Φαρμακονήσι. Το πλάτωμα στο νότιο τμήμα της νησίδας, όπου και ο παλαιός οικισμός. Πανοραμική άποψη από τα νότια.

Το Φαρμακονήσι ή Φαρμάκω βρίσκεται στα ανατολικά των Λειψών και στα βορειοανατολικά της Λέρου, στην οποία και υπάγεται διοικητικά. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 3,866 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 12,749 χλμ.

Τις αρχαιότερες ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας στο Φαρμακονήσι αποτελούν εργαλεία από οψιανό της Μήλου (σμίλη, στέλεχος δρεπανιού, λεπιδόμορφη φολίδα κ.ά.), τα οποία ανευρέθηκαν επιφανειακά και ανάγονται στην Τελική Νεολιθική/Πρωτοχαλκή εποχή (περ. 4500-3200/3000 π.Χ.). Παράλληλα, τα εργαλεία αυτά εντάσσουν τη νησίδα στον καλούμενο «δρόμο του οψιανού» και μάλιστα στο επίκεντρό του, δηλ. μεταξύ του κόλπου των Διδύμων, της Τειχιούσσας και της Ιασού στις μικρασιατικές ακτές και το κεντρικό Αιγαίο. Ο «δρόμος», με πρώτο πιθανό πέρασμα το Φαρμακονήσι και με ενδιάμεσους σταθμούς τις νησίδες Λέβιθα, Κίναρο και Λιάδια, οδηγούσε στην Αμοργό, την Κέρο, τη Σχοινούσα, την Ηρακλειά, την Ίο, τη Σίκινο, τη Φολέγανδρο, για να καταλήξει στις άφθονες πηγές του οψιανού στη Μήλο, η εκλεκτή ποιότητα του οποίου εξασφάλιζε οπωσδήποτε καλύτερη θραύση για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων από τον συνήθως πιο εύθρυπτο οψιανό του πλησιέστερου στη Λέρο Γυαλιού της Νισύρου, τεμάχια του οποίου έχουν επίσης εντοπιστεί στο Φαρμακονήσι. Τη σημασία του Φαρμακονησίου για την επικοινωνία ανάμεσα στη Μικρά Ασία και το Αιγαίο, που συνεχίστηκε και κατά τη Μεσοχαλκή/Υστεροχαλκή Ι περίοδο (περ. 1650/1600 π.Χ.), φανερώνει και τοίχωμα κλειστού αγγείου με γραπτή διακόσμηση λευκής σπείρας τεχνικής “ανοικτού σε σκοτεινό”, πιθανότατα εργαστηρίου της Κω, με μεγάλη διάδοση στο Αιγαίο και στα απέναντι μικρασιατικά παράλια (Μίλητος, Ιασός, Τειχιούσσα, Κνίδος).

Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες από το Φαρμακονήσι στους ιστορικούς χρόνους είναι επίσης περιορισμένες. Στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, δυτικά του ναϋδρίου του Αγίου Γεωργίου, διατηρούνται τα κατάλοιπα ελεύθερα ισταμένου πύργου και παρακείμενου ταφικού περιβόλου, δηλ. ενός συνόλου που μπορεί να υποδηλώνει τη συγκρότηση μονιμότερου οικιστικού πυρήνα στη νησίδα από το α΄ ήμισυ του 3ου αι. π.Χ., ίσως σε συνάρτηση με μία προσπάθεια εντατικοποίησης της γεωργίας και της εκμετάλλευσης της γης, η οποία διαπιστώνεται την περίοδο αυτή σε αρκετές θέσεις της Μιλησιακής επικράτειας, τόσο στην ύπαιθρο χώρα της Μιλήτου (Θήβες στη Μυκάλη, πλάτωμα «Στεφανιών»–Άκρον) όσο και στα νησιά (Λάδη, Λέρος, Αγαθονήσι, Αρκιοί, Αγρελούσα). Στην εποχή αυτή πιθανώς ανήκουν και ορισμένες υποτυπώδεις λαξευτές στον βράχο εγκαταστάσεις στη βόρεια ακτή του μυχού του όρμου των Θόλων, ο οποίος αποτελεί και το μοναδικό φυσικό αγκυροβόλιο της νησίδας.

Φαρμακονήσι. Άποψη του όρμου των Θόλων από τα νότια. Στα βόρεια του μυχού του διακρίνεται το ερειπωμένο κτίσμα των Θόλων.

