείρωσιν ὅλους αὐτοὺς τοὺς σπόρους· ἤ, ἂν δυνηθῶσι, νὰ σπείρωσι καὶ ἔτι περισσότερον· ἡ δὲ σπορὰ ὅλη θέλει μετρισθῇ εἰς τὸ ἁλῶνι ἐξημισείας, χωρὶς ὅλως νὰ πρετεντέρωσιν αὐτοὶ διὰ τὰ ζευγάρια τους ἢ δι᾿ ἄλλα τους ἔξοδα νὰ πάρωσιν οὐδὲ ἓν σπειρὶ σιτάρι, ἢ κριθάρι, περισσότερον ἀπὸ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου πράγματος· ἀλλ᾿ οὐδὲ δύνανται νὰ σπείρωσι τὸ καθόλου διὰ ἴδιόν τους μόνον κέρδος, οὐδὲ ἓν σπειρὶ σιταρίου, ἢ κριθαρίου· διὰ τὴν Πλακάδα δὲ τὴν συνηθισμένην θέλουσι λάβῃ ἐκ τοῦ ὅλου σπέρματος ὀκτὼ κοιλλὰ σιτάρι· νὰ τὰ μετρισθῶσιν οἱ δύω, χωρὶς νὰ πρετεντέρουν πολὺ, ἢ ὀλίγον ἀπὸ τὸ κριθάρι· τὸ δὲ ἁλῶνι θέλει σκουπίζεται, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ἐν ἐκείνῳ, οὐδὲ σκύβαλον· ἐπειδὴ καὶ αὐτὰ τὰ σκύβαλα θέλει μετρίζονται εἰς τὴν μέσην, καθὼς μετρίζεται καὶ τὸ σιτάρι καὶ κριθάρι· τά ῥίζυγα δὲ τῶν βοδιῶν (ὁποῦ θεός φυλάξοι!) μένουσιν ἐπάνω τους χωρὶς ὅλως νὰ δύνανται νὰ ζητήσωσιν διὰ τὴν ἀπώλειάν των ἀπὸ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς, οὐδὲ ὀβολόν· τῶν καϊκίων δὲ οἱ ναῦλοι ὅπου μέλλουσι νὰ τὰ ὑπάγωσιν ἐκεῖ καὶ ἐκεῖθεν πάλιν νὰ τὰ φέρωσιν ἐδῶ, ἀφ᾿ οὗ ἀποσπείρωσιν, ὑπάρχουσιν ἐξημισείας· ὁμοίως εἶναι ἐξ ἡμισείας καὶ οἱ ναῦλοι, ὁποῦ μέλλουσι νὰ ὑπάγωσι τοὺς σπόρους ἐκεῖ. Ἔτι, ἐὰν κατὰ συμβεβηκὸς καὶ ποιήσωσι φωτίαν δι᾿ ἥντιναν περίστασιν καὶ σταλθῇ καΐκι διὰ νὰ μάθωμεν τὴν εἴδησιν, καὶ αὐτὸς ὁ ναῦλος θέλει πληρώνεται ἐξημισείας.
γον. Ὑπόσχεται ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ νὰ στείλῃ τώρα ἐκεῖ εἰς τὸ νησίον μίαν καϊκιὰν ἄχυρα διὰ τὴν ζωοτροφίαν τῶν βοδιῶν· εἰς δὲ τὸν καιρὸν τοῦ θέρους νὰ στείλῃ ἐκ τῆς Λειψῶ γαϊδούρας διὰ τὸ ἁλῶνι· τῶν ὁποίων γαϊδουρῶν τὰ περίκουλα μένουσιν εἰς τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Μονήν· ὅσα δὲ ἀλετρόξυλα καὶ φθχιαστικὰ ἰνίων ἁρμασθῶσι, θέλει τὰ κάμνει μονομερῶς ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονή.
δον. Ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ δὲν εὐαρεστεῖται, οὐδὲ δίδωσιν ἄδειαν εἰς τοὺς ὡς ἄνω ῥηθέντας νὰ πάρωσιν ἐκεῖ εἰς τὸ νησὶ ἀξινάδες· ἐπειδή, ἂν ὑπάγῃ τινὰς καὶ λάβῃ τὴν εἴδησιν πῶς ὑπῆγε, θέλει τὸν ἐκδιώξῃ καὶ θέλει κατακυριεύσῃ καὶ ὅσον ἤθελεν ἔχῃ σπαρμένον, καὶ θέλει φέρῃ καὶ εἰς τοὺς ἰδίους αὐτοὺς ἐνοχὴν παιδείας, καὶ τιμωρίας.
