
Το Χιλιομόδι βρίσκεται στα ανατολικά της Πάτμου και συγκεκριμένα στα νοτιοανατολικά του όρμου της Σκάλας. Πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου της Πάτμου με εμβαδόν 0,28 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 2,594 χλμ.
Το Χιλιομόδι, χωρίς να κατονομάζεται, απεικονίζεται σε χάρτες ήδη από τα πρώιμα νεότερα χρόνια, αλλά συνήθως παρατοποθετημένο, ως μία μεγάλη νησίδα στα βορειοανατολικά της χερσονήσου του Γερανού. Ακριβέστερα, η παλαιότερη απεικόνισή του εντοπίζεται στο νησολόγιο του Βενετού ναυτικού Bartolommeo dalli Sonetti (περ. 1485). Μάλιστα, ανεξάρτητα από τη θέση στην οποία τοποθετείται το Χιλιομόδι σε αυτές τις απεικονίσεις, σημειώνεται πάντοτε στα νότια της νησίδας ένα επικίνδυνο σημείο για τη ναυσιπλοΐα, το οποίο ασφαλώς ταυτίζεται με την Ξέρα (ύφαλο) του Χιλιομοδιού. Η νησίδα απαντά με το όνομά της (Χιλιομόδι ή Χιλιομούδι) από τον 16ο αιώνα σε έγγραφα του αρχείου της μονής Πάτμου, ενώ από τον επόμενο αιώνα επίσης και σε γαλλικούς πορτολάνους (Chillomody). Παρ’ όλα αυτά, κατά τους ίδιους αιώνες (16ος-18ος αι.), στα νησολόγια απεικονίζεται, στα βορειοανατολικά της Πάτμου, μία μεγάλη νησίδα που δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το Χιλιομόδι αλλ’ όμως ονομάζεται Gaidura ή Gandura. Δεν αποκλείεται οι ξένοι χαρτογράφοι να απέδιδαν τότε λανθασμένα στο Χιλιομόδι παραφθαρμένη την ονομασία Γα(ϊ)δουρονήσι ή Γα(ϊ)δουρόνησο, την οποία είχε παράλληλα το Αγαθονήσι. Αξίζει να παρατηρηθεί, επίσης, ότι στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες του 19ου αιώνα το Χιλιομόδι ονομάζεται λανθασμένα Khelia. Επομένως, το όνομα Xέλια με το οποίο αναφέρεται το Χιλιομόδι σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας αποτελεί αντιδάνειο. Το Χιλιομόδι είναι προφανώς και ένα από τα μικρά νησιά που, σύμφωνα με ταξιδιωτικά κείμενα και πορτολάνους του 17ου αιώνα, προστατεύουν το κύριο λιμάνι της Πάτμου (Σκάλα) από τις τρικυμίες και από τους ανατολικούς και βορειοανατολικούς ανέμους.

Η ονομασία Χιλιομόδι ανάγεται μάλλον στη βυζαντινή περίοδο, κατά την οποία ο μόδιος αποτελούσε μονάδα μέτρησης της γης και των σιτηρών. Η ονομασία αυτή, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, εξηγείται από το ότι η νησίδα απέδιδε χίλιους μόδιους δημητριακών καρπών. Πράγματι, το έδαφος του Χιλιομοδιού θεωρείται ιδιαίτερα εύφορο. Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης μας πληροφορεί (π. 1935) σχετικά: «Ἡ ποιότης τοῦ ἐδάφους τῆς νησίδος, μεμιγμένου μετὰ λιθαρίων, τυγχάνει τριπλασίως σχεδὸν ἀνωτέρα τοῦ τῆς Πάτμου, ἐξ οὗ ἐκείνη ἀποβαίνει εὐφορωτάτη, ἐὰν εὐνοηθῇ ὑπὸ τοῦ καιροῦ». Οι αρόσιμες γαίες της νησίδας υπολογίζονταν το 1828 σε 18 κοιλά, δηλ. σε έκταση γης όπου μπορούσαν να σπαρθούν 18 κοιλά δημητριακών (περ. 450-500 χλγρ.), ενώ έναν αιώνα αργότερα είχαν αυξηθεί –προφανώς λόγω εκχερσώσεων– σε 22-25 κοιλά (περ. 550-700 χλγρ.), τα οποία απέδιδαν στις ιδιαίτερα εύφορες χρονιές 170-200 κοιλά (περ. 4-5,5 τόνους).

Πέρα από την καλλιέργεια σιτηρών, από τη δεκαετία του 1880 μαρτυρείται στο Χιλιομόδι και η ύπαρξη αμπελιού. Ακριβέστερα, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, σε μικρή απόσταση από τον ανοιχτό όρμο που διαμορφώνεται στα βορειοδυτικά και ονομάζεται Λιμανάκι ήταν φυτεμένα 3.000 κλήματα. Επίσης, η νησίδα είχε τότε αμυγδαλιές, συκιές και άλλα καρποφόρα δέντρα. Το νερό εξασφαλιζόταν στο Χιλιομόδι κυρίως από αναβλύζοντα πηγαία ύδατα, τα οποία αντλούνταν με την ανόρυξη φρεάτων. Το 1828 αναφέρεται η ύπαρξη δύο τέτοιων πηγαδιών, ενώ έναν αιώνα αργότερα πέντε, τα οποία μάλιστα βρίσκονταν εντός του αμπελιού· από τα τελευταία, τα δύο είχαν πικρό και υφάλμυρο νερό, ενώ τα άλλα τρία ιδιαίτερα σκληρό νερό, το οποίο, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Σμυρνάκης, «δὲν διαλύει τὸν σάπωνα, οὐδὲ βράζει τὰ ὄσπρια». Επίσης, όπως σημειώνει ο ίδιος συγγραφέας, υπήρχε στη νησίδα και μία ή δύο δεξαμενές για τη συλλογή ομβρίων υδάτων. Ας προστεθεί ότι το 1887 ο μισθωτής του Χιλιομοδιού είχε δεσμευθεί, κατά το διάστημα της επόμενης πενταετίας, «νὰ διορθώσῃ καὶ εὐρυχωρήσῃ τὴν στέρναν, καὶ νὰ φυτεύσῃ ἓως χίλια κλήματα, ἐὰν ἔχει εὖρος».
