Νερονήσι (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Το Νερονήσι ή Νερό/Νερά (ή και Μακρονήσι, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, «επειδή ήταν πιο μακρύ από τα άλλα» νησάκια του Αγαθονησίου) βρίσκεται στα βορειοανατολικά του όρμου Καθολικό, από τις ακτές του οποίου χωρίζεται με στενό και αβαθές πέρασμα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου του Αγαθονησίου με εμβαδόν 0,438 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 4,082 χλμ.

Ο οθωμανικός πορτολάνος του Πιρί Ρεΐς (1465-1553), αλλά και άλλοι, γαλλικοί, μεταγενέστεροι, δίνοντας οδηγίες για την αγκυροβόληση στο Καθολικό, περιγράφουν και απεικονίζουν το Νερονήσι, χωρίς όμως να το κατονομάζουν. Από τους χάρτες της ίδιας εποχής αξίζει να μνημονευθεί το χειρόγραφο σχέδιο του πολύνησου του Αγαθονησίου (Plan des Isles Gatonissy) του Γάλλου Jean-Joseph Verguin, το οποίο χρονολογείται το 1735 και απεικονίζει σχηματικά και το Νερονήσι. Πάντως, η παλαιότερη ακριβής αποτύπωση της νησίδας, όπως και η παλαιότερη αναγραφή του ονόματός της (Nero), εντοπίζεται, λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, σε βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες.

Νερονήσι. Η ευρύτερη περιοχή της προβλήτας.

Aξίζει να παρατηρηθεί ότι στους ίδιους χάρτες σημειώνεται η ύπαρξη πηγαδιού στο νοτιοδυτικό τμήμα του Νερονησιού, στα ανατολικά της σύγχρονης προβλήτας. Αργότερα, ο Ιταλός γεωλόγος Ardito Desio, ο οποίος πραγματοποίησε έρευνες στην ευρύτερη περιοχή το 1924, μας διευκρινίζει ότι πρόκειται για πηγή υφάλμυρου ύδατος, στην οποία οφείλεται και η ονομασία του Νερονησιού.

Ο Francesco Cicarone, διοικητής του σταθμού καραμπινιέρων της Πάτμου, ανέφερε το 1928 στις ιταλικές αρχές της Λέρου ότι από την οθωμανική περίοδο το Αγαθονήσι χωριζόταν σε δύο τμήματα (due parti murate), το δυτικό και το ανατολικό, το καθένα από τα οποία είχε το δικό του οικιστικό κέντρο (Μικρό Χωριό και Μεγάλο Χωριό αντίστοιχα). Κατά ανάλογο τρόπο, όπως έγραφε ο ίδιος, μοιράζονταν και οι γειτονικές νησίδες: Το Νερονήσι, το Ψαθονήσι (Πράσο), η Στρογγυλή, η Πίτα και το Κουνελονήσι υπάγονταν στο δυτικό τμήμα, ενώ το Κατσαγάνι και η Ξέρα Κατσαγανιού (Κατσαγανάκι) στο ανατολικό τμήμα. Εντούτοις, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γηραιότερου σήμερα κατοίκου του Αγαθονησίου Μιχάλη Κόττορου, το Νερονήσι, η Στρογγυλή και τα Κατσαγάνια ανήκαν στο Μεγάλο Χωριό (ανατολικό τμήμα), ενώ η Πίτα και το Κουνελονήσι στο Μικρό Χωριό (δυτικό τμήμα), πράγμα που γεωγραφικά φαίνεται ορθότερο. Κάθε τμήμα αποτελούσε αντικείμενο υπεκμίσθωσης (μέχρι το 1928) και στη συνέχεια μίσθωσης (τουλάχιστον μέχρι το 1934, αν όχι μέχρι το τέλος της ιταλικής κατοχής) από τις αρχές της Λέρου. Όσον αφορά το ανατολικό τμήμα στο οποίο υπαγόταν το Νερονήσι, αρχικά υπεκμισθωτής και στη συνέχεια μισθωτής του ήταν ο Μιχάλης Κανέλλης του Ιωάννη. Αργότερα, μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), το Νερονήσι, όπως και καθεμία από τις προαναφερόμενες νησίδες, ενοικιαζόταν κάθε Οκτώβριο σε κατοίκους αρχικά από τις δημοτικές αρχές της Πάτμου και, μετά την αναγνώριση του Αγαθονησίου ως ιδιαίτερης κοινότητας (1954), από τις κοινοτικές αρχές.

Νερονήσι. Το ύψωμα στα ανατολικά της προβλήτας. Στο κέντρο της εικόνας διακρίνονται τα κατάλοιπα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων.

O Βρετανός αρχαιολόγος John Myres αναφέρει ότι οι νησίδες Νερονήσι, Στρογγυλή, Πίτα και Κουνελονήσι χρησιμοποιούνταν συγκεκριμένα ως βοσκότοποι κατά τους θερινούς μήνες. Ακριβέστερα, όπως μας εξηγεί ο Μ. Κόττορος, οι μισθωτές πήγαιναν εκεί τα μικρά πρόβατα που ήθελαν να “αποκόψουν” από τις μάνες τους· τότε οι νησίδες ήταν “φορτωμένες” με τροφή για τα ζώα (αγγέλαμο, κάππαρη), ενώ παράλληλα σπέρνονταν με κριθάρι και σιτάρι (κυρίως κριθάρι, επειδή «το σήκωνε καλύτερα η αρμύρα»). Ας προστεθεί ότι στο Νερονήσι διακρίνονται σήμερα κατάλοιπα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων (μάντρας) προς την κορυφή του υψώματος ανατολικά της προβλήτας.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι οι πηγές μας πληροφορούν για το ναυάγιο ενός ελληνικού αλιευτικού σκάφους το 1935 στις ανατολικές ακτές του Νερονησιού, από το οποίο σώθηκαν μόνο τρία από τα οκτώ μέλη του πληρώματος. Πιο συγκεκριμένα, το μηχανοκίνητο ιστιοφόρο Κατερίνα, που ψάρευε παράνομα στην περιοχή, προσέκρουσε τότε στα βράχια της νησίδας και βυθίστηκε σε απόσταση περίπου 200 μ. από αυτήν· το πλοίο ήταν νηολόγημενο στον Πειραιά και ανήκε στον Μικρασιάτη Νικόλα Ορφανό, κάτοικο Τηγανίου (Πυθαγορείου) Σάμου.

Πηγές-Βιβλιογραφία: ANF, Marine, 3JJ, 220, no. 10, 3· CADN, Constantinople, A, vol. 59, f. 370v-371r· BNF, Cartes et plans, GE D-16635· ANF, Marine, 3JJ, 221, no. 7 (n. 48)· HOA, Patmos· Κοτσοβίλλης 1899, 388-389· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 29.07.1923· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 20.03.1928, 04.08.1928, 31.08.1928· IGM, Gaidaro· Desio 1931, 47-49· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1935, φάκ. 654, τμ. 1/1· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 569, 571-572· ICS 1939, 181· Myres 1943, 119· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 280· Σκανδαλίδης 1994, 25, 28, 125· Γιαγκάκης 1997, 24· Λούπης 1999, 228-230· Κόττορος 2018, 20-22, 24-26.

Συντάκτης: Γ.Κ.