εον. Ἂν αὐτοὶ θελήσωσι νὰ βάλλωσιν εἰς τὸ νησὶ κατζικοπρόβατα, δὲν δύνανται νὰ τὰ δεχθῶσιν, ἂν δὲν δώσωσι τὴν εἴδησιν πρῶτον πρὸς τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Μονὴν ἡ ὁποῖα θέλει συμφωνήσῃ μὲ τοὺς βοσκοὺς διὰ τὴν ὠφέλειάν της, καὶ ἂν αὐτοὶ οἱ βοσκοὶ εὐαρεστηθῶσιν μὲ τὴν συμφωνίαν ἐκείνην, τότε λαμβάνουσι παρ᾿ αὐτῆς τὴν ἄδειαν καὶ ἀπέρχονται καὶ δὲν μένουσιν ἐμποδισμένοι, χωρὶς αὐτοὶ οἱ διαληφθέντες συμφωνηταὶ μὲ ἡμᾶς νὰ ἠμπορέσωσι τὸ καθόλου νὰ ἐναντωθῶσιν εἰς τοῦτο, οὔτε νὰ παραπονεθῶσιν· ἐπειδὴ τῇ Ἱερᾷ ἡμῶν Μονῇ οὕτω συμφέρει.
στον. Ἐὰν οἱ διαληφθέντες θελήσωσι νὰ βάλλωσιν ἐπάνω εἰς τὸ νησὶ χοντρὰ ζῶα, θέλουσι μερίζῃ μὲ τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Μονὴν, τὴν γένναν των ἐξ ἡμισείας· δηλ. τὸ ἥμισυ θέλει λαμβάνει ἡ Ἱερἀ ἡμῶν Μονὴ, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ, οἱ δύω των· εἰ δὲ καὶ τὸ γεννηθὲν τυχὸν ὀνάριον, ἢ μουλάριον, ὑπάρχει ξένου τινὸς, καὶ ὄχι αὐτῶν, τότε τὸ ἥμισυ θέλουσι τὸ μερίζῃ οἱ τρεῖς, καὶ ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονὴ, μόνη θέλει λαμβάνει τὸ ἕτερον ἥμισυ· ἄνευ δὲ τῆς εἰδήσεως αὐτῆς δὲν ἐπιτρέπεται, οὔτε δίδωσιν ἄδειαν αὐτοῖς νὰ μετακομίζωσιν ἐκεῖ ζῶα χοντρά· ἀλλὰ πρῶτον πρέπει νὰ τὴν εἰδοποιῶσι, καὶ ἔπειτα δι᾿ ἀδείας της νὰ μεταφέρωνται ἐκεῖ τὰ ζῶα. Ἔτι ὑπόσχεται ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ ὅσα ζῷα ὑπάγει εἰς τὸ νησί, νὰ μερίζεται ἡ γέννα αὐτῶν ἐξ ἡμισείας μὲ τοὺς ἄνω εἰρημένους.
Ταύτας τὰς ἄνω συμφωνίας ὑπόσχεται ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ εἰς τοὺς ἄνω ῥηθέντας νὰ τὰς φυλάξῃ ἀπαραβάτους, καὶ στερεάς· ὑπόσχονται πρὸς αὐτὴν καὶ αὐτοὶ ὅ,τε Γεώργιος Καβουράκης, καὶ Ἀλεξανδρῆς Μελιγκάρης, νὰ φυλάξωσιν αὐτὰς τὰς ἰδίας συμφωνίας ἀπαραβάτους, καὶ ἀναλλοιώτους μέχρι τῆς τελειώσεως τῆς ὅλης τετραετίας· ὅθεν εἰς ἔνδειξιν τῆς ἀληθείας καὶ ἀσφάλειαν ἐγένετο ἡ παροῦσα ἔγγραφος συμφωνία ἐσφραγισμένη τῇ συνήθει Ἱερᾷ Σφραγίδι τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς καὶ Βασιλικῆς Μονῆς, καὶ βεβαιωμένη παρὰ τοῦ ἡμετέρου Καθηγουμένου, καὶ ἐδόθη τοῖς ἄνω εἰρημένοις, ἥτις κατεστρώθη καὶ ἐν τῷδε τῷ Κώδικι Αὐτῆς, καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τῶν ἄνω εἰρημένων εἰς ἔνδειξιν ἀληθείας, καὶ βεβαίωσιν τῆς ὑποσχέσεως αὐτῶν. 1827 Αὐγούστου 9.