Παράλληλα, το Χιλιομόδι είναι ασφαλώς και η μία από τις δύο νησίδες (η άλλη είναι το Τραγονήσι) στα ανατολικά της Πάτμου για τις οποίες ταξιδιωτικά έργα και νησολόγια αναφέρουν, ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα, ότι χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοποι, όπου εποχιακά μεταφέρονταν κοπάδια από την Πάτμο. Πράγματι, σε έναν κώδικα με καταγραφές εξόδων της μονής Πάτμου σημειώνονται το 1808 «πάκτος [μίσθωμα] διὰ τὸ Χιλιομόδι διὰ τὰ ζώα» και κόστος μεταφοράς με καΐκια «ὁποῦ ἐπέρασαν τὰ ζῶα ἀπὸ Χιλιομόδι εἰς τοὺς Ναρκίους [Αρκιούς]». Όχι τυχαία λοιπόν αργότερα (1881) το συμβόλαιο ενοικίασης του Χιλιομοδιού προέβλεπε και την προστασία του βοσκότοπου με τον όρο «τοῦ νὰ μὴ ἐκριζῇ καὶ ἀνασπᾶ [ο ενοικιαστής] οὐδὲ παρὰ μικρὸν θάμνον πρὸς κατασκευὴν ξυλανθράκων». Από τα απομνημονεύματά του μαρκήσιου Giron-François de Ville, ο οποίος διατέλεσε ανώτατος αξιωματικός των Βενετών στον Κρητικό Πόλεμο (1645-1669), πληροφορούμαστε ότι σε έναν “σκόπελο” (scoglio) μερικά μίλια προς τα ανατολικά της Πάτμου υπήρχε μεγάλος αριθμός άγριων αλόγων και άλλων ιπποειδών, τα οποία συχνά γίνονταν λεία των καταδίκων που υπηρετούσαν στις γαλέρες και εν γένει των πεινασμένων πληρωμάτων των πολεμικών πλοίων που προσέγγιζαν εκεί. Την ταύτιση του αναφερόμενου από τον μαρκήσιο “σκοπέλου” με το Χιλιομόδι φαίνεται να επιβεβαιώνει ένα έγγραφο της μονής Πάτμου, παλαιότερο κατά έναν αιώνα (1570), στο οποίο γίνεται λόγος «διὰ ταῖς φοράδες τοῦ Χιλιομοδίου».
Το Χιλιομόδι περιήλθε στην κυριότητα της μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου προφανώς το 1088, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Άλλωστε, τη σύνδεση της νησίδας με τη Μονή αντικατοπτρίζουν και οι παραδόσεις των κατοίκων της Πάτμου σύμφωνα με τις οποίες υποτίθεται ότι οι πατέρες διαπεραιώνονταν από τον όρμο των Σαψίλων στη νησίδα χρησιμοποιώντας ως μέσο πλεύσης το τριβώνιό τους (μοναχικό ένδυμα). Κατά την οθωμανική περίοδο, όπως μαρτυρεί ένα έγγραφο του 1570, η καλλιεργημένη έκταση του Χιλιομοδιού είχε περιέλθει στη μονή Πάτμου και αποτελούσε βακούφι της. Αργότερα, κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και συγκεκριμένα το 1828, όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει ότι το Χιλιομόδι αποτελούσε ιδιοκτησία της.
Το Χιλιομόδι, όπως και άλλες γαίες των οποίων είχε τη νομή η Μονή κατά την οθωμανική περίοδο, μισθωνόταν αντί ενός ετήσιου ποσού, το οποίο δεν ήταν σταθερό, συχνά σε μέλη της μοναχικής αδελφότητας, οι οποίοι ανέθεταν την καλλιέργεια αλλά και τη βόσκησή του σε λαϊκούς. Ενδεικτικά, η Μονή ανέφερε το 1829 στις αρχές της Ελληνικής Πολιτείας ότι το ίδιο έτος το Χιλιομόδι είχε πωληθεί εφ’ όρου ζωής στον προηγούμενο Γρηγόριο Αδελέτη (†1832) έναντι 150 γροσίων. Το εν λόγω καθεστώς άλλαξε το 1869 όταν, μετά από εισήγηση προς τις οθωμανικές αρχές της Ρόδου «κακοβούλων τινῶν καὶ ἀγνωμόνων Πατμίων», όπως γράφει ο Γ. Σμυρνάκης, ο διοικητής της Κω, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Πάτμος, έλαβε διαταγή να διανείμει σε ιδιώτες τίτλους νομής γαιών στο Χιλιομόδι και σε άλλες νησίδες στις οποίες είχε ιδιοκτησίες η Μονή. Εντούτοις, η Μονή δεν έπαψε να πληρώνει τον κατ’ αποκοπή φόρο που αντιστοιχούσε σε αυτές τις νησίδες και κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες, με τη συνδρομή της κοινότητας της Πάτμου αλλά και του οικουμενικού πατριαρχείου, για την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος. Τελικά, το 1878 αρκετοί κάτοχοι των προαναφερόμενων τίτλων, «θείῳ ζήλῳ κινούμενοι», τους παραχώρησαν στη Μονή· σε ό,τι αφορά το Χιλιομόδι, οι Νικόλαος Βουρνής, Πέτρος Γ. Κρητικός, Ποθητός Ευαγγελινίδης και Ιωάννης Γ. Κρητικός είχαν παραδώσει τότε στη Μονή τους τίτλους που κατείχαν.
Έκτοτε οι τίτλοι αυτοί εκμισθώνονταν από τη Μονή (από το 1881 μετά από πλειστηριασμό). Ας σημειωθεί ότι, τουλάχιστον κατά τη δεκαετία του 1880, με ιδιαίτερη συμφωνία γινόταν η εκμίσθωση από τη Μονή του «ἀμπελίου τῆς Γρύλλας», του αμπελιού που ανήκε προηγουμένως σε μία χήρα της οικογένειας Γρύλλη. Παρά τις αφιερώσεις προς τη Μονή, ένας άλλος κάτοικος της Πάτμου, ο Χριστόδουλος Γρύλλης, εξακολουθούσε να κατέχει τίτλους νομής γαιών στο Χιλιομόδι (διὰ τοὺς «Λάκκους» καὶ μέρους τοῦ χωραφίου τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος), τους οποίους στο μεταξύ είχε αποκτήσει από τις οθωμανικές αρχές της Λέρου. Τελικά, το 1924 και αυτοί οι τίτλοι θα περιέρχονταν στη Μονή, όταν ο Χ. Γρύλλης τους μεταβίβασε στον γιο του Νικόδημο που ήταν μέλος της μοναχικής αδελφότητας.