Εντονότερη οικοδομική δραστηριότητα διαπιστώνεται στο Φαρμακονήσι κατά την ύστερη αρχαιότητα και την πρωτοβυζαντινή περίοδο (4ος-7ος αι.). Στην εποχή αυτή εντάσσεται πιθανότατα το προγενέστερο ναΰδριο στη θέση του Αγ. Γεωργίου, η θεμελίωση του οποίου είναι ακόμη ορατή κυρίως στην ανατολική και βόρεια πλευρά της σημερινής εκκλησίας. Παράλληλα, στην ίδια εποχή φαίνεται να διαμορφώνεται σε οργανωμένο αγκυροβόλιο ο όρμος των Θόλων, καθώς στον 7ο αι. μ.Χ. οικοδομείται εκεί το επιβλητικό ομώνυμο οικοδόμημα αποθηκών, σε συνδυασμό ίσως με την οικοδόμηση επιπλέον εγκαταστάσεων στην ακτή του όρμου, κατάλοιπα των οποίων διατηρούνται αποσπασματικά. Η αρχαιολογική σκιαγράφηση του Φαρμακονησίου ολοκληρώνεται στα τέλη της μεσοβυζαντινής περιόδου (11ος/12ος αι. μ.Χ.) με τα κατάλοιπα ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (;) στη θέση Μιλιανού, μνημείου ιδιαίτερης βαρύτητας για την ιστορία της νησίδας, καθώς η παρουσία και η ταύτισή του συμπληρώνει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα των πηγών για τη σύνδεση του Φαρμακονησίου με την Πάτμο και τη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Η σημερινή ονομασία του Φαρμακονησίου διατηρεί τη ρίζα της αρχαίας ονομασίας του (Φαρμακοῦσσα), η οποία προέρχεται πιθανώς από κάποιο βότανο με θεραπευτικές ή βλαπτικές ιδιότητες που φυόταν εκεί και το οποίο, όπως δηλώνει το περιεκτικό επίθημα “-οῦσσα”, αφθονούσε στη νησίδα. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι o λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης διατυπώνει στο έργο του (π. 1935) μια διαφορετική ερμηνεία: «Ἡ κλῆσις τῆς νησίδος Φαρμάκω, φαίνεται ἡμῖν προελθοῦσα ἐκ τῶν ἐμφωλευόντων ἐν αὐτῇ ἰοβόλων ἀκοντίων δικεφάλων ὄφεων [sic], τῶν ἀποκαλουμένων τυφλιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν ὥραις καυστικαῖς τοῦ θέρους ἐξακοντίζονται ἐπί τε τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ζῴων, δάκνοντες τούτους»· και προς επίρρωση της ερμηνείας του, ο Γ. Σμυρνάκης παραθέτει τη μαρτυρία ενός ηλικιωμένου βοσκού που από την παιδική ηλικία του είχε ζήσει στο Φαρμακονήσι και ο οποίος του είχε πει ότι, λόγω των δαγκωμάτων αυτών των ερπετών, οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να βαδίσουν ανυπόδητοι. Πάντως, το όνομα Φαρμακούσσα και, κατά συνέπεια, τα νεότερα ομόρριζα ονόματα (Φαρμάκω, Φαρμακονήσι) δεν μπορούν να θεωρηθούν παρετυμολογίες της βενετικής λέξης formiga (: μυρμήγκι), όπως υποστηρίζει ο Νισύριος λόγιος Μιχάλης Σκανδαλίδης, αφού ήδη στην αρχαιότητα η νησίδα έφερε το όνομα Φαρμακούσσα.

Πράγματι, οι παλαιότερες μνείες του Φαρμακονησίου εντοπίζονται σε έργα της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., στο έργο Historia Naturalis του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, η Φαρμακούσσα (Pharmacusa) απαριθμείται μεταξύ των νησιών του Αιγαίου που τότε αποκαλούνταν “Σποράδες”. Στα τέλη του ίδιου αιώνα ή στις αρχές του επόμενου, ο Πλούταρχος και ο Σουητώνιος, εξιστορώντας τον βίο του Ιουλίου Καίσαρα, μνημονεύουν επίσης τη νησίδα (ως Φαρμακοῦσσα και Pharmacussa αντίστοιχα), καθώς το 74/73 π.Χ. υπήρξε τόπος αιχμαλωσίας του Ιουλίου Καίσαρα από πειρατές της Κιλικίας. Αξίζει να παρατηρηθεί εδώ ότι έκτοτε η νησίδα έγινε ευρέως γνωστή, αφού το περιστατικό αυτό αποτελεί μία από τις ελάχιστες πληροφορίες που αναφέρονται για το Φαρμακονήσι μέχρι σήμερα. Κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., μνεία της Φαρμακούσσας εντοπίζεται επίσης στον Σταδιασμό, έργο ανώνυμου συγγραφέα στο οποίο καταγράφονται αποστάσεις και οδηγίες πλεύσης στη Μεσόγειο· ακριβέστερα στο έργο αυτό σημειώνεται ότι η νησίδα απέχει 120 στάδια από τη Μίλητο. Επίσης, ο Στέφανος Βυζάντιος, στο γεωγραφικό λεξικό που συνέταξε τον 6ο αιώνα μ.Χ., μας πληροφορεί ότι, πέρα από δύο νήσους κοντά στη Σαλαμίνα που έφεραν τότε το όνομα Φαρμακούσσαι, υπήρχε και μία άλλη «ὑπὲρ Μίλητον», στην οποία μάλιστα απεβίωσε ο Άτταλος, γαμπρός του Παρμενίωνα.

Κατά τους επόμενους αιώνες, συγκεκριμένα τον 11ο και τον 13ο αιώνα, το Φαρμακονήσι μνημονεύεται σε βυζαντινά έγγραφα ως (η) Φάρμακος/Φαρμακός. Η ίδια ονομασία απαντά εκλατινισμένη (Pharmacus) στο έργο Liber Insularum Archipelagi του μοναχού Cristoforo Buondelmonti, ο οποίος καταγόταν από τη Φλωρεντία και έζησε στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα. Κατά τα νεότερα χρόνια, το Φαρμακονήσι αναφέρεται στις ελληνικές πηγές ως Φαρμάκο/Φαρμάκω (γεν. Φαρμάκου), ονομασία που αποδίδεται στις ξένες πηγές άλλες φορές ορθά (Farmaco, Farmako, Pharmaco, Pharmako) και άλλες φορές παραφθαρμένη (Fermaco, Formaco, Fornica, Fornigue). Τόσο στις ελληνικές όσο και στις ξένες πηγές παρατίθεται συχνά και η αρχαία ονομασία της νησίδας (Φαρμακούσα, Pharmacusa, Pharmacuse, Pharmacussa), μερικές φορές παραφθαρμένη και αυτή (Fermacusa). Πάντως, οι παλαιότερες αναγραφές της ονομασίας Φαρμακονήσι (Pharmakonisi) εντοπίζονται στα τέλη του 19ου αιώνα, στον άτλαντα του Ρώσου ιστοριοδίφη Ιβάν Πετρώφ (1886) και σε χάρτη του Πρώσου γεωγράφου Heinrich Kiepert (1890).

Κατά τα πρώιμα νεότερα χρόνια (16ος-αρχές 18ου αι.), ταξιδιωτικά κείμενα, όπως εκείνο του εμβριθή Γάλλου φυσιοδίφη Pierre Belon, καθώς και νησολόγια, επισημαίνουν ότι το Φαρμακονήσι ήταν τότε ακατοίκητο, ενώ γαλλικοί πορτολάνοι προσθέτουν ότι δεν διέθετε αγκυροβόλιο.