[πηγή: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 186-187]
Τα Λέβιθα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
(υπηρεσιακό σημείωμα του Ιταλού επιθεωρητή του φάρου)
R(egio) Rimorchiatore “DALAMAN„
Visita a fari. […] Faro di Levita.
Ore 9 ½ del 17. 2. 916.
a) Petrolio esistente sul porto litri 60;
consumo giornaliero 1 litro circa;
i figli del capo fanalista (che era assente) asseriscono che l’ultima somministrazione di 6 bidoni di petrolio, è stata prelevata dal padre, da Patmos, i primi di gennaio n(uovo) s(tile), la rimanenza è sufficiente a tutto aprile p(rossimo) v(enturo).
b) Dalla visita eseguita personalmente, risulta che le dichiarazioni verbali corrispondono a verità.
c) Al faro vivono attualmente 3 persone, cioè:
Demetrio Cambos [Καμπόσος] di anni 45 (capo fanalista) e due figli Costantinos e Stavros.
Nell’isola risiedono di permanenza altre 17 persones, cioè:
Giovanni Sfondilos con la moglie e 7 figli;
Manolis Crisofos con la moglie, 3 figli ed i cognato di anni 10;
Cristodulos Scembes col figlio, però fa giorni arriverà anche la moglie.
Attualmente, si trovano nell’isola (provisoriamente) un’altra trentina di persone.
d) Il capo fanalista, proviene da Patmos, risiede nell’isola dal 1889 cioè dall’istituzione dal faro, e si è allontanato qualche volta per recarsi a Patmos (dove attualmente risiede la moglie). I figli vanno e vengono con velieri da Patmos. Le altre tre famiglie risiedono nell’isola da diversi anni, e provengono da Calimno e da Patmos.
Le altre 30 persone si trovani nell’isola da qualche mese, provengono da Calimno, dove si sono recate dall’Asia Minore (disertori) sono Greci, ma sudditi ottomani e sono arrivate con un veliero.
f) [sic] I figli del capo fanalista asseriscono che le persone che vivono nell’isola dependono tutte dal padre, che le occupa per la coltirazione dell’isola che ha avuto in affitto dal Governo Italiano, per il pascolo e per la lavorazione delle cave di calce.
Di frequente passano navi da guerra, torpediniere e rimorchiatori inglesi e francesi, che alzano sempre la bandiere e perlustrano le coste dell’isola.
Circa un mese fa, da una cacciatorpediniera inglese è sbarcato un ufficiale, il quale si è recato al faro, ma non ha eseguito nessuna visita ed è ritornato subito a bordo perchè non aveva intessente per farsi comprendere.
I viveri vengono acquistati a Patmos, però il 12 andante lo Sfondilis è ritornato da Calimno dove si era recato per acquisto viveri.
Nel alloggio del capo fanalista sono stati trovati cinque fucilo da caccia (avancarica), una pistola ed une sciabola e ci è stato riferito che circa quattro mesi fa, è stato sequestrato un fucile (Gras) da una nave italiana. […]
Il Brigadiere della R. Guardia di Finanza
Salvatore Medda [υπογραφή].
[πηγή: ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1917, φάκ. 8, τμ. 2/4]
Η χλωρίδα και η πανίδα των Λεβίθων (π. 1935)
Ἐπὶ τῆς νησίδος ἀφθονοῦσι αἱ ἄγριαι κινάραι (σκόλυμοι), ἐξ ὧν καὶ μόνον διατρέφονται τὰ ἐπὶ ταύτης ζῷα, αἵτινες τυγχάνουσι λίαν θρεπτικαί, καθότι οὐδεὶς φύεται χόρτος, πλὴν τῶν σχοίνων, κέδρων (φεῖδες), ὀλίγων στοιβῶν, ἀσπαλάθων, ἀκαισαριδίων, ναρθήκων (ἄρτηκας καὶ μαγκοῦτα ἢ μαγκοῦνα ἀλλαχοῦ), ἁδρομεροῦς καλαμώδους φυτοῦ, ἱκανοῦ ὕψους καὶ κούφου, οὗτινος ἡ ἐντεριώνη (ψίχα) ἐχρησίμευε τοῖς ἀρχαίοις ὡς ἀγαρικὸν (ὕσκα). […] Οὐδὲν δ’ ἑρπετὸν ὑπάρχει πλὴν τῆς σαύρας, τῆς χειλιοῦδας, τῆς σκολοπεντρούδας καὶ τῶν σαμιομωτακίων.