Πάντως, τα όρια όλων αυτών των γαιών, όπως είχαν διαπιστώσει το 1920 μοναχοί και γεωργοί πραγματογνώμονες που είχαν μεταβεί στο Χιλιομόδι, ήταν αυτά ακριβώς τα οποία ορίζονταν στους τίτλους και διακρίνονταν με τοίχους. Η επισκευή αυτών των τοίχων αποτελούσε, εξάλλου, υποχρέωση του ενοικιαστή των γαιών, όπως αναφέρει ρητά ένα συμβόλαιο. Αξίζει να προστεθεί εδώ ότι οι αναβαθμίδες που διατηρούνται σήμερα εκεί έχουν συνολικό μήκος 5,1 χλμ. Ως μισθωτές της νησίδας μαρτυρούνται, κατά χρονολογική σειρά, ο γνωστός λόγιος, σχολάρχης τότε της Πατμιάδας, Ιωάννης Σακκελίων (1879-1881), ο ηγούμενος Ιωάσαφ Ξένος (1881-1882), ο ιερομόναχος Βενέδικτος Μουρμούρης (1882-1900), ο μοναχός Νικόδημος Γρύλλης (1900-1918, 1924-1933), οι αδελφοί του μοναχού Νικοδήμου, Λουκάς (1918-1924) και Εμμανουήλ Χ. Γρύλλης (1933-1946), και έπειτα οι γιοι του τελευταίου. Μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η νησίδα έγινε και πάλι εξ ολοκλήρου ιδιοκτησία της μονής Πάτμου. Αξίζει να προστεθεί ότι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι το 1960, προφανώς λόγω έλλειψης τροφίμων, το αντίτιμο της μίσθωσης του Χιλιομοδιού δεν ήταν μόνο σε χρήματα αλλά επίσης και σε προϊόντα ή μόνο σε προϊόντα που παρήγε η νησίδα (κυρίως σιτάρι και κριθάρι).

Στο Χιλιομόδι υπάρχουν σήμερα δύο ναΰδρια του Αγίου Παντελεήμονος και διάφορα άλλα κτίσματα. Το παλαιότερο ναΰδριο μαρτυρείται για πρώτη φορά το 1599 σε ενθύμηση χειρόγραφου κώδικα, η οποία αναφέρεται στο ναυάγιο ενός μπάρκου στην Ξέρα του Χιλιομοδιού και στην καταφυγή των διασωθέντων ναυαγών στον Άγ. Παντελεήμονα. Ο Γ. Σμυρνάκης, πιθανώς αναπαράγοντας προφορικές παραδόσεις, γράφει ότι ο Άγ. Παντελεήμων, όπως και ένα «συγκεκολλημένο πρότερον μικρό» κελί στα βόρεια του ναϋδρίου, κτίστηκε από έναν ησυχαστή. Πάντως, το νεότερο, σύγχρονό μας ναΰδριο ανεγέρθηκε στα νοτιοανατολικά του παλαιότερου το 1964 από τον Εμμανουήλ Ζουάνο, Πάτμιο μετανάστη στις ΗΠΑ. Κατά την οθωμανική περίοδο, πέρα από το παλαιότερο ναΰδριο και το κελί, θα πρέπει να υπήρχαν στη νησίδα και άλλα κτίσματα. Στο νησολόγιο του Ναπολιτάνου Francesco Piacenza (1688) επισημαίνεται η ύπαρξη στη νησίδα Gandura (η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, ταυτίζεται με το Χιλιομόδι) ενός κατάλληλου για την κτηνοτροφία και περιορισμένης έκτασης οικήματος, το οποίο απεικονίζεται σχηματικά και στον χάρτη της Πάτμου που δημοσιεύεται στο ίδιο έργο. Εύλογα λοιπόν το 1828 η Μονή είχε αναφέρει στην ελληνική κυβέρνηση ότι υπήρχαν στο Χιλιομόδι μία εκκλησία και δύο οικήματα. Αργότερα ο Γ. Σμυρνάκης μας πληροφορεί ότι, τον Αύγουστο του 1919, ο μοναχός Νικόδημος Γρύλλης, μισθωτής της νησίδας, έκτισε με δικά του έξοδα το οίκημα που εφάπτεται στη βορινή πλευρά του παλαιού Αγ. Παντελεήμονος, καθώς και τον μικρό ανεμόμυλο στα ανατολικά του ναϋδρίου, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να αλέθει καθημερινά 70 οκάδες (περ. 90 χλγρ.) αλεύρι. Το οίκημα του Νικόδημου κτίστηκε προφανώς πάνω στα ερείπια του παλαιού κελιού. Επίσης, ο ίδιος συγγραφέας (π. 1935) κάνει λόγο για ένα παλαιό οίκημα για διαμονή και για εγκαταστάσεις ποιμνιοστάσιου (ποιμνιοστασίου μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ χρησίμων οἰκίσκων) προς τα νοτιοδυτικά και τα νότια αντίστοιχα του παλαιού Αγ. Παντελεήμονος, καθώς και για δύο αχυραποθήκες κοντά στην ακτή και προς τα βορειοανατολικά του υπάρχοντος τότε αμπελιού (στη θέση του κτιρίου που λειτουργούσε στην εποχή μας ως εστιατόριο). Το τελευταίο οίκημα για διαμονή ταυτίζεται προφανώς με αυτό που βρίσκεται και σήμερα στην ίδια θέση. Αξίζει να επισημανθεί, επίσης, ότι ο εκάστοτε μισθωτής, όπως διευκρινίζεται σε ένα μεταγενέστερο συμβόλαιο, ήταν υποχρεωμένος «νὰ διατηρῇ τά τε οἰκήματα καὶ τὴν ἐκκλησίαν ἐν καλῇ καταστάσει, νὰ φωταγωγῇ τὸν ναόν, καὶ νὰ τελῇ κατ’ ἔτος τὴν νενομισμένην ἀρτοκλασίαν». Η αναφερόμενη αρτοκλασία γίνεται στη γιορτή του Αγ. Παντελεήμονος (27 Ιουλίου), κατά την οποία πλήθος κατοίκων της Πάτμου μεταβαίνει στη νησίδα και τελείται πανηγύρι.

Κατά τα νεότερα χρόνια, το Χιλιομόδι φαίνεται ότι κατοικείτο κατά διαστήματα. Πέρα από γεωργούς και κτηνοτρόφους από την Πάτμο που διέμεναν εκεί εποχιακά, η βάρδια από ξερολιθιά, η οποία διακρίνεται ακόμη κοντά στην κορυφή Κουμάς-Κούκος (114 μ.), μαρτυρεί ότι στη νησίδα υπήρχαν κατά περιόδους και σκοποί (βαρδιάνοι) που ειδοποιούσαν τους κατοίκους της Πάτμου για τους κινδύνους που έβλεπαν στα ανοιχτά, κυρίως για πειρατικά και κουρσάρικα πλοία.