Εντούτοις, ο οθωμανικός πορτολάνος του Πιρί Ρεΐς (1465-1553) αναφέρει ότι σε ένα σημείο που βλέπει στα νοτιοανατολικά «βρίσκεται ένα ερειπωμένο κτίσμα, μπροστά από το οποίο ρίχνουν άγκυρα» και ότι αυτό ήταν το μοναδικό αγκυροβόλιο της νησίδας, καθώς οπουδήποτε αλλού τα νερά είναι ρηχά. Πρόκειται ασφαλώς για τον όρμο των Θόλων, των οποίων τα ερείπια δεσπόζουν ακόμη εκεί στα βόρεια του μυχού του.

Φαρμακονήσι. Η “Φαρμακότρυπα” στο νότιο τμήμα της νησίδας.

Το ίδιο κείμενο μας πληροφορεί επιπλέον για τη δυνατότητα εφοδιασμού των διερχομένων με πόσιμο νερό: «στο νοτιοανατολικό ακρωτήρι [Άκρα Ψαλίδι], σε απόσταση ένα παλαμάρι μέσα στη στεριά, ανάμεσα στις καλαμιές υπάρχει μια τρύπα στο βράχο. Εκεί μπαίνουν με κερί και παίρνουν νερό». Ο Ιταλός γεωλόγος Ardito Desio, ο οποίος στον 20ό αιώνα (1924) πραγματοποίησε έρευνες στην ευρύτερη περιοχή, μας διευκρινίζει ότι στη νησίδα υπάρχουν μόνο μερικά πηγάδια υφάλμυρου ύδατος κοντά στον μυχό του όρμου Βλυχάδα (εξ ου και το τοπωνύμιο: βλυχός, γλυφός), ο οποίος όντως βρίσκεται πριν από την Άκρα Ψαλίδι.

Η απουσία ασφαλούς όρμου, όπως διαπίστωσε ο Ιταλός στατιστικολόγος Livio Livi που επισκέφθηκε το Φαρμακονήσι (1938), δεν καθιστούσε τη νησίδα κατάλληλη για αγκυροβόλημα εμπορικών ή αλιευτικών πλοίων. Ωστόσο, ο Livi παρατήρησε ότι η νησίδα, λόγω του ήπιου ανάγλυφού της και της πολύ εύφορης γης της, θα μπορούσε να εξασφαλίσει, με τη γεωργική αξιοποίησή της, επαρκείς πόρους για τη διαβίωση μερικών δεκάδων κατοίκων.

Φαρμακονήσι. Κατάλοιπα αρχαίου πύργου στο μέσον της νησίδας. Μερική άποψη από τα δυτικά.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, ακριβέστερα μεταξύ των ετών 1081 και 1087, από αυτοκρατορικά έγγραφα συνάγεται : (α) ότι ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός είχε δωρίσει τη νησίδα, μαζί με τη Λέρο και τους Λειψούς, στη μονή του Παντεπόπτου Σωτήρος της Κωνσταντινούπολης, η οποία ιδρύθηκε από την Άννα Δαλασσηνή, τη μητέρα του αυτοκράτορα· (β) και ότι έπειτα η Α. Δαλασσηνή παραχώρησε τις νησιωτικές αυτές μοναστηριακές κτήσεις στο Σεκρέτο του Μυρελαίου, μια ημικρατική υπηρεσία που είχε ιδρυθεί στα μέσα του ίδιου αιώνα. Αργότερα, το 1263, σε ένα γράμμα του απογραφέα Λέοντος Εσκαμματισμένου, το Φαρμακονήσι μνημονεύεται μεταξύ των κτήσεων της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου. Δεν αποκλείεται το Φαρμακονήσι να περιήλθε στη μονή Πάτμου ήδη από τον 11ο αιώνα (1087-1088), όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ παραχώρησε στον όσιο Χριστόδουλο, κτήτορα της μονής, γειτονικά νησιά και νησίδες.

Φαρμακονήσι. Κατάλοιπα βυζαντινού ναού, πιθανώς αφιερωμένου στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, στον παλαιό οικισμό. Μερική άποψη από τα ανατολικά.

Στη βυζαντινή περίοδο μάλλον αναφέρεται και ο Alain-Manesson Mallet, όταν γράφει στο νησολόγιό του (1683) ότι το Φαρμακονήσι «κατοικήθηκε από Έλληνες μοναχούς που εγκαταστάθηκαν εκεί κτίζοντας ένα μικρό μοναστήρι, το οποίο οι Τούρκοι (ενν. μουσουλμάνοι πειρατές ή κουρσάροι) κατέστρεψαν, εκδιώκοντάς τους μάλιστα από αυτό το νησί, που έμεινε πλέον αναξιοποίητο». Την ύπαρξη ερειπωμένου «στενού ναού με μερικά προσαρτημένα δωμάτια» (un angusto Tempio ad alcune stanze attaccato), ο οποίος είχε κτιστεί από ορθόδοξους μοναχούς (Religiosi Greci) με υλικό αρχαίων κτιρίων σε δεύτερη χρήση, καθώς και την ερήμωση της νησίδας λόγω πειρατικών επιδρομών, περιγράφει και ο Ναπολιτάνος Francesco Piacenza στο δικό του νησολόγιο (1688). Οι δύο αυτοί συγγραφείς πιθανώς μεταφέρουν στα νησολόγιά τους τις παραδόσεις της εποχής τους αναφορικά με το Φαρμακονήσι. Από τις ίδιες παραδόσεις φαίνεται να πηγάζει και μια προφορική μαρτυρία που καταγράφηκε το 2025 στο γειτονικό Αγαθονήσι· συγκεκριμένα, ο Μιχάλης Κόττορος, ο γηραιότερος κατοίκος του Αγαθονησίου, στην περιγραφή των καταλοίπων του βυζαντινού ναού που σώζονται σήμερα στο Φαρμακονήσι, αναγνώρισε την ύπαρξη εκεί παλαιάς εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Πάντως, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, σύμφωνα με τον C. Buondelmonti, το Φαρμακονήσι, όπως και το Αγαθονήσι, αποτελούσαν συχνά τόπους συνάντησης μουσουλμάνων πειρατών για τον σχεδιασμό των καταδρομικών επιχειρήσεών τους. Ας προστεθεί ότι, γύρω στο 1485, ο Βενετός ναυτικός Bartolommeo dalli Sonetti παρουσιάζει τα ίδια νησιά στο νησολόγιό του επίσης ως κρησφύγετα μουσουλμάνων κουρσάρων.

