
Η Γούρνα βρίσκεται στα δυτικά της Λέρου και συγκεκριμένα στη μέση του όρμου της Γούρνας. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 0,007 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 0,336 χλμ.
Η παλαιότερη απεικόνιση της Γούρνας, όπως και των γειτονικών νησιωτικών εδαφών, χωρίς όμως να κατονομάζονται, εντοπίζεται σε σχέδιο του ομώνυμου όρμου που περιλαμβάνει το ημερολόγιο καταστρώματος του De Boviges, καπετάνιου της ταρτάνας με την οποία ταξίδεψε το 1719 στο Αρχιπέλαγος ο Pierre-Étienne Robeau de Valnay, γραμματέας του πρέσβη της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη.

Αργότερα, πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, η Γούρνα και μία μικρότερη νησίδα στα νοτιοδυτικά της αναφέρονται ως Γούρνας νησιά (Churnas nisia) στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες, ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα ο Γερμανός ιστορικός Ludwig Bürchner κάνει λόγο μόνο για μια νησίδα στον όρμο της Γούρνας που έφερε το ίδιο όνομα με τον όρμο. Kατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), οι δύο νησίδες στη μέση του ίδιου όρμου δεν έπαψαν να ονομάζονται νησιά της Γούρνας (Isole di Gurna). Ωστόσο, στις Ναυτιλιακές οδηγίες της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας των ετών 1939 και 1955 η νησίδα Γούρνα απαντά ως Γουρνονήσι. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι, κατά τα τελευταία χρόνια της ιταλικής κατοχής, όταν οι Ιταλοί αεροπόροι της βάσης του Λακκιού έκαναν άσκηση, βομβάρδιζαν το νησάκι του Δρυμώνα (Γούρνα) «δήθεν ότι ήταν βαπόρια».
Σήμερα, στη νησίδα υπάρχουν ερείπια ναϋδρίου τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του οποίου παραπέμπουν στην Πρωτοβυζαντινή περίοδο (6ος-7ος αι. μ.Χ.). Το ναϋδριο αυτό, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Χριστόφορο. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι η ευρύτερη περιοχή του όρμου της Γούρνας φαίνεται να κατοικήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια, αφού έχουν εντοπιστεί επιφανειακά ευρήματα Τελικής Νεολιθικής – αρχών Πρωτοχαλκής εποχής (4η – αρχές 3ης χιλιετίας π.Χ.).
Πηγές-Βιβλιογραφία: CADN, Constantinople, A, vol. 59, f. 365v-366· Lapie 1822· HOA, Lero· Οικονομόπουλος 1888, 19· Bürchner 1898, 5, 25· IGM, Lero· ICS 1939, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 228· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 220· ΓΥΣ, Λέρος· Σαμάρκος 1974, 19· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 301· Σάμψων 1987, 109-111· Δρελιώση 1994α, 798· Σκανδαλίδης 1994, 37-38, 177· Γιαγκάκης 1997, 5· Γεροζήσης 1998, 149, 152· Σίμωσι 1998β, 1031-1032· Θεοδώρου 2005, 201-202· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 13, 17· Παραπονιάρης 2016, 61· Μαρκέτου 2023, 54.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΝΑΫΔΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ

Θέση: Γούρνα.
Διαστάσεις: μήκος βόρειας και νότιας πλευράς: περ. 9 μ., μήκος ανατολικής και δυτικής πλευράς: περ. 6,50 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος τοίχων: περ. 0,50 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Κατά το μέσον της νησίδας Γούρνα διατηρούνται σε ερειπιώδη κατάσταση τα κατάλοιπα ορθογώνιου μονόχωρου ναϋδρίου με ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά, η οποία προβάλλει ελαφρώς από τον όγκο του κυρίως κτίσματος.

Στο εσωτερικό του ιερού βήματος διατηρείται κτιστό σύνθρονο, πλάτους περίπου 0,50 μ., το οποίο ακολουθεί το ημικυκλικό περίγραμμα της αψίδας. Ένας τουλάχιστον κτιστός αναβαθμός, πλάτους περίπου 0,25 μ., περιτρέχει την παρειά του σύνθρονου. Η τοιχοποιία είναι κατασκευασμένη από αργούς τοπικούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους, ενώ κατά τόπους παρατηρείται η χρήση θραυσμάτων πήλινων αγγείων και κεραμίδων ως βυσμάτων.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Η τοιχοποιία και η μορφολογία της αψίδας και του σύνθρονου παραπέμπουν σε ναό της Πρωτοβυζαντινής περιόδου. Μάλιστα, η ύπαρξη σύνθρονου, στοιχείο συνδεδεμένο με επισκοπικούς ή ενοριακούς ναούς, υποδηλώνει τη σημασία του κτίσματος στο πλαίσιο μιας οργανωμένης χριστιανικής κοινότητας, η παρουσία της οποίας μαρτυρείται ήδη στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Παρθενίου και γενικότερα στη Λέρο (βλ. λήμμα «Κτιριακό συγκρότημα» στη νησίδα Αρχάγγελος).
Το ναΰδριο που υπήρχε στη νησίδα Γούρνα, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Χριστόφορο. Αξίζει να προστεθεί, τέλος, ότι, κατά τα τελευταία χρόνια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), η νησίδα – άρα και το ερειπωμένο ναϋδριο – αποτελούσε στόχο των ιταλικών αεροπλάνων της βάσης του Λακκιού κατά τη διάρκεια των ασκήσεών τους και βομβαρδιζόταν «δήθεν ότι ήταν βαπόρια».
Χρονολόγηση: 6ος-7ος αιώνας μ.Χ.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Παραπονιάρης 2016, 61· προφορική μαρτυρία του πρωτοπρεσβύτερου π. Νικοδήμου Φωκά, αρχιερατικού επιτρόπου Λέρου (για τη σχετική προφορική παράδοση).
Συντάκτης: Β.Σ.