Άλλωστε, η απομονωμένη παράκτια θέση Κλεφτολίμανο στα ανατολικά του Χιλιομοδιού, η οποία καλείται επίσης και Του Φράγκου, εξηγείται, σύμφωνα με παράδοση ή πληροφορία που καταγράφει ο Γ. Σμυρνάκης, από το ότι τη νύχτα οι ζωοκλέπτες άρπαζαν από εκεί τη λεία τους. Ο ίδιος διασώζει και τη φήμη που υπήρχε στην εποχή του ότι στη νησίδα ήταν «κεκρυμμένος θησαυρὸς ὑπὸ λῃστοπειρατῶν, οἵτινες καταστραφέντες δὲν ἐπανῆλθον ὅπως παραλάβωσι τοῦτον». Πάντως, το 1938, όπως είχε διαπιστώσει ο Ιταλός στατιστικολόγος Livio Livi, το Χιλιομόδι αποτελούσε τη μικρότερη νησίδα των Δωδεκανήσων με μόνιμους κατοίκους, μία εξαμελή οικογένεια βοσκών που ζούσε σχετικά άνετα λόγω της γειτνίασης της νησίδας με την Πάτμο. Αργότερα, σύμφωνα με την ελληνική απογραφή πληθυσμού του 1961, υπήρχαν τέσσερις κάτοικοι στο Χιλιομόδι.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Bartolommeo dalli Sonetti 1485, 75· BUB, MSS 3612, f. 20a· WAM, MSS W 658, f. 81b, 84b· Camocio 1574, no. 55· ANF, Marine, 3JJ, 221, no. 2, f. 29a και no. 4, f. 23b· Deshayes de Courmenin 1624, 315· Breves 1628, 15· Stochove 1643, 237· Rostagno 1668, 107· Georgirenes 1678, 77· Piacenza 1688, 220, 225· Peeters 1690· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 127-128· BNF, Cartes et plans, GE FF-13731, vol. 2, 56-57· ΜΙΘ, Α.Κ. 1004, φ. 64v-65r, 141r· ΜΙΘ, Α.Κ. 1010, 215, 227· ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 806, 812· ΜΙΘ, Α.Κ. 1015, φ. 379v· HOA, Patmos· Guérin 1856, 8· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1876-1882), 45-46, 115, 165· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 49-50· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1882-1892), 75, 137· Geil 1897, 74· ΜΙΘ, Φ. «Πάτμος. Κτηματολογικά», 04.07.1901· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1901-1903), 5· Καλλίμαχος 1912, 333· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον κτημάτων (1913-1925), 58· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1920-1923), 3, 11· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1927-1935), 641-642, 658· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 77-78· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. B΄, 154-160, 163-164, τ. Δ΄, 320-321 και τ. Ε΄, 491-500· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1935-1938), 142· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1938-1944), 431-432· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 217· Livi 1940, 55, 71· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1944-1946), 32, 294· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1946-1947), 130· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1947), 79-80· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1948), 188-189· Κρητικός 1950· Armao 1951, 161· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1955-1957), 222· Καμπιώτης 1956· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1959-1980), αρ. 10· Κρητικός 1961, 24, 27, 35, 38, 58, 88, 106, 128, 132, 157, 164· ΓΥΣ, Πάτμος· Δαφνής – Κωστής 1987, τ. Η΄, 328· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 284· Γεροζήσης 1998, 465· Georgerine 2001, 303· Vatin – Veinstein – Zachariadou 2011, 160· Ursinus 2019, 38-39.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΠΑΛΑΙΟ ΝΑΫΔΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Θέση: Άη Παντελέμονας.
Διαστάσεις: μήκος ανατολικής και δυτικής πλευράς 3,20 μ., μήκος βόρειας και νότιας πλευράς 4,50 μ., ύψος 3 μ., ύψος εισόδου 1,70 μ., πλάτος εισόδου 0,70 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο βορειοδυτικό τμήμα της νησίδας και σε απόσταση περίπου 70 μ. από την πλέον προσβάσιμη ακτή της βρίσκεται το ναΰδριο του Αγίου Παντελεήμονος, μαζί με ένα νεότερο αφιερωμένο στον ίδιο άγιο (έτος ανέγερσης: 1964), ορισμένα βοηθητικά κτίσματα και έναν ανεμόμυλο (βλ. παρακάτω). Το παλαιό ναΰδριο, στο οποίο συνυπάρχουν εμφανή ίχνη παλαιότητας και εκτεταμένων νεότερων επεμβάσεων, είναι μονόχωρο λιθόκτιστο οικοδόμημα, το οποίο καλύπτεται με κτιστή καμάρα, ενώ η ανατολική πλευρά του απολήγει σε ημικυκλική αψίδα.

Η είσοδος διαμορφώνεται στο μέσον της δυτικής όψης και φέρει μαρμάρινο υπέρθυρο με εγχάρακτο σταυρό. Στο μέσον της νότιας πλευράς ανοίγεται μικρό ορθογώνιο παράθυρο, ενώ ένα δεύτερο, ακόμη μικρότερων διαστάσεων, διακρίνεται στην αψιδωτή κόγχη του ιερού, στην ανατολική πλευρά.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: To ναΰδριο του Αγίου Παντελεήμονος μαρτυρείται ήδη από το 1599, καθώς σε ενθύμηση χειρόγραφου κώδικα καταγράφεται ότι στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους μπάρκο με επτά επιβάτες προερχόμενο από τη Νίσυρο ναυάγησε στην Ξέρα του Χιλιομοδιού και ότι οι τρεις επιβάτες του που σώθηκαν, κατέφυγαν στο ναΰδριο. Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, πιθανώς αναπαράγοντας προφορικές παραδόσεις, γράφει (π. 1935) ότι ο Άγ. Παντελεήμων, όπως και ένα «συγκεκολλημένο πρότερον μικρό» κελί στα βόρεια του ναϋδρίου, κτίστηκε από έναν ησυχαστή. Ωστόσο, ο Γ. Σμυρνάκης περιγράφει το ναΰδριο με μικρότερες διαστάσεις: «εἶναι 4μ.50 × 2μ. πλάτους καὶ ὕψους 2μ.50». Αν η πληροφορία αυτή είναι ακριβής, τότε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα θα πρέπει να έγιναν εργασίες επέκτασης του ναϋδρίου. Επίσης, ο ίδιος συγγραφέας προσθέτει ότι τον Αύγουστο του 1919 ο μοναχός Νικόδημος Γρύλλης, μισθωτής της νησίδας Χιλιομόδι, έκτισε με δικά του έξοδα το οίκημα που εφάπτεται στη βορινή πλευρά του παλαιού ναϋδρίου (προφανώς στη θέση του παλαιού κελιού), καθώς και τον μικρό ανεμόμυλο στα ανατολικά του Αγ. Παντελεήμονος. Το ναΰδριο πανηγυρίζει στις 27 Ιουλίου.
Χρονολόγηση: π. 1599.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 812· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1882-1892), 75, 137· Καλλίμαχος 1912, 333· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1927-1935), 658· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 77-78· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 491-492, 500· Καμπιώτης 1956.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΒΑΡΔΙΑ

Θέση: Κουμάς-Κούκος.
