Κίναρος. Η ευρύτερη περιοχή του οικισμού του Αγίου Γεωργίου (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Η Κίναρος ή, όπως επίσης αποκαλείται από τους κατοίκους των πλησιέστερων νησιών, το Κίναρο(ς) υπάγεται διοικητικά στη Λέρο και βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Αμοργού και στα δυτικά των Λεβίθων. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 4,577 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 16,242 χλμ.

Οι παλαιότερες μνείες της Κινάρου, αν και σύντομες και ελάχιστες, εντοπίζονται σε έργα της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Πιο συγκεκριμένα, η νησίδα μνημονεύεται ήδη από τα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια (3ος-2ος αι. π.Χ.) από τον συγγραφέα Σήμο τον Δήλιο, όπως μας πληροφορεί αργότερα (2ος-3ος αι. μ.Χ.) ο Αθήναιος Ναυκρατίτης στο έργο Δειπνοσοφισταί. Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., η Cinara απαριθμείται μεταξύ των νησιών του Αιγαίου που αποτελούν τις “Σποράδες” στα έργα Historia Naturalis του Πλίνιου του Πρεσβύτερου και De situ orbis του Πομπόνιου Μέλα. Στα τέλη του ίδιου αιώνα ή στις αρχές του επόμενου, ο Πλούταρχος, κάνοντας λόγο στο έργο Ηθικά για τους χειρότερους τόπους εξορίας της εποχής του, αναφέρει ως παράδειγμα την Κίναρο, όπως και τη Γυάρο, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα «σκληρὰν ἄκαρπον καὶ φυτεύεσθαι κακήν». Πέρα από την περιορισμένη δυνατότητα καλλιέργειας του εδάφους της Κινάρου, ο απαξιωτικός αυτός χαρακτηρισμός υποδηλώνει ασφαλώς τις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν τότε εκεί. Αξίζει να προστεθεί ότι στο έργο Δειπνοσοφισταί η ονομασία της νησίδας συσχετίζεται με το φυτό κινάρα (αγκινάρα), μια ετυμολόγηση που δέχονται και συγγραφείς του 20ού αιώνα, καθώς η αγκινάρα είναι αυτοφυής στην Κίναρο. Κατά τον 3ο αιώνα μ. Χ., η θέση της νησίδας προσδιορίζεται με ακρίβεια στον Σταδιασμό, έργο ανώνυμου συγγραφέα στο οποίο καταγράφονται αποστάσεις και οδηγίες πλεύσης στη Μεσόγειο. Ακριβέστερα η Κίναρος ή Κίναρα αναφέρεται ότι βρίσκεται 50 στάδια μετά τα Λέβιθα και 85 στάδια πριν από την Αμοργό κατά τη θαλάσσια διαδρομή από τη Μύνδο (πόλη της Καρίας κοντά στην Αλικαρνασσό/Bodrum) προς την Αττική και, επίσης, ότι αποτελεί σημείο ορατό στα δεξιά της ρότας από τη Ρόδο προς το ακρωτήριο Σκύλλαιο (Τσελεβίνια) της Αργολίδας.

Κίναρος. Η ευρύτερη περιοχή του οικισμού του Αγίου Γεωργίου. Άποψη από τα βόρεια. Στο βάθος αριστερά, πίσω από το ύψωμα με τις αναβαθμίδες, διακρίνεται το δυτικό ακρωτήριο του κύριου όρμου της νησίδας.

Τα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα για την Κίναρο είναι επίσης περιορισμένα. Η εύρεση επιφανειακής κεραμικής της Τελικής Νεολιθικής περιόδου (περ. 4500-3200/3000 π.Χ.) και των αρχών της Πρώιμης Εποχής Χαλκού (περ. 3200/3000-2000 π.Χ.) στην περιοχή του νεότερου (σήμερα εγκαταλελειμμένου) οικισμού του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος βρίσκεται στο ύψωμα βόρεια του κύριου όρμου, φανερώνει την ύπαρξη προϊστορικού οικισμού στην ίδια ακριβώς θέση. Στην ίδια περιοχή βρέθηκε και λαβή πρόχου της Πρώιμης (περ. 3200/3000-2000 π.Χ.) ή της Μέσης Εποχής Χαλκού (περ. 2000-1600 π.Χ.). Η επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας φαίνεται να υπαγορεύτηκε από τα διαχρονικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζει: την προστασία που προσφέρει το ανάγλυφο του εδάφους, την εγγύτητα στο ασφαλέστερο αγκυροβόλιο της νησίδας και την πρόσβαση στις λιγοστές καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Περισσότερα αρχαιολογικά στοιχεία είναι διαθέσιμα για τους ιστορικούς χρόνους, ιδίως από τον 4ο αιώνα π.Χ. και έπειτα. Παρά τη μικρή έκταση της νησίδας και την απουσία συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας, δύο επιγραφές που εντοπίστηκαν στην Κίναρο αποτελούν σημαντικά ευρήματα. Η πρώτη επιγραφή, χρονολογούμενη στον 4ο αιώνα π.Χ., περιέχει τη φράση «Διὸς Σωτῆρος» και υποδηλώνει την ύπαρξη τοπικής λατρείας του Διός Σωτήρος κατά τη συγκεκριμένη περίοδο· η δεύτερη ανήκει στην κατηγορία των επιτύμβιων επιγραφών και φέρει τη φράση «Σῴζουσα χρηστὴ χαῖρε», χρονολογούμενη πιθανότατα στη ρωμαϊκή περίοδο (1ος αι. π.Χ.-4ος αι. μ.Χ.). Επιπλέον, η εύρεση κεραμικής των ελληνιστικών χρόνων (4ος-2ος αι. π.Χ.) στο ανατολικό τμήμα της νησίδας μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι υπήρχε εκεί κάποια εγκατάσταση, πιθανώς αγροτικού χαρακτήρα.

Κίναρος. Η ευρύτερη περιοχή της οχυρωματικής εγκατάστασης στο δυτικό ακρωτήριο του κύριου όρμου της νησίδας.

Όσον αφορά τα κτιριακά κατάλοιπα, αρχαιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει πρωτίστως το συγκρότημα πύργου με οχυρωμένη αυλή, το οποίο χρονολογείται στον 3ο/2ο αι. π.Χ. και βρίσκεται στο δυτικό ακρωτήριο του κύριου όρμου, δεσπόζοντας στην είσοδο του ασφαλέστερου αγκυροβολίου της νησίδας.

Κίναρος. Η κοιλάδα βόρεια του κύριου όρμου της νησίδας. Άποψη από τα νότια. Στο βάθος δεξιά, στο πλάτωμα που διαμορφώνεται πίσω από το ύψωμα, διακρίνεται ο οικισμός του Αγίου Γεωργίου.

Επίσης, στη μικρή κοιλάδα βόρεια του ίδιου όρμου, σε μικρή απόσταση από την ακτή, εντοπίζεται ψηφιδωτό δάπεδο που διατηρείται αποσπασματικά και το οποίο ανήκει ενδεχομένως στην ύστερη αρχαιότητα (3ος-6ος αι. μ.Χ.). Αξίζει να προστεθεί ότι σε αρκετά νησολόγια που χρονολογούνται από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα γίνεται λόγος για εντυπωσιακά ψηφιδωτά (bellissimi musaici) στην Κίναρο, όπως και στα γειτονικά Λέβιθα· αν και τα σχετικά χωρία είναι γενικόλογα, η τεκμηριωμένη ύπαρξη ψηφιδωτού δαπέδου στην κοιλάδα κοντά στον μυχό του ασφαλέστερου αγκυροβολίου της νησίδας καθιστά εύλογη την υπόθεση ότι τα νησολόγια αναφέρονται κυρίως στη συγκεκριμένη περιοχή. Καμία ερμηνεία για τη χρήση αυτής της εγκατάστασης δεν μπορεί να διατυπωθεί με βεβαιότητα· ωστόσο, τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά στοιχεία και το ψηφιδωτό μαρτυρούν ότι επρόκειτο για κτίσμα με εξειδικευμένη λειτουργία, πιθανόν αγροικία με πολυτελή χαρακτηριστικά, λουτρικό συγκρότημα ή χώρο προορισμένο για κάποια άλλη ειδική λειτουργία.

Κίναρος. Ο δρόμος του οικισμού του Αγίου Γεωργίου που οδηγεί στο ομώνυμο ναΰδριο. Άποψη από τα δυτικά.

Επίσης, στο ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου, το οποίο βρίσκεται στον νεότερο και πλέον εγκαταλελειμμένο ομώνυμο οικισμό και διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση, εντοπίζονται αρχιτεκτονικά στοιχεία που παραπέμπουν στην πρωτοβυζαντινή περίοδο (4ος-6ος αι. μ.Χ.). Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν στην υπόθεση ότι το ναΰδριο ανεγέρθηκε στη θέση προγενέστερου λατρευτικού οικοδομήματος. Τέλος, στην πλαγιά ανατολικά του μυχού του κύριου όρμου, διασώζεται τοίχος με αψιδωτή κόγχη που, σύμφωνα με προφορική παράδοση, είναι απομεινάρι εκκλησίας της Παναγίας. Η συγκεκριμένη κατασκευή φαίνεται να αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου οικοδομικού συνόλου, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μεγάλη κυκλική δεξαμενή επενδεδυμένη με υδραυλικό κονίαμα· δεν αποκλείεται να επρόκειτο για κρηναία εγκατάσταση δημόσιου χαρακτήρα των βυζαντινών ή μεταβυζαντινών χρόνων.