Αλλ’ όμως στο Φαρμακονήσι δεν προσέγγιζαν μόνο μουσουλμάνοι κουρσάροι ή πειρατές: Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο Iσπανός Alonso de Contreras, εξιστορώντας τις περιπέτειές του στο Αιγαίο, γράφει ότι είχε πάει σε ένα έρημο νησί που ονομαζόταν Φαρμάκω (Formacon), για να μοιράσει στο πλήρωμά του τις κουρσάρικες λείες τους, τις οποίες αποτελούσαν δαμάσκα (υφάσματα) και χρήματα· μάλιστα, για την ασφάλειά τους, για να μη δεχθούν εκεί επίθεση από κάποια οθωμανική γαλέρα (όπως και έγινε εντέλει), είχε στείλει τρεις άνδρες στα υψώματα της νησίδας για να ελέγχουν τόσο τις γειτονικές ηπειρωτικές ακτές όσο και την ανοιχτή θάλασσα.

Αργότερα, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και ιδιαίτερα πριν και μετά από τη ναυμαχία του Γέροντα (10.09.1824 ν.η.), τα σωζόμενα ημερολόγια καταστρώματος πλοίων του ελληνικού στόλου μας πληροφορούν για τη συχνή παρουσία ελληνικών πολεμικών πλοίων στη θαλάσσια περιοχή του Φαρμακονησίου.

Παρ’ όλα αυτά, ήδη από τον 18ο αιώνα, οι μοναχοί της Πάτμου αξιοποιούσαν και πάλι οικονομικά το Φαρμακονήσι, αφού σε έναν μοναστηριακό κώδικα καταγράφονται έσοδα «ἀπὸ τυρὶ τῆς Φαρμάκου» και έξοδα για το «ναῦλον εἰς τὴν Φαρμάκον» κάποιου διάκου Ιωάννη, ο οποίος ασφαλώς είχε μεταβεί στη νησίδα για υπόθεση της Μονής. Ωστόσο, κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και συγκεκριμένα το 1828, όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει ότι, ενώ η Φαρμάκω είχε δωρηθεί στη Μονή από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, την “κατακρατούσε” τότε η κοινότητα της Λέρου. Πράγματι, όπως μαρτυρούν πράξεις καταχωρισμένες σε κώδικα του δήμου Λέρου του 19ου αιώνα, το Φαρμακονήσι εκμισθωνόταν από τον Δήμο σε ιδιώτες μετά από δημοπρασία· ενδεικτικά, το 1868 οι δημοτικές αρχές της Λέρου παραχώρησαν στον ενοικιαστή το δικαίωμα «διὰ νὰ μεταφέρῃ ζῶα» στη νησίδα για τέσσερα έτη (16.07.1868-15.07.1872) με ετήσιο μίσθωμα 1.360 γρόσια. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα σχετικά συμβόλαια απάλλασσαν τον ενοικιαστή από την καταβολή μερικών δημοτικών δικαιωμάτων για τα ζώα και για τα προϊόντα του (δικαίωμα της “αποδεκατώσεως”, δικαίωμα υπέρ της ελληνικής σχολής της Λέρου) και, επίσης, ότι του απαγόρευαν να βάλει φωτιά στις δασικές εκτάσεις της Φαρμάκου.

Φαρμακονήσι. Τοπίο στο νότιο τμήμα της νησίδας.

Αργότερα, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), το Φαρμακονήσι εκμισθωνόταν σε τακτά διαστήματα από τις ιταλικές αρχές της Λέρου σε ιδιώτες· ενδεικτικά, το 1937 μισθωτής της νησίδας ήταν ο Νικόλας Μελιανός και κατέβαλλε ετησίως 1.650 ιταλικές λίρες. Το ίδιο πρόσωπο φαίνεται να ήταν μισθωτής του Φαρμακονησίου από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, αφού ο ποιμένας Ν. Αιμιλιανός (sic) αναφέρεται ότι ανοικοδόμησε το 1921 το ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου επάνω στα ερείπια παλαιότερου. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του Μ. Κόττορου, το ναΰδριο λειτουργούσε δύο φορές τον χρόνο, όταν μετέβαινε εκεί μετά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ο εφημέριος του Αγαθονησίου.

Φαρμακονήσι. Το ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου στο μέσον της νησίδας. Άποψη από τα βόρεια.

Ακόμη και στις περιόδους κατά τις οποίες το Φαρμακονήσι παρουσιάζεται στις πηγές ως ακατοίκητο, όπως εύλογα υποθέτει ο L. Livi, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί η εποχιακή κατοίκησή του από κτηνοτρόφους. Πάντως, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, ένας βοσκός από την Πάτμο εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί με την οικογένειά του, σύμφωνα με όσα άκουσε αργότερα (1938) ο Ιταλός στατιστικολόγος από τους απογόνους του βοσκού που κατοικούσαν στη νησίδα.

Φαρμακονήσι. Άποψη του παλαιού οικισμού από τα βόρεια.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ζούσαν εκεί πλέον δύο ή τρεις οικογένειες (περίπου δέκα άτομα), οι οποίες όμως αναφέρεται ότι κατάγονταν από τη Λέρο. Οι κατοικίες τους, που αποτελούνταν από ένα δωμάτιο και ήταν από λιθοδομή, επιχρισμένες εσωτερικά και εξωτερικά, βρίσκονταν προς το νότιο τμήμα του Φαρμακονησίου και συγκροτούσαν έναν οικισμό που έφερε το όνομα του γενάρχη των οικογενειών (Μιλιανού/Αιμιλιανού/Μελιανού).