[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 522]
Τα ναΰδρια των Λεβίθων (π. 1935)
Ἐν τῇ νησίδι τῶν Λεβέθων ὑπάρχουσι τὰ ἑξῆς τρία Ναΐδια:
1. Ναΐδιον τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἢ τῆς Πορταϊτίσσης: Τὸ μετὰ ἡμικυλινδροειδοῦς θολοδομίας Ναΐδιον τοῦτο καὶ μικροῦ προαυλίου ἔχει τὸν συνοικισμὸν αὐτῆς ἐκτεινόμενον ἄνωθεν μικρὸν τοῦ κυρίως ὅρμου πρὸς Μ.· τυγχάνει μήκους 3μ50 × 2μ50 ἔγγιστα, ἀνακαινισθὲν καὶ ἐπιστρωθὲν δι᾿ εὐρωπαϊκῶν πλακιδίων ἐν ἔτεσι 1900 ὑπὸ τοῦ διαμένοντος αὐτόθι ἐπιστάτου τῶν Φανῶν Δημητρ. Ν. Καμπόσου, ὅστις ἐδαπάνησε περὶ τὰς εἴκοσι καὶ πέντε λ(ίρας) Τ(ουρκικάς). Ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ Εἰκονοστασίου τούτου ὑπάρχουσι δύο εἰκόνες αὗται: 1) Ἡ τοῦ ΙΣ.ΧΡ [Ιησού Χριστού] καὶ 2) ἡ τῆς Θεοτόκου τῆς καλουμένης Πορταϊτίσσης, ἐφ᾿ ἧς εὕρηνται ἀνηρτημένα πολλὰ ἀργυρᾶ ἀναθήματα· ἐπὶ τοῦ Εἰκονοστασίου δ᾿ ὑπάρχουσι καὶ διάφοροι μικραὶ εἰκόνες, ὡς ἡ τοῦ Ἁγ. Ἀντωνίου, ἡ τοῦ Ἃγ. Γεωργίου, ἡ τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, ἡ τῆς Ἀναλήψεως, ἡ τοῦ Ἁγ. Νικολάου, πᾶσαι μετρίας τέχνης.
2. Ναΐδιον τοῦ Ἁγ. Ἀντωνίου: Ἐπὶ τοῦ κυρίως ὅρμου εὕρηται ἐν ἐρειπίοις· ἐγγὺς δὲ τούτου πρὸς Β. ἐν τῇ θέσει Κάμπος ὑπάρχει χωράφιον τῆς Μονῆς καὶ ἕτερον καλούμενον Μακρὺ χωράφι, λόγῳ τῆς ἐκτάσεως τούτου μεταξὺ Κάμπου καὶ τοῦ ἀκρωτηρίου Φινός [sic].
3. Ναΐδιον τοῦ Ἁγ. Γεωργίου: Ἐγγὺς τοῦ τῆς Πορταϊτίσσης Ναϊδίου ἐν ἐρειπίοις.
[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 528]
Τα Λέβιθα με τη ματιά του Ζήσιμου Λορεντζάτου (1976)
18 [Ιουνίου 1976]. Φεύγομε γιὰ τὰ Λέβιθα μὲ 100ο πορεία. Σὲ λίγο ἀρμαθιὲς δελφίνια στὴν πρωινὴ θολούρα. Μπουνάτσα. Λαδιά. Θαυμαστὸ χτῆμα ἀπάνω στὸ νησὶ μὲ πέτρινους φράχτες, σὰν ἐκεῖνα τῆς Σκωτίας (ποὺ εἶδα) ἢ τῆς Ἰρλανδίας (ποὺ δὲν εἶδα) ἢ ἀκόμα στὰ νησιὰ Ἄραν (ποὺ τὰ ὀνειρεύομαι). Δυὸ ἀδέρφια μὲ τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους εἶναι οἱ χτηματίες. Καὶ ὁλοένα ψαροκάικα μπαίνουν καὶ βγαίνουν –ἀπὸ τὴν Κάλυμνο, τὴν Πάτμο, τὴ Λέρο, τοὺς Φούρνους, τὴν Ἰκαριὰ καὶ ἀλλοῦ. Σωστὸ κέντρο ἀπὸ διάφορες διασταυρωμένες δραστηριότητες θαλασσινές, ἐπιλήψιμες καὶ μή. Περνᾶμε μιὰ νύχτα ἐκεῖ δεμένοι στὸ λιμάνι τὸ νότιο (ἔχει κι ἕνα δυτικό). Καταβέλονα μὲ τὸ βοριὰ πᾶς ἀπὸ τὰ Λέβιθα στὴν Ἀστροπαλιά. Λογαριάζομε νὰ φύγομε γιὰ ἐκεῖ αὔριο, πρῶτα ὁ Θεός.
[πηγή: Λορεντζάτος 1983, 81]
Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.