Οι ελάχιστες αναφορές των αρχαίων συγγραφέων στην Κίναρο και τα περιορισμένα αρχαιολογικά δεδομένα και κτιριακά κατάλοιπα υποδηλώνουν ότι η νησίδα δεν διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την αρχαιότητα, πράγμα που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος εξορίας στη ρωμαϊκή περίοδο.

Κίναρος. Οι νότιες ακτές της νησίδας. Πανοραμική άποψη από τα δυτικά. Στα αριστερά φαίνεται ο κύριος όρμος που αποτελεί και το ασφαλέστερο αγκυροβόλιο της νησίδας.

Εντούτοις, η γεωγραφική θέση της Κινάρου είναι διαχρονικά σημαντική, καθώς μαζί με τα γειτονικά Λέβιθα αποτελούν τις μόνες στεριές –και μάλιστα με εξαιρετικά αγκυροβόλια– που συναντά κανείς στο κέντρο μιας εκτεταμένης και με σχετικά μεγάλα βάθη υδάτινης περιοχής μεταξύ δυτικού και ανατολικού Αιγαίου, στον «πλατύ δίαυλο που χωρίζει την Ικαρία από τη Μύκονο, την Αμοργό από τη Λέρο, την Αστυπάλαια από την Κω», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο γάλλος ελληνιστής Victor Bérard. Εύλογα λοιπόν η Κίναρος μνημονεύεται, ή και απεικονίζεται, ήδη από 12ο αιώνα σε πορτολάνους, από τον 15ο αιώνα σε νησολόγια και αργότερα σε γεωγραφικά κείμενα. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι σε αυτές τις πηγές, οι οποίες είναι γραμμένες σε διάφορες γλώσσες της Μεσογείου (ελληνικά, λατινικά, ιταλικά, ισπανικά, γαλλικά), αν και το όνομα της νησίδας παραδίδεται με διαφορετικές γραφές και παραφθαρμένο, η γραφή Κινάρα (Κινάρα, Κυνάρα, Cinara, Zinara) είναι η επικρατέστερη έως και τον 17ο αιώνα, ενώ η γραφή Κίναρος (Ginaro, Zinaro) απαντά αργότερα. Επίσης, σε μερικές από τις ίδιες πηγές επισημαίνεται ότι η Κίναρος χαρακτηρίζεται από το ύψος της, ότι έχει επικίνδυνες για τη ναυσιπλοΐα ξέρες στα δυτικά της και ότι έχει ένα μικρό λιμάνι όπου μπορεί κανείς να εφοδιαστεί με νερό. Σε ό,τι αφορά τα σημεία προσέγγισης της νησίδας, ο οθωμανικός πορτολάνος του Πιρί Ρεΐς (1465-1553) μας πληροφορεί ακριβέστερα ότι η Κίναρος διαθέτει ένα αγκυροβόλιο στα νοτιοδυτικά και έναν ανοιχτό όρμο στα βορειοανατολικά (ενν. Βαθύ Λιμενάρι), καθώς επίσης και ότι και στα δύο αυτά σημεία υπήρχε πόσιμο νερό.

Στο πρότυπο όλων των νησολογίων, το Liber Insularum Archipelagi του μοναχού Cristoforo Buondelmonti, ο οποίος καταγόταν από τη Φλωρεντία και έζησε στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, η Κίναρος και τα Λέβιθα παρουσιάζονται ως νήσοι οι οποίες ήταν ακατοίκητες και ακαλλιέργητες και αποτελούσαν τόπους όπου ενέδρευαν πειρατές και έβοσκαν ελεύθερα ζώα των κατοίκων των γειτονικών νησιών, καθώς και άγριοι όνοι. Έκτοτε και έως τον 18ο αιώνα, η εικόνα αυτή αναπαράγεται στα περισσότερα νησολόγια, διανθισμένη με αναφορές για ερείπια, μάρμαρα, κίονες, ψηφιδωτά και γενικά για κατάλοιπα μεγαλόπρεπων κτιρίων που, σύμφωνα με τους συγγραφείς τους, μαρτυρούσαν ότι οι δύο νησίδες κατοικούνταν στο παρελθόν και μάλιστα από πλούσιους ανθρώπους. Πάντως, το πρώτο νησολόγιο το οποίο κάνει λόγο για την ύπαρξη στην Κίναρο και τα Λέβιθα ερειπίων και ψηφιδωτών (ruine e musaichi), χωρίς όμως άλλες λεπτομέρειες, είναι του Βενετού ναυτικού Bartolommeo dalli Sonetti (περ. 1485).

Στις ίδιες πηγές βασίζεται πιθανώς και ο γεωγράφος Μελέτιος Μήτρος (1661-1714), όταν γράφει ότι τα νησιά Κινάρα και Λεβίτα «τοπάλαι ἦσαν κατοικημένα ὑπ’ ἀνθρώπων». Ωστόσο, ο Ισπανός Alonso de Santa Cruz, στο νησολόγιό του (1541), αποστασιοποιείται από την άποψη ότι οι δύο αυτές νησίδες ήταν σχεδόν έρημες («algunos dizen que estan casi desiertas», γράφει). Επίσης, ένας σύγχρονος του Μελετίου, ο Άγγλος έμπορος Bernard Randolph, που ταξίδεψε γύρω στο 1680 στο Αρχιπέλαγος, αναφέρει ότι η Κίναρος και τα Λέβιθα ήταν αραιοκατοικημένα νησιά και ότι, καθώς βρίσκονταν στη ρότα των κουρσάρικων πλοίων της Μπαρμπαριάς (των μουσουλμανικών ηγεμονιών της Β. Αφρικής), τα πληρώματα αυτών όχι μόνο άρπαζαν τα προϊόντα των κατοίκων αλλά απήγαν και τα παιδιά τους, με το πρόσχημα ότι ήταν νόθα τέκνα Μαλτέζων και Λιβορνέζων κουρσάρων. Ας προστεθεί ότι ο Ναπολιτάνος Francesco Piacenza, στο νησολόγιό του που εκδόθηκε το 1688, περιγράφει με ευφάνταστο τρόπο την Κίναρο και τα Λέβιθα ως κατοικημένες νησίδες που βρίσκονταν στο έλεος των ληστών της θάλασσας.

Η παρουσία πειρατών και άλλων παρανόμων στην Κίναρο μαρτυρείται και αργότερα, τον 19ο αιώνα. Ενδεικτικά, το 1855 είχε καταφύγει εκεί ο πειρατής Γεώργιος Μανιάτης, ο οποίος συνελήφθη τελικά από τις ελληνικές αρχές μετά από δεκαπενθήμερο ναυτικό αποκλεισμό της νησίδας από ατμόπλοιο του γαλλικού ναυτικού. Το γαλλικό πλήρωμα έκαψε τότε τις σωρούς από δεμάτια δημητριακών (θυμωνιές) και έσφαξε τα ζώα των κατοίκων της Κινάρου, θεωρώντας ότι αυτοί έκρυβαν τους πειρατές. Κατά ανάλογο τρόπο, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το πλήρωμα ενός πλοίου της οθωμανικής εταιρείας του μονοπωλίου καπνού (Régie co-intéressé des tabacs de l’Empire ottoman), καταδιώκοντας λαθρεμπόρους, αποβιβάστηκε στη νησίδα και «ἐπεδόθη εἰς διαρπαγὴν τῶν οἰκιῶν καὶ κακώσεις πολλῶν πολιτῶν». Η ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε τότε στην οθωμανική, αλλά αυτή, απαντώντας, αμφισβήτησε την κυριαρχία της Ελλάδας επί της νησίδας. Ας προστεθεί ότι αργότερα, το 1933, με αφορμή την πραγματοποίηση υδρογραφικών ερευνών, το ιταλικό πολεμικό ναυτικό κατέλαβε πρόσκαιρα την Κίναρο, καθώς και τις γειτονικές νησίδες Λιάδια, Γλάρο και Μαύρα, αλλά εντέλει απομακρύνθηκε μετά από τις διαμαρτυρίες της ελληνικής κυβέρνησης. Επίσης, κατά τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου, οι Ιταλοί φοβούμενοι ελληνική καταδρομική επιχείρηση, με ορμητήριο την Κίναρο, στα υπό ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα, την κατέλαβαν για λίγες ώρες, την ημέρα των Θεοφανίων του 1941, και, αφού διεξήγαγαν σχετικές έρευνες, αναχώρησαν.