Φαρμακονήσι. Κατάλοιπα αλωνιού κοντά στον παλαιό οικισμό. Άποψη από τα βόρεια.

Οι οικογένειες αυτές, όπως διαπίστωσε ο Livi, ασκούσαν την κτηνοτροφία και τη γεωργία με απαρχαιωμένες μεθόδους. Συγκεκριμένα, το 1938 εξέτρεφαν 100 αιγοπρόβατα και 3 βοειδή και καλλιεργούσαν κριθάρι και σιτάρι σε περίπου δέκα εκτάρια. Απόγονοι και συγγενείς του Μελιανού ζούσαν στο Φαρμακονήσι μέχρι τη δεκαετία του 1960. Την επόμενη δεκαετία, η νησίδα μισθώθηκε από τον κτηνοτρόφο Αντώνιο Θεοφίλου Πιζάνια από την Κάλυμνο. Ας προστεθεί ότι το 2000 οι αναβαθμιδωμένες εκτάσεις της νησίδας υπολογίζονταν σε 577 στρέμματα.

Φαρμακονήσι. Δεξαμενή κοντά στους Θόλους.

To πόσιμο νερό εξασφαλιζόταν με δεξαμενές συλλογής ομβρίων υδάτων. Ο Γ. Σμυρνάκης κάνει λόγο (π. 1935) για μία δεξαμενή «μετὰ προαυλίου» κοντά στους Θόλους και για μία άλλη ερειπωμένη προς τα νότια.

Από τη δεκαετία του 1920, αν όχι νωρίτερα, το Φαρμακονήσι παρήγε επίσης ασβέστη που εξαγόταν στη Λέρο· αδιάψευστους μάρτυρες αποτελούν σήμερα τα διάσπαρτα στη νησίδα κατάλοιπα ασβεστοκάμινων.

Φαρμακονήσι. Κατάλοιπα ασβεστοκάμινου στο νότιο τμήμα της νησίδας.

Οι κέδροι, οι φίδες, οι σχίνοι, όπως και άλλα είδη θάμνων που φύονται στο Φαρμακονήσι, δεν αποτελούσαν μόνο καύσιμη ύλη για τα ασβεστοκάμινα, αλλά επίσης τροφοδοτούσαν με ξυλεία και τους κατοίκους του γειτονικού Αγαθονησίου τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1940, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του Μ. Κόττορου. Επιπλέον, κατά τον ίδιο πληροφορητή, οι Αγαθονησιώτες αλίευαν μεγαλύτερες ποσότητες χταποδιών στις ακτές του Φαρμακονησίου («μια μέρα δουλειάς εκεί, ήταν μια εβδομάδα δουλειάς στο Αγαθονήσι»). Ας σημειωθεί ότι η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή περιγράφεται ως ψαρότοπος ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, στο γεωγραφικό εγχειρίδιο του Γεωργίου Α. Μάνου (1826). Άλλωστε, καθώς οι κάτοικοι δεν διέθεταν κάποιο μέσο μεταφοράς, χρησιμοποιούσαν τα διερχόμενα αλιευτικά πλοία «για τις σπάνιες επαφές τους με τη Λέρο ή την Κάλυμνο», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο L. Livi. Η απουσία τακτικής επικοινωνίας του Φαρμακονησίου με τα πλησιέστερα νησιά, εξάλλου, όπως ο Ιταλός στατιστικολόγος πληροφορήθηκε εκεί το 1938, είχε αναγκάσει μερικούς νέους και ηλικιωμένους κατοίκους του να το εγκαταλείψουν και να εγκατασταθούν στους Λειψούς και σε άλλα γειτονικά νησιά, οι νέοι προς αναζήτηση συντρόφου για γάμο και οι ηλικιωμένοι από ανάγκη για βοήθεια και φροντίδα.

Παρά την παρουσία μόνιμων κατοίκων, το Φαρμακονήσι δεν έπαψε να αποτελεί «κρησφύγετον διαφόρων λῃστῶν» μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όπως διαπιστώνει ο Γ. Σμυρνάκης στο έργο του, με βάση δύο “ιστορίες” εύρεσης στη νησίδα νομισματικών θησαυρών τις οποίες είχε ακούσει.

Φαρμακονήσι. Ένας κάτοικος μπροστά στους Θόλους το 1938 (Livi 1940, 75).

Συγκεκριμένα, ένας ηλικιωμένος βοσκός που, όταν ήταν νέος, είχε ζήσει στο Φαρμακονήσι, είχε αφηγηθεί στον λόγιο ιερομόναχο ότι το 1868 είδε τρεις “φουστανελοφόρους” να ξεθάβουν έναν λέβητα με χρυσά νομίσματα. Επίσης, ο Σμυρνάκης είχε ακούσει ότι Καλύμνιοι σπογγαλιείς είχαν αλιεύσει ένα χταπόδι στις ακτές της νησίδας, το οποίο είχε επάνω του κολλημένα χρυσά βενετικά νομίσματα. Αξίζει να προστεθεί ότι η παράδοση για το χταπόδι με τα χρυσά νομίσματα που αλιεύτηκε στο Φαρμακονήσι διασώζεται μέχρι τις μέρες μας (το 2025 καταγράφηκε στη Λέρο). Πράγματι, τα οθωμανικά αρχεία επιβεβαιώνουν την εύρεση θησαυρών χρυσών νομισμάτων και πιθανώς και άλλων αντικειμένων στη νησίδα κατά την ίδια περίοδο: Διοικητική αλληλογραφία των ετών 1888-1889 μας πληροφορεί ακριβέστερα για την προσπάθεια του οθωμανικού κράτους να κατασχέσει 120 χρυσά νομίσματα που είχαν βρει στο Φαρμακονήσι ανασκάπτοντας, μαζί με άλλες αρχαιότητες, ένας βοσκός και κάποιοι Καλύμνιοι, καθώς και για τη διεκδίκηση ευρέτρων από αυτούς.

Φαρμακονήσι. Η Σπηλιά στις βορειοανατολικές ακτές της νησίδας.