Διαστάσεις: μήκος 4 μ., πλάτος 3,20 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 1,80 μ., πάχος τοίχου 0,70 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Πλησίον της κορυφής του Χιλιομοδιού, η οποία παλαιότερα ονομαζόταν Κουμάς και σήμερα Κούκος (114 μ.), σώζονται τα κατάλοιπα μικρής μονόχωρης κατασκευής, με κάτοψη ελάχιστα ελλειπτική, παρουσιάζοντας ελαφρά επιμήκυνση κατά τον άξονα ΒΝ. Η τοιχοποιία είναι ξερολιθική και σχηματίζεται από πρόχειρα λαξευμένους τοπικούς λίθους, μικρού και μέσου μεγέθους.

Στην ανατολική και στη νότια πλευρά διατηρούνται τρία ανοίγματα μικρών διαστάσεων (0,35 × 0,25 μ., 0,40 × 0,25 μ., 0,35 × 0,35 μ.), τα οποία ερμηνεύονται ως θυρίδες παρατήρησης.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η μοναδική μαρτυρία για την εν λόγω κατασκευή προέρχεται από τον λόγιο ιερομόναχο Γεράσιμο Σμυρνάκη (π. 1935), σύμφωνα με τον οποίο δίπλα στην κορυφή της νησίδας υπήρχε «βάρδια ἕνεκα σκοπιᾶς ἐκ ξηρολίθων». Η θέση της κατασκευής, η ρητή μνεία της ξηρολιθοδομής, οι σωζόμενες θυρίδες παρατήρησης και η πανοραμική εποπτεία που εξασφαλίζεται από εκεί ταυτίζουν με ασφάλεια το εν λόγω κτίσμα με τη μαρτυρούμενη “βάρδια”, δηλ. με παρατηρητήριο επιτήρησης του θαλάσσιου διαύλου. Ο εσωτερικός χώρος επαρκεί για την παραμονή ενός-δύο σκοπών (βαρδιάνων), οι οποίοι, σε περίπτωση ανάγκης, ειδοποιούσαν τους κατοίκους της Πάτμου με οπτικά σήματα (φωτιές, καπνοσήματα, σημαίες) ή πιθανώς ακόμη και με ηχητικά μέσα (π.χ. πυροβολισμούς ή τον κώδωνα του ναϋδρίου). Κατά αυτόν τον τρόπο, η θέση του Χιλιομοδιού λειτουργούσε ως προκεχωρημένο φυλάκιο της Πάτμου, με εποπτεία σε όλον τον θαλάσσιο δίαυλο μεταξύ της Πάτμου και των πολυνήσων των Αρκιών και των Λειψών. Ως προς τη χρονολόγηση της βάρδιας, η έλλειψη πρόσθετων μαρτυριών και κεραμικών ευρημάτων δεν επιτρέπει ακριβή προσδιορισμό της κατασκευής και της χρήσης της. Με βάση τη μορφολογία, την τεχνική της ξερολιθοδομής και τη λειτουργία, η κατασκευή εγγράφεται κατά πάσα πιθανότητα στα νεότερα χρόνια, διάστημα κατά το οποίο η θαλάσσια επιτήρηση στο πολύνησο της Πάτμου ήταν ιδιαιτέρως αναγκαία λόγω της αυξημένης ναυτιλιακής κίνησης και της έντονης πειρατικής δραστηριότητας.
Χρονολόγηση: νεότερη περίοδος (πιθανώς 17ος-19ος αι.).
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 492· Κρητικός 1961, 132.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ

Θέση: Άη Παντελέμονας.
Διαστάσεις: διάμετρος 3,50 μ., ύψος 3 μ., ύψος θύρας 1,70 μ., πλάτος θύρας 0,65 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε ελάχιστη απόσταση ανατολικά του παλαιού ναϋδρίου του Αγίου Παντελεήμονος βρίσκεται ανεμόμυλος σε πολύ καλή κατάσταση. Ανήκει στον τύπο του μεσογειακού λίθινου κυλινδρικού πυργόμυλου και ειδικότερα στην παραλλαγή του κολουροκωνικού πυργόμυλου με ευθύγραμμη εξωτερική επιφάνεια. Η τοιχοποιία αποτελείται από τοπικούς αργούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους.

Η θύρα ανοίγεται στα νοτιοδυτικά, ενώ μικρό τετράγωνο παράθυρο διακρίνεται στα ανατολικά. Η στέγη είναι επίπεδη και κατασκευασμένη από σκυρόδεμα μετά από επεμβάσεις που έγιναν κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε και φτερωτή, καθώς δεν σωζόταν η αρχική ξύλινη· η σύγχρονη φτερωτή έχει διακοσμητικό χαρακτήρα και αποτελείται από οκτώ ακτινωτά τοποθετημένα μεταλλικά πτερύγια.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης μας πληροφορεί ότι ο ανεμόμυλος κατασκευάστηκε από τον μοναχό Νικόδημο Γρύλλη, μισθωτή της νησίδας Χιλιομόδι, ο οποίος έκτισε τον Αύγουστο του 1919 με δικά του έξοδα και το οίκημα που εφάπτεται στη βορινή πλευρά του παλαιού ναϋδρίου του Αγ. Παντελεήμονος. Κατά τον Γ. Σμυρνάκη, η παραγωγική ικανότητα του ανεμόμυλου έφθανε καθημερινά τις 70 οκάδες (περ. 90 χλγρ.) αλεύρι.
Χρονολόγηση: ca. 1919.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 491-492.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Άη Παντελέμονας: θέση στα βορειοδυτικά, όπου και τα δύο ναΰδρια του Αγ. Παντελεήμονος.
Άσπρα Γιάρια ή Φτερά: απόκρημνη παράκτια θέση στα δυτικά, η οποία χαρακτηρίζεται από πετρώματα λευκού χρώματος· στο πατμιακό ιδίωμα “γιάρια” ή “φτερά” ονομάζονται τα απόκρημνα μέρη (βλ. ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 493· Κρητικός 1961, 38)· η δεύτερη ονομασία αναφέρεται από τους Γ. Σμυρνάκη και Π. Γ. Κρητικό και δεν επιβεβαιώθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Βουνάρι τ’ Άη Παντελέμονα: βραχώδες ύψωμα κοντά στον Άη Παντελέμονα.
Κουμάς ή (Καρα-)Κούκος: το υψηλότερο σημείο· η πρώτη ονομασία αναφέρεται από τους Γ. Σμυρνάκη και Π. Γ. Κρητικό και δεν επιβεβαιώθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές· αντίθετα, η δεύτερη ονομασία αναφέρθηκε μόνο από τους σημερινούς πληροφορητές· στο πατμιακό ιδίωμα “κούκος” ονομάζεται μια λιθόκτιστη ή φυσική βραχώδης στήλη που χρησιμοποιείται ως ορόσημο ή για προσανατολισμό (βλ. Κρητικός 1961, 32-33).