Πέρα από κρησφύγετο και ορμητήριο πειρατών, ο Buondelmonti μας πληροφορεί επίσης ότι η Κίναρος, όπως και τα Λέβιθα, ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα, χρησιμοποιόταν ως βοσκότοπος από τους κατοίκους των γειτονικών νησιών. Μάλιστα, με βάση αυτή την πληροφορία, έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας στο Αιγαίο (13ο-15ο αι.) οι δύο αυτές νησίδες αξιοποιούνταν κατ’ αυτόν τον τρόπο και ότι τον 14ο αιώνα ανήκαν συγκεκριμένα στους ηγεμόνες της Αμοργού, τη βενετική οικογένεια Ghisi, καθώς το 1360 αναφέρεται ότι ο Marino Ghisi είχε κληροδοτήσει στην κόρη του Mattea «όλους τους σκοπέλους ή νησίδες» (omnia scopula sive insuletas) στα ανατολικά της Αμοργού. Σε ό,τι αφορά την εξάρτηση της Κινάρου από την Αμοργό, η υπόθεση αυτή φαίνεται να ευσταθεί, αν λάβουμε υπόψη τη σχέση της νησίδας με την Αμοργό κατά τη νεότερη και τη σύγχρονη περίοδο: Μετά την ελληνική ανεξαρτησία (1830) και μέχρι την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στο ελληνικό κράτος (1948), η Κίναρος υπαγόταν διοικητικά στην Αμοργό, ενώ δεν έπαψε μέχρι σήμερα να χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος και να κατοικείται από Αμοργινούς. Πιο συγκεκριμένα, η προφορική παράδοση αναφέρει ότι μετά την ελληνική ανεξαρτησία η νησίδα “ανήκε” (πιθανώς εκμισθωνόταν από τον Δήμο Αμοργού) στον Μιχαήλ Δάβη, ο οποίος πράγματι το 1878 μαρτυρείται εκεί ως κτήτορας του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου· επίσης σύμφωνα με την παράδοση, στην Κίναρο κατοικούσε κάποιος Γιωργάκης (Χελιός;), με τον οποίο μάλλον σχετίζονται και τα μικροτοπωνύμια Γιώργη Κάμπος και Γιώργη Κάβος. Αργότερα, κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, είναι βέβαιο ότι η νησίδα εκμισθωνόταν από τις αρχές της Αμοργού και ότι ζούσαν εκεί η οικογένεια του Γιώργου Βλαβιανού και της Αννιτσιώς Δάβη και η οικογένεια του Γιώργη Θηραίου και της Ακαθής Βλαβιανού.

Κίναρος. Άποψη του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου από τα ανατολικά.

Η ανέγερση του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου, το οποίο εγκαινιάστηκε ακριβέστερα την 1/13η Αυγούστου 1878, ίσως δεν αποτελεί μόνο ένδειξη της ευσέβειας του κτήτορα Μ. Δάβη, αλλά επίσης υποδηλώνει ότι υπήρχε ικανός αριθμός κατοίκων με λατρευτικές ανάγκες, οι οποίες προφανώς καλύπτονταν κατά διαστήματα με την πρόσκληση ιερέα από τα γειτονικά νησιά.

Κίναρος. Είσοδος κατοικίας στο ύψωμα ανατολικά του κύριου όρμου της νησίδας.

Τα ερείπια εκτεταμένων αγροτοκτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, τα οποία εντοπίζονται σε διαφορετικά σημεία της Κινάρου, στον οικισμό του Αγίου Γεωργίου και στα υψώματα ανατολικά και δυτικά του κύριου όρμου, φαίνεται να επιβεβαιώνουν την προηγούμενη υπόθεση. Πάντως, στα τέλη του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι υπήρχαν έξι οικογένειες στη νησίδα. Αργότερα, πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σύμφωνα με τη μαρτυρία της σημερινής κατοίκου Ειρήνης Θηραίου-Κατσοτούρχη, ήταν εγκατεστημένες σε τέσσερα διαφορετικά σημεία γύρω στις οκτώ οικογένειες. Εντούτοις, τα δεδομένα των απογραφών του ελληνικού κράτους από το 1896 έως σήμερα μας δείχνουν ότι καθ’ όλο αυτό το διάστημα ο πληθυσμός της Κινάρου δεν υπερέβη τα είκοσι άτομα.

Κίναρος. Αλώνι στο ύψωμα δυτικά του κύριου όρμου της νησίδας. Άποψη από τα νοτιοδυτικά. Στο βάθος διακρίνεται ο οικισμός του Αγίου Γεωργίου.

Πέρα από την εκτροφή παραγωγικών ζώων, η οποία συνεχίζεται στη νησίδα, οι κάτοικοι παλαιότερα καλλιεργούσαν δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι), φάβα και κηπευτικά, καθώς και λίγα αμπέλια από τα οποία παρήγαν μικρές ποσότητες κρασιού. Μάλιστα υπήρχε και ανεμόμυλος στην Κίναρο, ο οποίος έπαψε να λειτουργεί το 1955 μετά από ανεπανόρθωτη ζημιά και σήμερα είναι πλέον ερειπωμένος· η παράδοση αναφέρει ότι ήταν σύγχρονος με το ναΰδριο (1878) και ότι αποτελούσε επίσης έργο του Μ. Δάβη. Το 1960, όπως θυμάται η Ε. Θηραίου-Κατσοτούρχη, έγινε και το τελευταίο αλώνισμα στη νησίδα με βόδια και των δύο οικογενειών που κατοικούσαν τότε εκεί. Παράλληλα, όπως μαρτυρούν και τα σφουγγάρια-αφιερώματα στο ναΰδριο του Αγ. Γεωργίου, η Κίναρος ήταν πολυσύχναστη από Καλύμνιους σπογγαλιείς, ενώ εξακολουθεί να δέχεται συχνές επισκέψεις από ψαράδες των γειτονικών νησιών.

Πηγές-Βιβλιογραφία: IG XII,7 510-511· Pliny, Naturalis historia, 4.68-71· Pomponius Mela, De situ orbis, 2.111· Πλούταρχος, Ηθικά, 602c· Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 2.84· Ανώνυμος, Σταδιασμός, 273, 281-282· Bartolommeo dalli Sonetti 1485, 64-65· Bordone 1547, f. 45v-46r· ANF, Marine, 3JJ, 220, no. 7, 85, no. 10, 5-6· Boschini 1658, 56-57· Randolph 1687, 24· Dapper 1688, 46-47· Piacenza 1688, 242-243· ANF, Marine, 5JJ, 323, 30-31· Μελέτιος 1728, 490· Bondelmontius 1824, 100· HOA, Levitha· Ross 1843, II, 56· εφ. Σκριπ, 27.09.1895, 2· Legrand 1897, 61· εφ. Le Libéral, 29.01.1898, 2· Bérard 1902, 352· Kretschmer 1909, 661· Santa Cruz 1918, 275· Myres 1920, 334· Bürchner 1921, 463· εφ. Ημερήσια Επιθεώρησις του Ελληνικού Τύπου, 29.07.1933, 1-4 και 30-31.07.1933, 1-4· εφ. Le Châtillonnais & l’Auxois, 02.08.1933, 1· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 231· Livi 1940, 78· Delatte 1947-1958, I, 301· Armao 1951, 168-170· ΓΥΣ, Λέβιθα· Γιαγκάκης 1987· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 321-322· Σκανδαλίδης 1994, 45-47, 127· Gautier Dalché 1995, 146· Γιαγκάκης 1997, 23· Γεροζήσης 1998, 248, 430, 465, 504, 578· Σημαντώνη-Μπουρνιά – Μενδώνη 1998, 328· Λούπης 1999, 273-274· Saint-Guillain 2001, 87-88· Τσελίκας – Κορομηλά – Μελάς 2003, 143-144· Saint-Guillain 2004, 41-42· Marangou 2006, 257· Προβόπουλος 2016· Buondelmonti 2018, 59, 132· Νομικός 2018· Γιαγκάκης 2021· Πρασίνου 2021, 169-173· Μαρκέτου 2023, 56, 58· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 94-95.

Συντάκτες: Β.Σ. (αρχαιότητα) – Γ.Κ. (νεότερα χρόνια)

ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κίναρος. Πανοραμική άποψη της θέσης της οχυρωματικής εγκατάστασης και του κύριου όρμου.

Θέση: Δυτικό ακρωτήριο κύριου όρμου.

Διαστάσεις: οχυρωματική εγκατάσταση (μέγιστες διαστάσεις): 16,80 (ΑΔ) × 14,80 (ΒΝ) μ., πύργος: εξωτερική διάμετρος 5,50 μ., εσωτερική διάμετρος 3,70 μ., σωζόμενο ύψος περ. 1/1,20 μ., νότιος χώρος: 6,50 (ΒΝ) × 5,50 (ΑΔ) μ., ανατολικός χώρος: 10,30 (ΑΔ) × 6,40 (ΒΝ) μ., δυτικός χώρος: 6,70 (ΒΝ) × 3,80 (ΑΔ) μ.

Κίναρος. Τα κατάλοιπα της οχυρωματικής εγκατάστασης, όπως φαίνονται όταν εισέρχεται κανείς στον κύριο όρμο. Διακρίνονται ο κυκλικός πύργος και τα αναλήμματα.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην κορυφή του απόκρημνου ακρωτηρίου, που ορίζει από τα δυτικά την είσοδο στον κύριο όρμο της Κινάρου, εντοπίζονται σε υψόμετρο περίπου 30 μ. τα κατάλοιπα οχυρωματικής εγκατάστασης. Παρά την εξαιρετικά κρημνώδη και δυσπρόσιτη τοποθεσία, αλλά και την κακή κατάσταση διατήρησης των καταλοίπων, που καθιστούν δυσανάγνωστη την αρχιτεκτονική μορφή της εγκατάστασης, βέβαιο είναι πως πρόκειται για ένα συγκρότημα πύργου με οχυρωμένη αυλή.