Οι παραδόσεις αυτές για θησαυρούς και για πειρατές στο Φαρμακονήσι φαίνεται να ενέπνευσαν και τον Καλύμνιο λογοτέχνη Γιάννη Μαγκλή, καθώς στο μυθιστόρημα Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου (α΄ έκδ.: 1953) η νησίδα αποτέλεσε το σκηνικό για τη μονομαχία των ηρώων του, των καπετάνιων Ζαφείρη από το Αϊβαλί και Κωνσταντή Δρένια από την Κάλυμνο. Άλλωστε, Έλληνες πειρατές (pirati greci) μαρτυρούνται να δρουν στην ευρύτερη περιοχή του Φαρμακονησίου επίσης κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων· μάλιστα το 1923 η δράση τους είχε αναγκάσει τις ιταλικές αρχές να στείλουν πολεμικά πλοία στην περιοχή για να την επιτηρούν. Ας προστεθεί ότι η ανάγκη επιτήρησης του Φαρμακονησίου επισημαίνεται σε μια ιταλική υπηρεσιακή έκθεση ήδη από το 1916, καθώς προσέγγιζαν τη νησίδα καΐκια με Έλληνες πρόσφυγες, προφανώς διωκόμενους από τους Νεότουρκους. Η ιταλική διοίκηση εγκατέστησε εντέλει εκεί ένα στρατιωτικό παρατηρητήριο (stazione di segnali o di avvistamento) λίγο πριν ή στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945), το οποίο πιθανότατα εγκαταλείφθηκε μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (03.09.1943). Μετά τη μάχη της Λέρου (26 Σεπτεμβρίου-16 Νοεμβρίου 1943), κατά την οποία ηττήθηκαν οι Συμμαχικές δυνάμεις από τους Γερμανούς, και μέχρι το τέλος του Πολέμου, απομνημονεύματα Ελλήνων μαρτυρούν ότι στο Φαρμακονήσι προωθούνταν μυστικά πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών από ένα δίκτυο Ελλήνων στην υπηρεσία των Συμμαχικών δυνάμεων.

Φαρμακονήσι. Άποψη του φανού από τα ανατολικά.

Μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, αναγνωρίζοντας τον κομβικό ρόλο του Φαρμακονησίου στη ναυσιπλοΐα, εγκατέστησε το 1957 αυτόματο φανό λευκών εκλάμψεων στην κορυφή του νότιου υψώματος (Παλιόμαντρα, 111 μ.) της νησίδας. Στους ελληνικούς φαροδείκτες ο πρώτος αυτός φανός περιγράφεται ως «μεταλλικὴ πυραμὶς μετ’ ἐξώστου».

Πηγές-Βιβλιογραφία: Pliny, Naturalis historia, 4.71· Πλούταρχος, Καίσαρ, 1.4-2.4· Suetonius, Divus Iulius, 4.1-2· Ανώνυμος, Σταδιασμός, 295· Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά, 658.22-659.2· Bartolommeo dalli Sonetti 1485, 78-79· Bordone 1547, f. 55v-56r· Belon 1588, 193· Manesson-Mallet 1683, II, 274-276· Piacenza 1688, 185-186· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 124, 157, 159-161, no. 5, 43 και no. 8, 95· Delisle 1707· Μελέτιος 1728, 489· ΜΙΘ, Α.Κ. 1004, φ.116v, 133v· Ρήγας 1797· ANF, Marine, 5JJ, 323, 30-31· Bondelmontius 1824, 107-108· ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 812· Mano 1826, 198-199· HOA, Samos Strait to Mandelyah Gulf· Lacroix 1853, 213· ΓΑΚ – Τμήμα Λέρου, ΑΒΕ 12, ΑΕΕ1.1, 2, 121· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 58· BOA, DH.MKT. 1306/519· BOA, DH.MKT. 1621/132· BOA, DH.MKT. 1642/115· BOA, DH.MKT. 1647/79· BOA, MF.MKT. 40/94· BOA, Y.MTV. 1306/819· Πετρώφ 1886· Kiepert 1890· Legrand 1897, 70· Contreras 1911, 67-71· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1917, φάκ. 8, τμ. 2/4, 21.02.1916· Santa Cruz 1918, 296-297· Myres 1920, 334· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 118 Π, τμ. 1/1 (116), 23.04.1923· Αλεξανδρής 1930, 74-75, 78-80· IGM, Farmaco· Desio 1931, 90-92· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Δ΄, 275-276 και τ. Ε΄, 603-605· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1937, φάκ. 549, 27.03.1937, 01.04.1937· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 220-221· Livi 1940, 71-79· Myres 1943, 119-120· Livi 1944, 182-184· Armao 1947, 269· Λιγνός 1949, 21· Armao 1951, 152-153· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 212· Υδρογραφική Υπηρεσία Β. Ν. 1957· Μαγκλής 1961, 214, 258-259· Φαροδείκτης 1970, 294-295· ΓΥΣ, Αγαθονήσιον· Levi – Fioravanzo 1972, 406· Βρανούση 1980, 42-44, 51-52, 157, 328, 333· Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου 1980, 191-193. 196· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 302-304· Δρελιώση 1994β, 798-799· Σκανδαλίδης 1994, 39-42, 127· Γιαγκάκης 1997, 26· Διβάνη – Κωνσταντοπούλου 1997, 279· Γεροζήσης 1998, 247-248, 430, 465, 504, 577-578· Ζαρίφης 1999, 136· Λούπης 1999, 229-230· Κρικρής 2000, 62, 77· Σκανδαλίδης 2001, 241· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005δ, 333-334· Σκανδαλίδης 2005, 498-500· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· Τριανταφυλλίδης 2006, 186 σημ. 56· Πισπιρίγκου 2012, 258· Πετανίδου 2015, 76· Γιαγκάκης 2017· Sarantidis 2020, 84, 166-170· Μαρκέτου 2023, 55.

Συντάκτες: Κ.Σ. (αρχαιολογικά στοιχεία) – Γ.Κ. (ιστορικά στοιχεία)

ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΠΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΑΦΙΚΟΣ ΠΕΡΙΒΟΛΟΣ

Φαρμακονήσι. Χωροθέτηση του ταφικού περιβόλου σε σχέση με το ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου. Άποψη από τα νότια.