Κλεφτολίμανο ή Του Φράγκου: απομονωμένος ανοιχτός όρμος στα νοτιοανατολικά, στον οποίο προσορμίζονταν ληστές και πειρατές· η δεύτερη ονομασία αναφέρεται από τους Γ. Σμυρνάκη και Π. Γ. Κρητικό και δεν επιβεβαιώθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Κλεφτόμαντρα: θέση κάτω από τον Κούκο, στην οποία έκρυβαν τα ζώα το βράδυ για να μην τους τα κλέβουν· το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε μόνο από τους σημερινούς πληροφορητές.
Λάκκαρος ή Λάκκος: θέση στα νότια, στην οποία υπάρχει λάκκος για τη συλλογή ομβρίων υδάτων για το πότισμα των ζώων· το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε μόνο από τους σημερινούς πληροφορητές.
Λιμανάκι: ανοιχτός όρμος στα βορειοδυτικά.
Μαύρος Κάβος ή Του Αράπη: άκρα στα νοτιοδυτικά, η οποία χαρακτηρίζεται από πετρώματα μαύρου χρώματος· η δεύτερη ονομασία αναφέρθηκε μόνο από τους σημερινούς πληροφορητές.
Μύλος: παράκτια θέση στα δυτικά, στην οποία δεσπόζει βράχος που μοιάζει με μύλο· το μικροτοπωνύμιο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Μυτζήθρα: βράχος στα νοτιοανατολικά του Χιλιομοδιού, στα βόρεια του Κλεφτολίμανου, ο οποίος μοιάζει με μυτζήθρα· το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε μόνο από τους σημερινούς πληροφορητές.
Νερό ή Σ’ της βραχιάς το νερό: θέση κοντά στα Άσπρα Γιάρια, από την οποία έτρεχε νερό στη θάλασσα· το μικροτοπωνύμιο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Νόνι, η: παραλία στα βορειοδυτικά του Χιλιομοδιού, στα βορειοανατολικά του Άη Παντελέμονα· «της Νόνις μαυροχόχλακα να βάλεις προσκεφάλι / ό,τι τραβάει το κορμί, τα φταίει το κεφάλι» (ρήση που αναφέρθηκε από τον πληροφορητή Ευθύμιο Κανέλλη)· στο πατμιακό ιδίωμα “νόνι” ονομάζεται η αβαθής παραλία (βλ. Κρητικός 1961, 25).
Πικρί Νερό: παράκτια θέση στα βόρεια, στην οποία προφανώς υπάρχουν υπόπικρα ύδατα (πβ. Κρητικός 1961, 45)· το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Πλάκα: Το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Σπηλιά τ’ Αλόγου: βραχοσκεπή στα νότια· το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Σκιστός: το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Τρούλαρος: βραχώδες ύψωμα πάνω από τη Νόνι, στο οποίο υπάρχει χαρακτηριστική συστάδα βράχων που προεξέχει εν είδει τρούλου· το μικροτοπωνύμιο αυτό αναφέρθηκε από τους σημερινούς πληροφορητές.
Φωκοσπηλιές: παραθαλάσσιες σπηλιές στα νότια της άκρας Ψαλίδα, στις οποίες φωλιάζουν φώκιες.
Ψαλίδα: ακρωτήριο στα νότια, το οποίο μοιάζει με ψαλίδι.
Σημ: Τα περισσότερα μικροτοπωνύμια αντλούνται από το ανέκδοτο έργο του Γ. Σμυρνάκη (ΜΙΘ, χφ. 1008, Η μυστηριοφύλαξ νήσος Ιωάννου του Θεολόγου η καλουμένη Πάτμος…, Πάτμος, π. 1935) και από τις σχετικές εκδόσεις του Π. Γ. Κρητικού (Τοπωνυμικός χάρτης της νήσου Πάτμου, Αθήνα, Δεκέμβριος 1950· Πατμιακά τοπωνύμια (γεωγραφία, ιστορία, ετυμολογία, παραδόσεις), Αθήνα: Σ. Σπυρόπουλος, 1961). Αρκετά από αυτά, όπως και οι θέσεις τους, επιβεβαιώθηκαν προφορικά από τον Μιχάλη Ελένη και τον Ευθύμιο Κανέλλη που είχαν ζήσει και εργαστεί στο Χιλιομόδι, οι οποίοι παράλληλα μας παρείχαν επιπλέον πληροφορίες για το μικροτοπωνυμικό της νησίδας.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)
Παραδόσεις για το Χιλιομόδι (π. 1935)
Ἀφηγοῦνται οἱ ἐν Πάτμῳ ὅτι ἐν ταῖς πάλαι χρόνοις οἱ ἁγιώτατοι ἐκεῖνοι Πατέρες τῆς Μονῆς ἐφήπλουν τὸ ἑαυτῶν μοναχικὸν τριβώνιον ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐκ τοῦ ὅρμου τῶν Σαψύλων ἵνα μὴ θεῶνται ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς νήσου καὶ μετέβαινον ἀβρόχοις ποσὶν εἰς Χιλιομόδιον. Ἔν τινι δ’ ἐποχῇ, καθ’ ἣν μετέβησαν ὅ,τε Καθηγούμενος καὶ σὺν αὐτῷ Μοναχοί τινες, εἷς τούτων θεασάμενος τὴν εὐφορίαν τῆς νησίδος, διελογίσθη ἐν ἑαυτῷ, ὅτι ἐὰν ἐπικουρήσῃ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς εἷς ἔτι ὑετός, ἀναμφιβόλως ὁ ἀμητὸς ταύτης ἔμελλεν ἵν’ ἀποβῇ πλουσιώτατος· εἶτα οὗτοι διὰ τὴν εἰς Πάτμον ἐπάνοδον αὐτῶν αὖθις ἥπλωσαν ἐν τῇ θαλάσσῃ τὰ ἴδια τριβώνια· ἀλλὰ τοῦ διαλογισαμένου Μοναχοῦ περί τῆς μελλούσης εὐφορίας τῶν γεννημάτων τῆς νησίδος, τὸ τριβώνιον ἐβυθίζετο, ὁ δὲ Καθηγούμενος προσλαβόμενος τοῦτον ἐπὶ τοῦ ἰδίου τριβωνίου, κατέπλευσαν ἀμφότεροι εἰς Πάτμον. Τότε ἐξομολογησαμένου τοῦ ρηθέντος ὀλιγοπίστου Μοναχοῦ τὸν λογισμὸν αὐτοῦ τοῦτον τῷ Καθηγουμένῳ, οὗτος ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὴν θάλασσαν ὅπως ἐξαγάγῃ προστυχόν τι αὐτῷ ἀντικείμενον, ὅστις ἀνέσυρε κόχλον τινά, ὃν διέταξεν ἐκεῖνος ἵνα διαρρήξῃ· τοῦτο δὲ ποιησαμένου τοῦ Μοναχοῦ ἐξῆλθε σκώληξ τις ζῶν ἐξ αὐτοῦ, οὗ ἕνεκα λαβὼν ἀφορμὴν ὁ Καθηγούμενος ἐνουθέτησε τοῦτον, εἰπών, ὅτι ὀφείλομεν τὰ πάντα, ἵνα τῇ θείᾳ Προνοίᾳ ἀνατιθέμεθα καὶ οὐδέποτε ἐμβάλωμεν ματαίους διαλογισμούς, διότι καθὼς ὁ Κύριος προνοεῖ περὶ τοῦ ἐγκεκλεισμένου ἐκείνου σκώληκος ἐντὸς τοῦ ὀστράκου τοῦ κόχλου καὶ διατρέφει τοῦτον, οὕτω καὶ περὶ τῶν ἰδίων πλασμάτων λαμβάνει τὴν ἁρμόζουσαν μέριμναν περὶ συντηρήσεως τούτων. Λέγεται προσέτι ὅτι ὁ Καθηγούμενος πρὸς παραδειγματισμὸν ἐν ἡμέρα ζύμης ἔλαβε καὶ ἔπλασε κουλλοῦρι (κολλύρην) καὶ ἐνέπηξε τρεῖς κόκκους σίτου, τὸ ὁποῖον, ἀφ’ οὗ ἐνέθηκαν τοὺς πρὸς ἕψησιν ἄρτους ἐντὸς τοῦ κλιβάνου, διέταξε καὶ ἔθηκαν τοῦτο πρὸς τὸ στόμιον αὐτοῦ καὶ ἀπέφραξαν τοῦτο. Κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν καθ’ ἧν ἔμελλεν ὁ ἀρτοποιὸς ἵνα ἐξαγάγῃ τοὺς ἐψηθέντας ἄρτους ἀπέσυρε καὶ τὸ ρηθὲν κουλλοῦρι ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον βλαστήσει οἱ ἐν αὐτῷ κόκκοι σίτου. Τότε ὁ Καθηγούμενος ἐπιδείξας τὸ τοιοῦτον θαῦμα κατέστησε προσεκτικοὺς πάντας ἵνα μὴ ἐνδοιάζωσι πώποτε περὶ τῶν ἀγαθῶν καὶ εὐεργετικῶν βουλῶν τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος περὶ πάντων προνοεῖ τῶν κτισμάτων Αὐτοῦ. Ἄδεται ὅτι τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐκλήθη ἡ νησὶς Χιλιομόδιον.
[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 496, 498, 500]
Συμβόλαιο μίσθωσης του Χιλιομοδιού (1881)
Ἐνοικιαστήριον Χιλιομοδίου
Ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἱερὰ καὶ Βασιλικὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἡ ἐν Πάτμῳ δηλοποιεῖ, διὰ τοῦ παρόντος αὐτῆς ἐπισήμου ἐγγράφου, ὅτι παραχωρεῖ ὑπὸ ἐνοίκιον εἰς τὸν π. καὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφὸν ἡμῶν κ. Βενέδικτον Μουρμούρην τὸ νησίδιον Χιλιομόδι ἐπὶ πενταετίαν, ὑπὸ ἐκμίσθωμα ἐτήσιον γροσίων ἐννεακοσίων εἴκοσι (Ν. 920) πληρωτέων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς 26 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους. Ἡ ἐνοικίασις ἄρχεται ἀπὸ τῆς 26 τοῦ ἐλευσομένου Σεπτεμβρίου τοῦ 1882 ὀγδοήκοντα δύο ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ ἐκριζῇ καὶ ἀνασπᾶ οὐδὲ παρὰ μικρὸν θάμνον πρὸς κατασκευὴν ξυλανθράκων. Πᾶσα δὲ παράβασις τῶν κεκανονισμένων ὡς καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐγκαίρου πληρωμῆς ἐπιφέρει τὴν κατάργησιν τοῦ συμβολαίου τούτου. Ὅθεν ἐκ πίστωσιν ἐγένοντο δύο ὅμοια καὶ τὸ μὲν κατεχωρίθη ἐν τῷ ἀρμοδίῳ τῆς Μονῆς κώδικι ὑπὸ σελίδα 806, τὸ δὲ ἕτερον ὑπογραφὲν προσηκόντως καὶ σφραγισθὲν τῇ τῆς Μονῆς συνήθει σφραγίδι, ἐπεδόθη τῷ ἐνοικιαστῇ πρὸς ἀσφάλειάν του.
Ἐκ τῆς ἐν Πάτμῳ Ἱερᾶς Μονῆς τῇ 5 Ὀκτωβρίου 1881 ἕν
Οἱ Σύμβουλοι / Ἐκκλησιάρχης Βενιαμὶν / Νεόφυτος Ἱερομ(όναχος) / Διονύσιος Φλωρίδης / Θεοδώρητος Ἱερομ(όναχος) / Θεοφάνης (Ἱερομόναχος) / Δωρόθεος (Ἱερομόναχος)
Ὁ ἐνοικιαστὴς / Βενέδικτος Ἱερομόναχος
Ὁ Καθηγούμενος Πάτμου Ἰωάσαφ
[πηγή: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 806]
Η χλωρίδα και η πανίδα του Χιλιομοδιού (π. 1935)
φύονται δ’ ἐπ’ αὐτῆς σχῖνοι, στοιβαί, ἀσφόδελοι, βρωμοξυλλιαῖς (ἀσπρόκλαδα), συκαῖ, ἀμυγδαλέαι καὶ λοιπά εἴδη. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ νησίδι τὸ νανῶδες φυτὸν τῆς πικροφύλλου κονύζης, ἐξ οὗ καὶ τὸ γάλα τῶν νεμομένων ποιμνίων δὲν εἶναι πικρῶδες ὡς ἐν τῇ νήσῳ Πάτμῳ, ἐν ᾗ κατὰ τοὺς μῆνας ἰδίᾳ Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον τρώγουσι ταῦτα, ἕνεκα ἐλλείψεως νομῆς ἑτέρας τὴν ἀνθοῦσαν κόνυζαν καὶ ὅπερ τυγχάνει λίαν ὠφέλιμον πινόμενον, ἕνεκα τῶν στοιχείων τῆς πικρότητος αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ Χιλιομοδίου οὐδὲν βλαπτικὸν ἔντομον ὑφίσταται ἀπολύτως καθὼς καὶ ἑρπετόν, ὄφις ἢ σκορπιὸς ὡς καὶ ἐν τῇ νήσῳ Ἀστυπαλαίᾳ· ἀτυχῶς δέ, ἐν ἔτεσι 1910 ἐνεφάνησαν μῦς, διαπλεύσαντες εἰς τὴν ἐν λόγῳ νησίδα ἔκ τινων πεπαλαιωμένων ἀτμοπλοίων προσορμισθέντων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν λιμένα τῆς νήσου πρὸς διάλυσιν, ἅτινα συνεκόμιζον πληθὺν τοιούτων, οἱ δ’ ἐν τῇ νησίδι μὴ λαβόντες πρόνοιαν, ὅπως ἐξολοθρεύσουσι τοὺς ρηθέντας μῦς, οὗτοι ἐπλήθυνον ἤδη καταπληκτικῶς.