Κίναρος. Τα κατάλοιπα του κυκλικού πύργου. Άποψη από τα νότια.

Ο κυκλικός πύργος, που βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της διαμόρφωσης και ορίζει τη νοτιοδυτική γωνία της, είναι το πρώτο στοιχείο που συναντά κανείς προσεγγίζοντας τη θέση από τη μοναδική (δυνατή) πρόσβαση στα δυτικά.

Κίναρος. Σκέλος του οχυρωματικού περιβόλου στην ανατολική πλευρά του πύργου. Άποψη από τα δυτικά.

Από τη βόρεια και την ανατολική πλευρά του πύργου εκκινούν δύο σκέλη τείχους (πάχους περ. 1/1,10 μ.), τα οποία οριοθετούν χώρο σχήματος Γ, εμβαδού περ. 110 τ.μ. Η οριοθετημένη έκταση επιμερίζεται σε τρεις χώρους (νότιος, ανατολικός και δυτικός), μέσω δύο τοίχων. Ο πρώτος τοίχος έχει μήκος 5,50 μ., πάχος 0,60 μ. και προσανατολισμό ΑΔ, ενώ ο δεύτερος με προσανατολισμό ΒΝ εκκινώντας περίπου από τη μέση του πρώτου τοίχου έχει μήκος 6,40 μ. και πάχος 0,80 μ.

Κίναρος. Λίθινο κατώφλι και διάδρομος στην εξωτερική πλευρά του οχυρωματικού περιβόλου. Άποψη από τα ανατολικά.

Εξωτερικά και παράλληλα με το βόρειο σκέλος του τείχους, σε απόσταση περ. 3 μ., βρίσκεται αναλημματικός τοίχος, ορίζοντας διάδρομο μήκους περ. 2/2,50 μ., ο οποίος σηματοδοτείται από την παρουσία in situ λίθινου κατωφλιού κοντά στη βορειοδυτική γωνία της οχυρωματικής εγκατάστασης. Η κατασκευή του αναλημματικού τοίχου συνεχίζεται ανατολικότερα, διαμορφώνοντας άνδηρο μήκους περ. 20 μ. και πλάτους 4/4,50 μ. Στον ίδιο χώρο, σε υψηλότερη στάθμη, εντοπίζεται ένα ακόμη παράλληλο άνδηρο πλάτους περ. 4/5,50 μ., ο αναλημματικός τοίχος του οποίου, στη βόρεια πλευρά, διατηρείται κατά διαστήματα, έως την απόληξη του ακρωτηρίου σε κατακόρυφο γκρεμό ανατολικά, δηλ. σε μήκος περ. 100 μ. Από την ανάγνωση των καταλοίπων φαίνεται εύλογο να υποθέσει κανείς την ύπαρξη ενός τοίχου παράλληλου με το δυτικό σκέλος του τείχους της εγκατάστασης, ο οποίος θα απέληγε στον πύργο, επιτρέποντας την πρόσβαση από αυτόν, μέσω του παραπάνω διαδρόμου, στον εξωτερικό χώρο της εγκατάστασης και στα άνδηρα ανατολικά.

Οι κατασκευές αξιοποιώντας τον σκούρο τοπικό φαιόχρωμο ασβεστόλιθο, που επιχωριάζει στο ακρωτήριο, είναι ξερολιθικές. Οι αναλημματικοί τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από μεσαίου μεγέθους λίθους ή λατύπη και τοποθετούνται απλά ο ένας πάνω στον άλλο, αφήνοντας χαίνοντες αρμούς. Από τον οχυρωματικό περίβολο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει αποσπασματικά τη χάραξή του στο έδαφος, εξαιτίας των εκτεταμένων λιθοσωρών από την κατάρρευση της ανωδομής, οι οποίοι τον επικαλύπτουν. Επομένως, μόνο το ανατολικό ήμισυ, και μάλιστα η εξωτερική όψη του κυκλικού πύργου, διατηρείται σε βαθμό ικανό (σε ύψος ενός έως τεσσάρων δόμων), ώστε να μπορεί κανείς να περιγράψει την κατασκευαστική τεχνική. Ο πύργος είναι κατασκευασμένος από μεγάλου και μεσαίου μεγέθους πολυγωνικές ή τραπεζιόσχημες λιθοπλίνθους τοποθετημένες κυρίως ακανόνιστα. Μικρότεροι λίθοι παρεμβάλλονται, προκειμένου να πληρωθεί το κενό διάστημα έως την επιθυμητή στάθμη του εκάστοτε δόμου, σχηματίζοντας χαλαρούς αρμούς. Εκτός από τις επιφάνειες άρμοσης, οι λίθοι δεν φέρουν άλλη επεξεργασία και οι λοιπές επιφάνειες παραμένουν όπως λατομήθηκαν, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η εγκατάσταση κατασκευάστηκε είτε βιαστικά είτε με λίγους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους.

Κίναρος. Χαρακτηριστική επιφανειακή κεραμική και ευρήματα στην οχυρωματική εγκατάσταση.

Στη θέση της οχυρωματικής εγκατάστασης και στα όμορα άνδηρα παρατηρείται εκτεταμένη παρουσία κεραμικής και κινητών ευρημάτων. Τα περισσότερα όστρακα που παρατηρήθηκαν αφορούν σε αποθηκευτικά (αμφορείς, πίθοι), μαγειρικά (χύτρες, πώματα) και επιτραπέζια σκεύη (πινάκια), ενώ ξεχωρίζουν θραύσματα κυψελών, μυροδοχείου, αλλά και χάλκινης πυραμιδοειδούς αιχμής βέλους. Από τα πλέον χαρακτηριστικά ευρήματα προκύπτει η χρονολόγηση της θέσης στον 3ο/2ο αι. π.Χ.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η οχυρωματική εγκατάσταση (“κάστρο”) εντοπίστηκε έπειτα από υπόδειξη της μοναδικής κατοίκου της Κινάρου, Ειρήνης Θηραίου-Κατσοτούρχη. Μέχρι σήμερα στη βιβλιογραφία υπάρχουν ελάχιστες και γενικόλογες μνείες “κάστρου” στη νησίδα, χωρίς να προσδιορίζεται η θέση ή να παρατίθεται οποιαδήποτε άλλη πληροφορία. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ιδιαίτερα και να σχολιαστεί η παλαιότερη μνεία, η οποία εντοπίζεται στο νησολόγιο του Ναπολιτάνου Francesco Piacenza (1688). Συγκεκριμένα, ο F. Piacenza, μιλώντας για την Κίναρο, γράφει μεταξύ άλλων: «[…] η πόλη Κινάρα [βρίσκεται] δίπλα στο πιο καμπυλωτό τμήμα του λιμανιού της, και στα νότια της, [βρίσκεται] το καλοσχηματισμένο κάστρο Tyrsi». Αν παραβλέψει κανείς τον χάρτη της Κινάρου που συνοδεύει το κείμενο του Piacenza (στον οποίο ο κύριος όρμος της νησίδας απεικονίζεται με αντίθετο προσανατολισμό, να ανοίγεται προς Β αντί προς Ν) και σταθεί μόνο στο κείμενο διαπιστώνει ότι ο συγγραφέας τοποθετεί ορθά το “κάστρο” στα νότια του ασφαλέστερου αγκυροβολίου, ενώ εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι το αποκαλεί Tyrsi.

Παρά το ότι η λέξη Tyrsi χρησιμοποιείται από τον F. Piacenza ως τοπωνύμιο, καθώς η οχυρωματική εγκατάσταση δηλώνεται ως κάστρο (Castello), η “τύρσις” είναι όρος ο οποίος στην αρχαιότητα δήλωνε κατασκευές και αυτού του είδους. Πιο συγκεκριμένα, σε διάφορα αποσπάσματα της Κύρου Ἀναβάσεως του Ξενοφώντα, ο όρος αναφέρεται σε πύργο λίθινο, πλίνθινο ή ξύλινο με περιμετρικό τείχος, ή σε πύργο εντός οχυρώματος, σε ξύλινα αμυντικά φράγματα κοντά σε τάφρους και, συνηθέστερα, στην ανωδομή πυργοειδούς κατασκευής σε λίθινη βάση. Στη ρωμαϊκή εποχή, σε απόσπασμα του Γαληνού (Ιn Hippocratis librum de articulis et Galeni in eum commentarii, IV, 0057, 095), η ερμηνεία του όρου “τύρσις” διευκρινίζεται ρητά ως πύργος και, όταν χρησιμοποιείται σε συνάφεια με οίκημα, υποδηλώνει το αέτωμα στο υψηλότερο σημείο της στέγης. Σε άλλο απόσπασμα ο Γαληνός (Linguarum seu dictionum exoletarum Hippocratis explicatio, 0057, 106) εξηγεί περαιτέρω ότι ο όρος αφορά σε πύργο προσαρτημένο σε οχυρωματικά τείχη. Σε μεταγενέστερους χρόνους ο Αγαθίας Σχολαστικός (Ἱστορίαι, 48, 12), περιγράφοντας πολεμικό επεισόδιο μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων (Βυζαντινών) και ακριβέστερα την πολιορκία ενός πύργου, αναφέρεται στον πύργο αυτόν με δύο όρους, “πύργος” και “τύρσις”, δηλώνοντας ωστόσο ρητά ότι η “τύρσις” ήταν κατασκευασμένη από ξύλο.