Θέση: Άγιος Γεώργιος

Διαστάσεις: (α) πύργος: 10,84 (ΑΔ) × 9,40 (ΒΝ) μ., πάχος τοίχων 1,20 μ., (β) ταφικός περίβολος: 13,40 (ΑΔ) × 7,90 (BN) μ., πάχος τοίχων 1/1,20 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο μέσον της νησίδας και σε υψόμετρο 51 μ. βρίσκονται τα ερείπια δύο μεγάλων κατασκευών, περίπου 30 μ. δυτικά και νότια από το ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου αντίστοιχα. Οι ορθογωνικές κατασκευές, που απέχουν περίπου 25 μ. η μία από την άλλη, μοιράζονται κοινά τεχνικά χαρακτηριστικά και προσανατολισμό ΑΔ. Η βόρεια βρίσκεται σε εξαιρετικά ερειπιώδη κατάσταση, καθώς μόνον η ανατολική πλευρά και η βορειοδυτική γωνία της είναι ορατές σε ύψος δύο και τεσσάρων δόμων, 0,80 και 1,80 μ. αντίστοιχα. Από τη νότια κατασκευή, που είναι περισσότερο επιμήκης, είναι ορατές η ανατολική, η νότια και η δυτική πλευρά σε ύψος δύο-τριών δόμων, δηλ. περίπου 1,40 μ.

Φαρμακονήσι. Η βορειοδυτική γωνία του πύργου. Άποψη από τα βορειοδυτικά.

Οι κατασκευές είναι οικοδομημένες από τοπικό φαιόχρωμο ασβεστόλιθο, σύμφωνα με το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα. Οι περιμετρικοί τοίχοι αποτελούνται από δύο όψεις και πλήρωση στο εσωτερικό από μικρότερους λίθους. Οι εξωτερικές όψεις αρθρώνονται από μεγαλύτερες λιθοπλίνθους μήκους 1,40 έως 2,34 μ., οι οποίες διαπερνούν το πάχος της τοιχοποιίας από 0,30 μ. έως περίπου το μέσον της (δηλ. 0,70 ή 0,80 μ.), ενώ ορισμένες λιθόπλινθοι διαμορφώνουν οδοντώσεις στην άνω επιφάνειά τους, οι οποίες συναρμόζουν με αντίστοιχες εξοχές της κατώτερης επιφάνειας των λιθοπλίνθων στον ανώτερο δόμο. Τις εσωτερικές όψεις διαμορφώνουν λίθοι, κατά κανόνα, μικρότερου μεγέθους. Η κατεργασία της εξωτερικής επιφάνειας των λίθοπλίνθων διαφέρει στις δύο κατασκευές. Στη βόρεια οι λίθοι παρουσιάζουν ελαφρά κύφωση με σφυρηλατημένη εξωτερική επιφάνεια, αποδίδοντας περισσότερο “οχυρωματική” εντύπωση, ενώ στη νότια η όψη των λίθων είναι επίπεδη, επεξεργασμένη με χονδρό βελόνι. Λαξευτοί οδηγοί με τη μορφή κάθετων ταινιών πλάτους 0,10 μ. εντοπίζονται στις γωνίες των δύο κατασκευών, που σχηματίζονται από εναλλάξ διασταυρούμενες λιθοπλίνθους. Σε καμία από τις κατασκευές δεν παρατηρήθηκε άνοιγμα εισόδου, ενώ δεν είναι σαφής, εξαιτίας της κακής κατάστασης διατήρησής τους, τυχόν διαμόρφωση εσωτερικών χώρων.

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως και η συναφής χωροθέτηση των δύο κατασκευών, υποδηλώνουν ότι είναι σύγχρονες μεταξύ τους. Μάλιστα η τακτική τοποθέτηση διατόνων λίθων στην τοιχοποιία, όπως και ο τρόπος απόδοσης των όψεων, αποτελούν χαρακτηριστικά που χρονολογούνται περίπου στο πρώτο ήμισυ του 3ου αιώνα π.Χ.

Φαρμακονήσι. Ανατολική και βόρεια όψη του πύργου. Άποψη από τα βορειοανατολικά.

Ως προς τη βόρεια κατασκευή, βάσει των τεχνικών χαρακτηριστικών της, η αναγνώρισή της ως πύργου είναι βέβαιη. Ωστόσο, ως προς τη νότια, εξαιτίας της χωροθέτησής της σε τόσο κοντινή απόσταση με βεβαιωμένο πύργο αλλά και των μεγάλων διαστάσεών της, η ταύτιση είναι αμφίβολη. Η ερμηνεία παρόμοιων διαμορφώσεων (π.χ. στη Μεγαρίδα), δηλαδή συνύπαρξη ορθογώνιων κατασκευών σε τόσο κοντινή απόσταση, που αρχικά είχαν αναγνωριστεί ως πύργοι, έχει αναθεωρηθεί από τη σύγχρονη έρευνα. Η τοιχοποιία τους μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μοιάζει με οχύρωση ή πύργο, ωστόσο έχει αποδειχθεί πως στην πραγματικότητα πρόκειται για ορθογώνιους ή πειόσχημους ταφικούς περιβόλους. Η κατασκευή τους αποτελείται από περιμετρικό τοίχο δύο όψεων με γέμισμα και ερμηνεύονται συνήθως ως διαπρεπείς ατομικοί ή οικογενειακοί τάφοι, οι οποίοι μάλιστα εξακολουθούν να απαντούν στην ελληνιστική περίοδο. Τέτοιου τύπου τάφοι εντοπίζονται σε εγγύτητα με μικρούς, διάσπαρτους στο ύπαιθρο, οικιστικούς πυρήνες, όπως μεμονωμένους πύργους ή πύργους με περίβολο (οχυρωμένη αυλή).