[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 493, 495]
Το παλαιό ναΰδριο του Αγίου Παντελεήμονος (π. 1935)
Ὁ Ἅγ. Παντελεήμων: Τὸ ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω νησίδος θολόδμητον τοῦτο Ναΐδιον βλέπομεν ἐκ σημειώματος κώδικός τινος ὅτι ὑφίστατο κατὰ Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1599· […] Ἐκτίσθη ὑπό τινος ἡσυχαστοῦ μετὰ τοῦ πρὸς Β. τούτου συγκεκολλημένου πρότερον μικροῦ κελλίου καὶ εἶναι 4μ.50 × 2μ. πλάτους καὶ ὕψους 2μ.50· ἐπὶ δὲ τοῦ ἁπλουστάτου εἰκονοστασίου τούτου ὑπάρχει νέα μικρὰ εἰκὼν ἐπὶ σανίδος τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος ἄτεχνος μετʾ ἀναθημάτων καὶ ἑτέρα ὕψους 0μ.22 × 0μ.18 πλάτους ἐπὶ πλακὸς ἐκ Μάλτας (μαλτεζόπετρας) κεχαραγμένη λίαν ἐπιμελῶς μετὰ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἐν ἡμιπροτομῇ καὶ κατὰ κρόταφον ἀριστερόν, κρατοῦντος ἠνεῳγμένον τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον, ἐγγὺς δʾ αὐτοῦ Ἀετός. Τὸ δάπεδον τοῦ Ναϊδίου εἶναι ἐπιστρωμένον διὰ σανίδων πλὴν τοῦ Ἁγίου Βήματος, ἔχει δὲ καὶ ἕν εὑρὺ στασείδιον.
[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 500]
Το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονος στο Χιλιομόδι (1956)
Στὸν Ἅη-Παντελέμονα. Ἀρχηγὸς τῆς… ἱερῆς ἀποδημίας στὸ Χιλιομόδι καὶ τοῦ πανηγυριοῦ γενικά, ἦταν ὁ μακαρίτης ὁ Μανώλης ὁ Γρύλλης παληότερα καὶ σήμερα τὰ παιδιά του [σ.τ.ε.: οι μισθωτές της νησίδας], ποὺ κάνουν τὴ λειτουργιὰ καὶ τὴν «ἀρτοπλασία». Πραγματικά, ἱερὴ ἀποδημιὰ μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῆ τὸ ξεκίνημα τῶν πανηγυριστῶν ἀπὸ τὴν παραμονὴ γιὰ τὸ νησὶ τοῦ Χιλιομοδιοῦ, ὅπου καὶ τὸ ἐκκλησάκι τ’ Ἅη-Παντελέμονα. Τὰ καΐκια τῶν Γρύλληδων στὴ διάθεση ὅποιου ἤθελε νὰ πάη νὰ προσκυνήση στὸ Γιατρὸ-Ἅγιο. Τιμητικὴ θέση εἶχε ὁ «Κωνσταντῖνος», ἡ μεγάλη βάρκα τοῦ Χριστόδουλου, ποὺ ἤφερνε τὸν παπᾶ, τοὺς ψάλτες καὶ τοὺς ἄρτους. Κι’ ἄλλα καΐκια καὶ βάρκες ἀκολουθοῦσαν ἢ φεύγαν μπροστὰ συνοδεύοντας «τὴν ἱερὰν ναῦν» γιὰ τὸ νησί… Στὸ πανηγύρι αὐτὸ τρέχαν πιὸ πολὺ οἱ νέοι καὶ οἱ κοπέλες, γιατὶ ἦταν θάλασσα κι’ οἱ γέροι τἄχαν βαρεθῆ τὰ ταξίδια. Ἂν ὁ καιρὸς ἦταν φουρτούνα κι’ ἠφύσα ἀπὸ σταβέντου [σ.τ.ε.: την απάνεμη πλευρά], τὸ ταξίδι γινόταν πολύωρο, καὶ πολλοὶ ἀπ’ τοὺς «ἱεροὺς προσκυνητές»… ταΐζανε τὰ ψάρια. Παρ’ ὅλο ὅτι δὲν ἔλειπε λίγη ταλαιπωρία, οἱ προσκυνητὲς ἦταν εὐχαριστημένοι καὶ λαχταροῦσαν τὴν ὥρα πότε θὰ βγοῦν στὸ Χιλιομόδι ν’ ἀρχίση τὸ γλέντι γιὰ νὰ χορέψουν μὲ τὴν καλή τους ἢ τὸν καλό τους. Καὶ κάποιος ποὺ κάνει τὸ θαλασσόλυκο, βλέποντας τὴν ἀγαπημένη του στὸ ἴδιο μ’ αὐτὸν ἢ στ’ ἄλλο καΐκι, τραγουδᾶ ὑπονοούμενα: Στὸν Ἅη-Παντελέμονα,/ στὸ ἱερὸ ’ποπίσω,/ ἠφύτεψα μιὰ λεμονιὰ/ καὶ πάω νὰ τὴν ποτίσω. Ἀνήμερα, μετὰ τὴν ἐκκλησιά, ἦταν καθιερωμένο ἀπὸ τὸ Γέρο-Γρύλλη νὰ κατεβάζη ὅλους τοὺς πανηγυριῶτες ὡς καὶ τὸν παπᾶ ἀκόμα νὰ τοῦ τρυοῦνε τ’ ἀμπέλι του, τοῦ Χιλιομοδιοῦ, ποὺ τὰ σταφύλια του φορτώνονταν γιὰ τὴ Λέρο στὸ μεγάλο του καΐκι ποὺ περίμενε στὸ λιμανάκι τοῦ νησιοῦ. Τὸ βραδάκι, μετὰ τὸ γλέντι, πέρνανε τὸ… θαλασσόδρομο τοῦ γυρισμοῦ γιὰ τὴ Σκάλα. Τὰ καΐκάκια περνοῦσαν μέσα ἀπ’ τὸ Πιλάφι [σ.τ.ε.: ανάμεσα στη νησίδα Πιλάφι και την ακτή της Πάτμου], εἴτε γιατὶ τἄφερνε ἡ βόλτα, εἴτε γιὰ νὰ δοῦν οἱ ταξιδιῶτες τ’ ὄμορφο ἐρημικὸ τοπίο ποὺ παρουσίαζε τὸ βραδάκι, ἡ παραλία ἀγνάντι.
[πηγή: Καμπιώτης 1956]
Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.