Στην ελληνική ύπαιθρο εντοπίζονται αμέτρητοι πύργοι κτισμένοι εξ ολοκλήρου από λίθο ή αποτελούμενοι από λίθινη κρηπίδα και πλίνθινη ανωδομή, ο ακριβής χαρακτήρας των οποίων είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εκτιμηθεί, καθώς μπορούσαν να εξυπηρετούν διαφορετικές χρήσεις, που σχετίζονται με την κατοίκηση στο ύπαιθρο, αγροτικές ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις, φαρική λειτουργία κλπ., αναλόγως των συνθηκών και του άμεσου περιβάλλοντός τους. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του πύργου με οχυρωμένη αυλή είναι δημοφιλής όχι μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και στη δυτική Μικρά Ασία, καθώς παραδείγματά του απαντούν σε μεγάλο αριθμό κυρίως στην Καρία, τη Λυκία και την Κιλικία, ενώ στην περιοχή της νότιας Ιωνίας ο τύπος σπανίζει. Η ερμηνεία του συνδέεται συνήθως με την ευρύτερη τοπογραφία της εκάστοτε θέσης, καθώς μπορεί να στεγάσει διαφορετικές λειτουργίες.

Στην περίπτωση της Κινάρου είναι βέβαιο ότι η οχυρωματική εγκατάσταση βρίσκεται σε εξαιρετικά προνομιακή, αλλά δυσπρόσιτη θέση, που κατοπτεύει την είσοδο του κύριου όρμου, αλλά και των υπόλοιπων όρμων στις νότιες ακτές της νησίδας. Μάλιστα, καθώς η απόληξη του ακρωτηρίου στο οποίο βρίσκεται, μπορεί ουσιαστικά να περιγραφεί ως γυμνός βράχος, χωρίς πρόσβαση σε νερό, η επιλογή της δεν φαίνεται να ευνοεί την ανάπτυξη αγροτικής δραστηριότητας, παρά το γεγονός ότι η διαμόρφωση των ανδήρων υποδηλώνει προσπάθεια αγροτικής εκμετάλλευσης. Βάσει της επιφανειακής κεραμικής φαίνεται πως η θέση υπήρξε βραχύβια, καθώς ευρήματα πέραν του 3ου/2ου αι. π.Χ. δεν εντοπίστηκαν.

Κίναρος. Η θέση της οχυρωματικής εγκατάστασης. Άποψη από τα δυτικά. Στο βάθος διακρίνονται τα Λέβιθα.

Λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι στην ίδια περίοδο χρονολογείται η (επίσης βραχύβια) οχυρωματική εγκατάσταση, στρατιωτικού προσανατολισμού στα γειτονικά Λέβιθα, ο συσχετισμός λειτουργίας των δύο θέσεων δεν φαίνεται απίθανος, αν μάλιστα συνυπολογιστεί η ανεύρεση αιχμής βέλους, που υποδηλώνει, ίσως, στρατιωτική παρουσία.

Χρονολόγηση: 3ος/2ος αι. π.Χ. (σύνολο χαρακτηριστικής επιφανειακής κεραμικής).

Πηγές-Βιβλιογραφία: Piacenza 1688, 242-243· Coronelli 1696, 255· Armao 1951, 168-170· Γιαγκάκης 1987, 17· Σκανδαλίδης 2000, 504· Νομικός 2018, 2-3· Γιαγκάκης 2021, 10· Μαρκέτου 2023, 56· Μπαϊράμη ̶ Κατσιώτη 2024, 95.

Συντάκτης: Κ.Σ.


ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΜΕ ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΔΑΠΕΔΟ

Κίναρος. Τμήμα της τοιχοποιίας του κτίσματος με το ψηφιδωτό δάπεδο. Διακρίνεται το υπόστρωμα του ψηφιδωτού δαπέδου. Άποψη από τα νοτιοανατολικά.

Θέση: Λαγκάδα.

Διαστάσεις: μέγιστο σωζόμενο μήκος 12 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 2 μ., πλάτος θυραίου ανοίγματος 1,40 μ., πλάτος κλίμακας 1 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Κατά το μέσον του δυτικού άκρου της Λαγκάδας, της στενής κοιλάδας στα βόρεια του κύριου όρμου, και σε μικρή απόσταση από την ακτή εντοπίζονται οικοδομικά κατάλοιπα ιδιαίτερου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Καθώς τα ορατά αρχιτεκτονικά λείψανα είναι περιορισμένα, ελάχιστες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν για τη μορφή της συγκεκριμένης εγκατάστασης. Το οικοδόμημα είχε προσαρμοστεί στο ανάγλυφο της θέσης, οι τοίχοι του εδράζονται στον φυσικό βράχο, ενώ η τοιχοποιία διαμορφώνεται με αργούς τοπικούς λίθους μέσου και μεγάλου μεγέθους, τα κενά μεταξύ των οποίων πληρώνονται με μικρότερους.

Κίναρος. Τμήμα του ψηφιδωτού δαπέδου. Άποψη από τα βόρεια.

Το σημαντικότερο ορατό στοιχείο αποτελεί τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου, το οποίο διατηρείται αποσπασματικά. Το σωζόμενο τμήμα στερείται διακοσμητικής σύνθεσης και είναι κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από λίθινες ψηφίδες λευκού χρώματος. Οι ψηφίδες είναι ποικίλων διαστάσεων, με επικράτηση μεσαίων και σχετικά μεγάλων τεμαχίων (περ. 1,25-1,5 εκ.). Έχουν τοποθετηθεί με την τεχνική του opus tessellatum, σε ακανόνιστη και μη ευθυγραμμισμένη διάταξη. Το υπόστρωμα του δαπέδου φαίνεται να διαρθρώνεται σε τρεις στρώσεις: (1) την κατώτερη, από ακατέργαστους λίθους που λειτουργούν ως θεμέλιο· (2) τη μέση, από μεγάλα θραύσματα κεραμικής ενσωματωμένα σε χονδρόκοκκο ασβεστοκονίαμα· και (3) την ανώτερη, από κονίαμα λεπτότερης σύστασης, με πολυάριθμα κεραμικά θραύσματα πολύ μικρών διαστάσεων.

Κίναρος. Tο θυραίο άνοιγμα του κτίσματος με το ψηφιδωτό δάπεδο, σήμερα ενσωματωμένο σε αναλημματικό τοίχο και συμπληρωμένο με αργολιθοδομή. Άποψη από τα ανατολικά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα θυραίο άνοιγμα, σήμερα ενσωματωμένο σε αναλημματικό τοίχο και συμπληρωμένο με αργούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους. Από τη θύρα αυτή εξασφαλιζόταν η πρόσβαση σε ανώτερο επίπεδο μέσω μικρής κλίμακας, η οποία φαίνεται ότι αποτελούνταν από κτιστές αλλά και λαξευμένες στον φυσικό βράχο βαθμίδες.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Το νησολόγιο του Βενετού ναυτικού Bartolommeo dalli Sonetti (περ. 1485) μας πληροφορεί για την ύπαρξη στην Κίναρο, όπως και στα Λέβιθα, ερειπίων και ψηφιδωτών (ruine e musaichi). Έκτοτε και έως τον 18ο αιώνα, η πληροφορία αυτή αναπαράγεται στα περισσότερα νησολόγια, διανθισμένη με αναφορές για εντυπωσιακά ψηφιδωτά, μάρμαρα, κίονες και γενικά για κατάλοιπα μεγαλόπρεπων κτιρίων που, σύμφωνα με τους συγγραφείς τους, μαρτυρούσαν ότι οι δύο νησίδες κατοικούνταν στο παρελθόν και μάλιστα από πλούσιους ανθρώπους. Αν και τα σχετικά χωρία είναι γενικόλογα, η τεκμηριωμένη ύπαρξη ψηφιδωτού δαπέδου στην κοιλάδα κοντά στον μυχό του ασφαλέστερου όρμου της Κινάρου καθιστά εύλογη την υπόθεση ότι τα νησολόγια αναφέρονται κυρίως στη συγκεκριμένη θέση.

Η ερμηνεία της λειτουργίας της εγκατάστασης παραμένει προς το παρόν προβληματική, καθώς η έλλειψη συστηματικής ανασκαφικής διερεύνησης καθιστά πρόωρη την οποιαδήποτε εκτίμηση. Ωστόσο, η παρουσία του ψηφιδωτού δαπέδου επιτρέπει την υπόθεση ότι επρόκειτο για κτίσμα με ιδιαίτερο χαρακτήρα, πιθανώς αγροικία με πολυτελή χαρακτηριστικά, λουτρική εγκατάσταση ή χώρο προορισμένο για κάποια άλλη ειδική λειτουργία.

Εξίσου προβληματική είναι και η χρονολόγηση της θέσης, κυρίως λόγω της περιορισμένης έκτασης των ορατών αρχιτεκτονικών καταλοίπων και της απουσίας αξιόπιστων κινητών ευρημάτων που θα επέτρεπαν ασφαλέστερες ερμηνείες. Στη σχετική βιβλιογραφία έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί υποθέσεις που τοποθετούν τη χρήση του χώρου είτε στους ρωμαϊκούς είτε στους βυζαντινούς χρόνους. Η μορφή και η τεχνική κατασκευής του ψηφιδωτού δαπέδου (χρήση ακανόνιστων και μεγάλων ψηφίδων λευκού χρώματος, διάρθρωση υποστρώματος σε διακριτές στρώσεις) παραπέμπουν σε ψηφιδωτά της ύστερης αρχαιότητας.
Χρονολόγηση: 3ος-6ος αι. μ.Χ.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Bartolommeo dalli Sonetti 1485, 64-65· Bordone 1547, f. 45v-46r· Boschini 1658, 56-57· Dapper 1688, 46-47· Piacenza 1688, 242-243· Santa Cruz 1918, 275· Γιαγκάκης 2021, 10-11· Μαρκέτου 2023, 56· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 94.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΠΑΝΑΓΙΑ

Κίναρος. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στη θέση Παναγία. Διακρίνεται ιδιαίτερα η δεξαμενή κυκλικής κάτοψης (επάνω δεξιά).

Θέση: Παναγία.

Διαστάσεις: διάμετρος δεξαμενής 8 μ., πάχος τοίχου δεξαμενής 0,60 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος δεξαμενής 1,50 μ., μέγιστο σωζόμενο μήκος τοίχου με αψιδωτή κόγχη 3,50 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος τοίχου με αψιδωτή κόγχη 1,50 μ., πάχος τοίχου με αψιδωτή κόγχη 0,60 μ., πλάτος αψιδωτής κόγχης 0,60 μ., ύψος αψιδωτής κόγχης 1,20 μ., βάθος αψιδωτής κόγχης 0,40 μ., περίβολος 30 × 30 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην πλαγιά που υψώνεται στα ανατολικά του μυχού του κύριου όρμου, σε υψόμετρο περίπου 35 μ. και σε απόσταση 130 μ. από την ακτή, εντοπίζονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα εκτεταμένης εγκατάστασης.

Σε πολύ καλή κατάσταση σώζεται δεξαμενή κυκλικής κάτοψης και μεγάλων διαστάσεων. Η τοιχοποιία της αποτελείται από τοπικούς αργούς λίθους μέσου και μεγάλου μεγέθους, ενώ κατά τόπους φαίνεται να έχουν ενσωματωθεί φυσικοί βράχοι, προφανώς για στατική ενίσχυση και εξοικονόμηση υλικών. Το εσωτερικό της δεξαμενής φέρει παχύ στρώμα υδραυλικού κονιάματος (κουρασανιού), το οποίο εξασφάλιζε την απαραίτητη υδατοστεγανότητα και συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της κατασκευής. Η ανώτερη στάθμη διατήρησης του περιμετρικού τοίχου υποδεικνύει ότι η δεξαμενή έκλεινε τοξωτά. Είναι εύλογο ότι η πρόσβαση στο εσωτερικό πραγματοποιούταν μέσω διαμπερούς οπής, η οποία εξυπηρετούσε την άντληση του ύδατος, την επιθεώρηση της στάθμης και τον καθαρισμό της δεξαμενής.

Κίναρος. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στη θέση Παναγία. Διακρίνονται ο τοίχος με την αψιδωτή κόγχη (αριστερά) και η δυτική όψη της δεξαμενής (δεξιά). Άποψη από τα νοτιοδυτικά.

Σε πολύ μικρή απόσταση δυτικά της δεξαμενής σώζεται τοίχος με μικρή αψιδωτή κόγχη κατασκευασμένη στην εσωτερική πλευρά του. Για την κατασκευή του τοίχου έχουν χρησιμοποιηθεί αργοί λίθοι μικρού και μέσου μεγέθους, ενώ κατά τόπους διακρίνεται παχύ κονίαμα. Μεταξύ της δεξαμενής και του εν λόγω τοίχου φαίνεται ότι υπήρχε αγωγός, στοιχείο που υποδηλώνει τη λειτουργική σύνδεση των δύο κατασκευών.

Ο τοίχος με την αψιδωτή κόγχη και άλλοι τοίχοι που διακρίνονται στην άμεση περιφέρειά του φαίνεται ότι περικλείονται από τετράγωνο περίβολο. Η δεξαμενή εφάπτεται της εξωτερικής όψης της ανατολικής πλευράς του περιβόλου. Στην εξωτερική παρειά της νότιας πλευράς του περιβόλου σώζεται καμίνι σε πολύ καλή κατάσταση διατήρησης. Τόσο αυτό το καμίνι όσο και ένας Π-σχημος τοίχος που εντοπίζεται στο κεντρικό τμήμα του περιβόλου αποτελούν πιθανώς μεταγενέστερες προσθήκες συνδεδεμένες με αλλαγή χρήσης του χώρου.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Σύμφωνα με προφορική παράδοση, η αψιδωτή κόγχη ταυτίζεται με το ιερό ερειπωμένου ναϋδρίου αφιερωμένου στην Παναγία. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται επαρκώς από τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Το ιδιαίτερα μικρό μέγεθος της κόγχης, ο βορειοανατολικός προσανατολισμός της, το γεγονός ότι δεν πρόκειται για αψίδα που προεξέχει του τοίχου αλλά είναι κατασκευασμένη στο εσωτερικό του και η πιθανή ύπαρξη αγωγού που συνέδεε τη δεξαμενή με το εν λόγω συγκρότημα λειτουργούν αποτρεπτικά ως προς την αποδοχή της συγκεκριμένης ερμηνείας. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να επρόκειτο για κρηναία εγκατάσταση, ενδεχομένως δημόσιου χαρακτήρα, η οποία εξυπηρετούσε τις ανάγκες ύδρευσης των κατοίκων της νησίδας αλλά και των πληρωμάτων των πλοίων που αγκυροβολούσαν στον γειτονικό όρμο.

Η χρονολόγηση του συγκροτήματος παραμένει ασαφής, καθώς τα διαθέσιμα αρχιτεκτονικά δεδομένα είναι περιορισμένα και δεν εντοπίστηκαν κινητά ευρήματα που να συμβάλουν στην αποσαφήνιση του ζητήματος. Μολαταύτα, η χρήση κουρασανιού στη δεξαμενή και ο εν γένει χαρακτήρας της τοιχοποιίας επιτρέπουν μια κατ’ εκτίμηση απόδοση στους βυζαντινούς ή στους μεταβυζαντινούς χρόνους.

Χρονολόγηση: βυζαντινή ή μεταβυζαντινή περίοδος.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Γιαγκάκης 1987, 17· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 94-95.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΝΑΫΔΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Κίναρος. Το ναΰδριο του Αγ. Γεωργίου στο ανατολικό πέρας του ομώνυμου οικισμού.

Θέση: Άγιος Γεώργιος.

Διαστάσεις: μήκος ανατολικής και δυτικής πλευράς 4 μ., μήκος βόρειας και νότιας πλευράς 8,30 μ., ύψος 4,20 μ., ύψος εισόδου 1,80 μ., πλάτος εισόδου 1 μ., ύψος κόγχης 1,75 μ., πλάτος κόγχης 1,75 μ., βάθος κόγχης 1,10 μ., ύψος αψιδωτής εσοχής 1,15 μ., πλάτος αψιδωτής εσοχής 0,90 μ., βάθος αψιδωτής εσοχής 0,50 μ., ύψος ορθογώνιας εσοχής 0,60 μ., πλάτος ορθογώνιας εσοχής 0,50 μ., βάθος ορθογώνιας εσοχής 0,35 μ.

Κίναρος. Άποψη του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου από τα νοτιοανατολικά.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Το ναΰδριο του Αγ. Γεωργίου βρίσκεται στο ανατολικό πέρας του εγκαταλελειμμένου σήμερα ομώνυμου οικισμού της Κινάρου, σε υψόμετρο 50 μ. Πρόκειται για μονόχωρο οικοδόμημα, το οποίο καλύπτεται με κτιστή καμάρα, ενώ η ανατολική πλευρά του απολήγει σε ημικυκλική αψίδα.

Κίναρος. Γείσα με φυτικά κοσμήματα και η κτητορική επιγραφή επάνω από την είσοδο του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου.

Στο μέσον της δυτικής πλευράς ανοίγεται η είσοδος, επάνω από την οποία έχουν τοποθετηθεί σε δεύτερη χρήση γείσα με φυτικά κοσμήματα, διαμορφώνοντας τρίγωνο εντός του οποίου βρίσκεται εντοιχισμένη κτητορική επιγραφή. Η επιγραφή είναι χαραγμένη σε ορθογώνιο λίθο και φέρει σταυρό και την ακόλουθη επιγραφή σε δύο στίχους: «1.ΑΥΓŎΣΤ.1878 / ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΜΙΧ ΔΑΒΗ».

Κίναρος. Άποψη του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου από τα νοτιοδυτικά.

Το εσωτερικό του ναϋδρίου είναι λιτό, με ένα μόνο παράθυρο στο μέσον της νότιας πλευράς. Στο ιερό διαμορφώνονται δύο εσοχές μέσα στο πάχος των τοίχων, μια αψιδωτή στη βόρεια πλευρά και μια ορθογώνια στη νότια. Η αψιδωτή κόγχη της ανατολικής πλευράς διαθέτει παράθυρο πολύ μικρών διαστάσεων, ενώ ως Αγία Τράπεζα χρησιμοποιούνται, επίσης σε δεύτερη χρήση, ένα κιονόκρανο και ένας κιονίσκος.

Κίναρος. Το εσωτερικό του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Σύμφωνα με την επιγραφή στο υπέρθυρο, τα εγκαίνια του ναϋδρίου πραγματοποιήθηκαν την 1η Αυγούστου 1878 και κτήτοράς του είναι ο Μιχαήλ Δάβης. Ωστόσο, η παρουσία παλαιότερων αρχιτεκτονικών μελών σε δεύτερη χρήση υποδηλώνει ότι το ναΰδριο ιδρύθηκε στη θέση παλαιότερου λατρευτικού χώρου. Ορισμένα από αυτά τα αρχιτεκτονικά μέλη αποδίδονται στην πρωτοβυζαντινή περίοδο (4ος-6ος αι. μ.Χ.). Ο κτήτορας του ναϋδρίου Μ. Δάβης αναφέρεται ότι ήταν “ιδιοκτήτης” (πιθανώς μισθωτής) της Κινάρου μετά την ελληνική ανεξαρτησία (1830).

Στο εσωτερικό του ναϋδρίου φυλάσσονται αξιόλογες φορητές ξύλινες εικόνες λαϊκής τέχνης, οι παλαιότερες εκ των οποίων χρονολογούνται στα τέλη του 19ου αιώνα. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην οπίσθια όψη της εικόνας της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, στο ξυλόγλυπτο τέμπλο, αναγράφονται το έτος κατασκευής της και το όνομα του αγιογράφου: «1890 / Ζογράφος Ε. Γ. Βαρβαρίς».

Κίναρος. Εικόνα του Αγ. Γεωργίου (1895) στο ομώνυμο ναΰδριο.

Επίσης, στο κάτω αριστερό μέρος της εμπρόσθιας όψης μιας εικόνας του Αγ. Γεωργίου αναγράφονται: «Δαπάνης Μιχαήλ. Ν. Ρόσσου. / ἡ τσαγκάρη. / Μιχαήλ. Κ. Μαραγκάκη. / ὑπὸ χειρὸς Σκευοφίλακος Γ. Τάταρης. Αὐγούστου. 4. ἔτος 1895».

Κίναρος. Το μνημείο στον προαύλιο χώρο του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου.

Στο προαύλιο του ναϋδρίου έχει στηθεί μνημείο για τους τρεις αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού, τον υποπλοίαρχο Αναστάσιο Τουλίτση, τον υποπλοίαρχο Κωνσταντίνο Πανανά και τον σημαιοφόρο Ελευθέριο Ευαγγέλου, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια στρατιωτικής άσκησης στις 11 Φεβρουαρίου 2016, όταν το ελικόπτερο στο οποίο επέβαιναν συνετρίβη στην Κίναρο. Το μνημείο φιλοτεχνήθηκε από τη γλύπτρια Θέλξη Θεοχάρη και τα αποκαλυπτήριά του έγιναν στις 27 Σεπτεμβρίου 2017.

Χρονολόγηση: 1878.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Προβόπουλος 2016· Γιαγκάκης 2021, 11-12· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 94.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ

Κίναρος. Άποψη του ανεμόμυλου από τα βόρεια.

Θέση: Κακοπέρατο.

Διαστάσεις: εξωτερική διάμετρος 5,90 μ., εσωτερική διάμετρος 3,60 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 3,50 μ., πάχος τοίχου 1,15 μ., πλάτος θύρας 0,80 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε απόσταση περίπου 400 μ. νοτιοανατολικά από τον εγκαταλελειμμένο σήμερα οικισμό του Αγίου Γεωργίου και σε υψόμετρο 50 μ., εντοπίζονται τα κατάλοιπα ανεμόμυλου σε ερειπιώδη κατάσταση. Ανήκει στον τύπο του μεσογειακού λίθινου κυλινδρικού πυργόμυλου και ειδικότερα στην παραλλαγή του κολουροκωνικού πυργόμυλου με ευθύγραμμη εξωτερική επιφάνεια. Η τοιχοποιία έχει κατασκευαστεί από τοπικούς αργούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους, με απλό συνδετικό κονίαμα από χώμα σε μορφή λάσπης.

Κίναρος. Άποψη του ανεμόμυλου από τα ανατολικά. Διακρίνεται το ξύλινο ανώφλι του θυραίου ανοίγματος και πίσω του η λίθινη κλίμακα.

Στη θέση του διατηρείται ακόμη το ξύλινο ανώφλι του θυραίου ανοίγματος, ενώ αμέσως αριστερά της εισόδου σώζεται δεξιόστροφη λίθινη κλίμακα, στη βάση της οποίας διαμορφώνεται μικρός αποθηκευτικός χώρος. Η κλίμακα περιέτρεχε την εσωτερική επιφάνεια του τοίχου, οδηγώντας στον άνω όροφο, όπου βρίσκονταν το σύστημα μετάδοσης της κίνησης και οι μυλόπετρες. Ο κάτω όροφος, ο οποίος έχει περιορισμένες διαστάσεις, πιθανότατα εξυπηρετούσε αποθηκευτικές ανάγκες, κυρίως για τα σιτηρά και για τον εξοπλισμό άλεσης. Η κατάσταση διατήρησης δεν επιτρέπει την κατανόηση της ακριβούς μορφής της τρούλας και της φτερωτής. Εντούτοις, βάσει συγκριτικού υλικού από αντίστοιχους ανεμόμυλους των βορείων Δωδεκανήσων, πιθανολογείται ότι η τρούλα ήταν κωνική, ενώ η φτερωτή συγκροτείτο από ακτινωτά τοποθετημένα ξύλινα φτερά, επί των οποίων προσαρμόζονταν τριγωνικά πανιά.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Τελευταίος μυλωνάς της Κινάρου ήταν ο Γιώργης Θηραίος (1915-1997) από την Αιγιάλη της Αμοργού, ο οποίος απέκτησε τον ανεμόμυλο από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του, τον Αντώνη Βλαβιανό από τον Ποταμό της Αμοργού, όταν αυτός εγκατέλειψε την Κίναρο. Η κατασκευή του ανεμόμυλου τοποθετείται στο έτος 1878 και αποδίδεται στον Μιχαήλ Δάβη, “ιδιοκτήτη” (πιθανώς μισθωτή) της Κινάρου και κτήτορα του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου κατά το ίδιο έτος. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο ανεμόμυλος υπέστη σοβαρές φθορές λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων. Ωστόσο, επισκευάστηκε και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1955, οπότε και τέθηκε εκτός λειτουργίας εξαιτίας της θραύσης του άξονά του. Ο πύργος του κατέρρευσε το 1990. Οι προαναφερόμενες πληροφορίες προέρχονται από τον Γ. Θηραίο και καταγράφηκαν από τον Στέφανο Νομικό κατά την επιτόπια έρευνά του στη νησίδα τον Σεπτέμβριο του 1992. Πάντως, η κατάσταση διατήρησης του ανεμόμυλου έχει μεταβληθεί ελάχιστα από το 1992, όπως καταδεικνύουν οι φωτογραφίες που δημοσιεύει ο Σ. Νομικός και η τεκμηρίωση του μνημείου που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα (3 Οκτωβρίου 2024) στο πλαίσιο του παρόντος Έργου.

Επίσης, αξίζει να παρατηρηθεί ότι το σημείο εγκατάστασης του ανεμόμυλου είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για τη λειτουργία του και, επομένως, επιλέχθηκε σοφά. Συγκεκριμένα, το σημείο βρίσκεται αφενός σε μικρή απόσταση από τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις της ευρύτερη περιοχής του οικισμού και αφετέρου σε διάσελο ανάμεσα σε δύο υψώματα. Η τοπογραφική αυτή διαμόρφωση προκαλεί την επιτάχυνση της ροής του ανέμου, λειτουργώντας ως αεροδυναμική χοάνη, ενισχυτική των επικρατέστερων ανέμων της περιοχής (βόρειων και νοτιοανατολικών), πράγμα που συνέβαλλε καθοριστικά στην αποδοτική λειτουργία του μηχανισμού του μύλου.

Χρονολόγηση: 1878-1955.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Προβόπουλος 2016· Γιαγκάκης 2021, 11· Μπαϊράμη – Κατσιώτη 2024, 94-95· Νομικός 2018.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Άγιος Γεώργιος: ο εγκαταλελειμμένος σήμερα οικισμός με ομώνυμο ναΰδριο, κτισμένος στο πλάτωμα που διαμορφώνεται επί του υψώματος βόρεια του κύριου όρμου.

Αύγο ή Σκάλα: άκρα στα δυτικά· η πρώτη ονομασία αναγράφεται, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες ως Ango, από όπου αναπαράγεται “διορθωμένη” (Αυγό) σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας και αργότερα σε άλλες εκδόσεις· ωστόσο, οι χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού αναγράφουν τη δεύτερη ονομασία.

Βαθύ Λιμενάρι: όρμος στα βορειοανατολικά.

Γιώργη Κάβος: άκρα στα νοτιοανατολικά.

Γιώργη Κάμπος: θέση στην πλαγιά πάνω από τον όρμο, στην οποία αναφέρεται ότι βρίσκονταν τα χωράφια κάποιου Γιώργη (Χελιού;).

Ζωναριές: ύψωμα στα δυτικά του κύριου όρμου.

Κακοπέρατο: θέση στα νοτιοανατολικά του οικισμού του Αγίου Γεωργίου, στην οποία βρίσκεται ο ερειπωμένος σήμερα ανεμόμυλος.

Λαγκάδα: στενή και εν μέρει καλλιεργημένη σήμερα κοιλάδα στα βόρεια του κύριου όρμου.

Λιανός Κάβος: άκρα στα βορειοδυτικά.

Ξυλομπάτη: όρμος στα βόρεια-βορειοδυτικά.

Παναγία: θέση με ερείπια στην πλαγιά ανατολικά του μυχού του κύριου όρμου τα οποία, σύμφωνα με προφορική παράδοση, αποτελούν απομεινάρι εκκλησίας της Παναγίας.

Πάπας: η υψηλότερη κορυφή, στα δυτικά της Κινάρου.

Πλατιά Ράχη: θέση στα δυτικά του οικισμού του Αγίου Γεωργίου.

Πνιγός ή Κίναρος: όρμος στα νοτιοδυτικά, το ασφαλέστερο αγκυροβόλιο της Κινάρου· η πρώτη ονομασία αναγράφεται, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες ως Pnigo, από όπου αναπαράγεται σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας και αργότερα σε άλλες εκδόσεις αρχικά ως Πνίγκο και στη συνέχεια “διορθωμένη” (Πνιγός)· ωστόσο, οι χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού αναγράφουν τη δεύτερη ονομασία.

Σκηνωπή: όρμος στα βορειοδυτικά.

Χοντρός Κάβος: το ανατολικότερο τμήμα της Κινάρου.

Χοχλακούρια: άκρα στα βορειοανατολικά· κόχλακες ή χόχλακες ονομάζονται οι κροκάλες (βλ. Κρητικός 1961, 25).

Χτισμένα: ύψωμα στα ανατολικά του κύριου όρμου με οικιστικά κατάλοιπα.

Σημ: Τα περισσότερα μικροτοπωνύμια αντλούνται από τον χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού Ν. Λέβιθα, 1973 και από τις Ναυτιλιακές οδηγίες των ελληνικών ακτών της Υδρογραφικής Υπηρεσίας, 1987. Μερικά από αυτά επιβεβαιώθηκαν από τη σημερινή κάτοικο της νησίδας Ειρήνη Θηραίου-Κατσοτούρχη, η οποία παράλληλα μας πληροφόρησε και για μερικά άλλα μικροτοπωνύμια που δεν είχαν καταγραφεί μέχρι σήμερα.

Συντάκτης: Γ.Κ.

ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)


Η σύλληψη του πειρατή Γ. Μανιάτη στην Κίναρο (1855)

Ἀρ. 555

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

/ Δήμαρχος Ἀμοργίνων

Πρός τούς ὑγειονομοφύλακας τῆς περιφερείας, τόν Εἰδικόν Πάρεδρον καί τόν Τελωνοφύλακα Αἰγιάλης

Ἐπειδή δυστυχῶς ὁ ἐν τῇ ἐρημονήσῳ τῆς Ἀμοργοῦ Κύνναρος ὑποκρυπτόμενος πειρατής Γεώργιος Μανιάτης δέν συνελήφθη παρ’ ὅλας τάς γενομένας ἐρεύνας, κατά διαταγήν τοῦ Κ. Διευθυντοῦ τοῦ Γαλλικοῦ ἀτμοπλοίου ὁ «Σόλων», ἡ συγκοινωνία τῆς εἰρημένης νήσου διακόπτεται μέχρι τῆς 6ης τοῦ προσεχούς Σεπτεμβρίου, πᾶν δέ πλοῖον ὅπερ ἤθελεν ἀποπειραθῇ νά πλησιάσῃ τά παράλια ἐκείνης τῆς νήσου ἐν τῷ διαστήματι τῶν 15 τούτων ἡμερῶν, θέλει βυθίζεσθαι ὑπό τοῦ ἄνωθι ἀτμοπλοίου. Ταῦτα κοινοποιοῦντες ὑμῖν σᾶς προσκαλοῦμεν νά καταστήσητε γνωστήν τήν διαταγήν ταύτην τοῦ Κ. Διευθυντοῦ εἰς ἅπαντας τούς πλοιοκυβερνήτας καί ναυτηλωμένους τοῦ Δήμου ἵνα μή πάθωσι τό δυστύχημα τοῦτο· οἱ Κῦριοι ὑγειονομοφύλακες παραγγέλλονται νά μήν ἐκδίδωσιν ἔγγραφα εἰς πλοῖα διά τήν ῥηθεῖσαν νῆσον, πρό τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, νά τοιχοκολλήσωσιν δὲ ἀνά ἕν ἀντίγραφον τῆς ἐγκλειομένης διακηρύξεώς μας διά το κατάστημα τοῦ φυλακείου των. Ὁ δέ εἰδικός πάρεδρος Αἰγιάλης προσκαλεῖται νά γνωστοποιήσῃ τήν διακήρυξιν ταύτην εἰς τούς κατοίκους τοῦ τμήματός του δι’ ὅλων τῶν μέσων τῆς δημοσιότητος.

Ἐν Ἀμοργῷ την 22 Αὐγούστου 1855

Ὁ Δήμαρχος / Ἰ. Βλαβιανός [υπογραφή]

[πηγή: Πρασίνου 2021, 169-170.]

Ἀρ. 570

Πρός / τό Β(ασιλικόν) Ἐπαρχεῖον Θήρας

Ἐν Ἀμοργῷ / τήν 18 Σεπτεμβρίου 1855

Περί τοῦ ἐν Κυννάρῳ / πειρατοῦ.

Κατόπιν τῆς ὁμοιαρίθμου ἀπό 22 Αὐγούστου ἐ(νεστῶτος) ἔ(τους) ἀναφορᾶς μας, πληροφοροῦμεν τό Β(ασιλικόν) τοῦτο ἐπαρχεῖον, ὅτι μετά τήν λῆξιν τῆς 15ημέρου προθεσμίας καθ’ ἥν ἡ συγκοινωνία τῆς νήσου μας μετά τῆς Κυννάρου διεκόπη, προσκαλεσάμενοι τούς γεωργούς ἐκείνης τῆς νήσου ἀπεστείλαμεν αὐτούς δι’ ἐπίτηδες πλοίου ἐκεῖσε μέ τήν παραγγελίαν νά ἐρευνήσωσιν ἀκριβῶς καί συλλάβωσι τόν μνημονευόμενον πειρατήν ἐν περιπτώσει ἀναφανήσεως αὐτοῦ εἰς τήν νῆσον. Μεταβάντες ὅθεν οἱ εἰλημμένοι εἰς Κύνναρον κατώρθωσαν τήν σύλληψιν τούτου καί τήν ἐνταῦθα μεταφοράν καί παράδοσιν εἰς τό ἐν τῷ λιμένι τοῦ Δήμου μας εὑρεθὲν Β(ασιλικόν) Πλοῖον ἡ Σφακτηρία.

Εὐπειθέστατος

Ὁ Δήμαρχος Ἀμοργοῦ /Ἰ. Βλαβιανός [υπογραφή]

[πηγή: Πρασίνου 2021, 172-173.]

Η καθημερινότητα στην Κίναρο (αρχές 20ού αι.)

Οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ, εἶχαν γίδια, πρόβατα καὶ λίγα βόδια καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα ὅλοι τους, γονεῖς καὶ παιδιά, κατεγίνοντο μὲ τὶς δουλειές τους, ἄλλος στὰ ζῶα, ἄλλος στὰ χωράφια, ἄλλος στὸ σπίτι, στὸ ψάρεμα, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες γιὰ νὰ ζήσουν σ’ αὐτὸ τὸ ξερονήσι. Κάθε ἀπόγευμα ὅμως οἱ δύο πατεράδες, οἱ ἄνδρες τοῦ νησιοῦ, κατηφόριζαν στὸ ντεπόζιτο [σκάφος αποθήκευσης σφουγγαριών, εν προκειμένω αγκυροβολημένο στον κύριο όρμο] καὶ κάθιζαν ἐκεῖ νὰ κουβεντιάσουν μὲ τοὺς σφουγγαράδες, ἦταν ἡ μόνη τους ψυχαγωγία, ἔτσι ἀπομονωμένοι ποὺ ζοῦσαν μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο.

[πηγή: Μπιλλήρη 1982, 147.]

Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.