Φαρμακονήσι. Ανατολική όψη του ταφικού περιβόλου. Άποψη από τα ανατολικά.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο συγκεκριμένος ταφικός αρχιτεκτονικός τύπος εντοπίζεται στην Αττική ήδη από τον 5ο αι. π.Χ. και αποτελεί εξέλιξη ταφικών περιβόλων παλαιότερων περιόδων (7ου ή ακόμη και 8ου αι. π.Χ.). Ταφικοί περίβολοι/άνδηρα απαντούν μεμονωμένα ή συχνά σε μικρές ομάδες κατά τον 4ο αι. π.Χ., ενώ ο τύπος εξακολουθεί να εμφανίζεται και στην ελληνιστική περίοδο. Αντίστοιχα μνημεία διατηρούνται τόσο στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο (Αλίφειρα, Όλυνθο) όσο και στον μικρασιατικό χώρο (Κνίδο). Αν και σε καμία από τις προαναφερόμενες θέσεις η ακριβής χρονολόγηση των μνημείων δεν είναι γνωστή, κατασκευές του συγκεκριμένου τύπου δεν εμφανίζονται πριν από το τέλος του 4ου ή στον 3ο αιώνα π.Χ. Στην ύπαιθρο χώρα της Μιλήτου (Μιλησία) έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον δεκαοκτώ θέσεις, όπου εντοπίζονται υπολείμματα αντίστοιχων κατασκευών.

Φαρμακονήσι. Νότια και δυτική όψη του ταφικού περιβόλου. Άποψη από τα νοτιοδυτικά.

Η άμεση γειτνίαση του ταφικού περιβόλου με τον οικιστικό πυρήνα δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση. Η ανέγερση μνημειακών τάφων της μορφής αυτής, σε στενή οπτική και χωρική επαφή με τον οικιστικό πυρήνα, καταδεικνύει, μεταξύ άλλων, τις βαθιές ρίζες των κατοίκων της υπαίθρου και τη σύνδεσή τους με τη γη, στην οποία βρίσκονται οι πρόγονοί τους. Σε αυτό το πλαίσιο η συνύπαρξη στο ύπαιθρο του οικογενειακού τάφου με το κέντρο του βίου, τὸν οἶκο, ενημερώνοντας τον ξένο ή περαστικό για το όνομα της οικογένειας, συνδηλώνει υπόρρητα τη νομιμότητα της ιδιοκτησίας. Παράλληλα, η παρουσία του ταφικού περιβόλου και του πύργου φαίνεται να αποδίδει μονιμότερο χαρακτήρα στην εγκατάσταση της συγκεκριμένης περιόδου στο Φαρμακονήσι, γεγονός που εξαιτίας της εγγύτητας της νησίδας με τις ακτές της Μιλήτου ή με μεγαλύτερο νησί (π.χ. Λειψοί) θα μπορούσε να μην θεωρείται δεδομένη.

Χρονολόγηση: α΄ ήμισυ 3ου αι. π.Χ.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Livi 1940, 72· Δρελιώση 1994β, 798-799· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005δ, 333-334· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· Sarantidis 2017, 260· Sarantidis 2020, 84, 166-170.

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΚΤΙΡΙΟ ΑΠΟΘΗΚΩΝ

Φαρμακονήσι. Άποψη του κτιρίου των Θόλων από τα νοτιοανατολικά.

Θέση: Θόλοι

Διαστάσεις: (α) περίγραμμα: 18 (ΒΝ) × 16 (ΑΔ) μ., μέγιστο ύψος περ. 2,50 μ., πάχος νότιου τοίχου 1 μ., πάχος βόρειου τοίχου 2,20 μ., (β) κόγχη στον βόρειο τοίχο: 1,20 (ΒΝ) × 1,10 (ΑΔ) μ., ύψος 1,10 μ., (γ) θολωτά διαμερίσματα: 3.50 (ΒΝ) × 3 (ΑΔ) μ., ύψος 2 μ., πάχος διαχωριστικών τοίχων 0,60 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στον κύριο όρμο του Φαρμακονησίου και συγκεκριμένα βόρεια του μυχού του στέκεται επιβλητικό οικοδόμημα γνωστό ως Θόλοι, το οποίο δεσπόζει και χαρακτηρίζει τον όρμο ονοματίζοντάς τον. Την προβαλλόμενη στη θάλασσα ανατολική όψη χαρακτηρίζουν τέσσερα διαδοχικά θολωτά διαμερίσματα, τα οποία εγγράφονται σε κτίριο ορθογωνικού περιγράμματος προσανατολισμού ΒΝ. Εκτός από το εμπρόσθιο μέρος των διαμερισμάτων και το περίγραμμα του οικοδομήματος, η διατήρηση του οποίου παρακολουθεί το ανάγλυφο του εδάφους, άλλα στοιχεία εσωτερικής διαμόρφωσης δεν είναι διακριτά και η ανώτερη στάθμη δεν έχει διατηρηθεί.

Φαρμακονήσι. Θόλοι. Τοξωτό άνοιγμα εισόδου στον νότιο διαχωριστικό τοίχο. Άποψη από τα νότια.

Τα διαμερίσματα φαίνεται πως ήταν ανοικτά και προσβάσιμα από την ανατολική τους πλευρά, καθώς μπροστά τους, εκτός από τον ριζιμιό βράχο της ακτής, δεν εντοπίζεται τοίχος ή άλλη διαμόρφωση. Μικρά τοξωτά ανοίγματα (1,10 × 0,90 μ.) διατηρούνται στο εμπρόσθιο τμήμα των διαχωριστικών τοίχων τους, σε απόσταση 0,60 μ. από την απόληξη των θόλων στα ανατολικά, επιτρέποντας την επικοινωνία μεταξύ τους.

Φαρμακονήσι. Θόλοι. Τοξωτή κόγχη διαμορφωμένη στο πάχος του βόρειου τοίχου. Άποψη από τα βόρεια.

Εξωτερικά, στον βόρειο τοίχο του οικοδομήματος, σε απόσταση 1 μ. από τη βορειοανατολική γωνία του διατηρείται ακέραια τοξωτή κόγχη (1,10 × 1,10 × 1,20 μ.).

Οι θόλοι και οι διαχωριστικοί τοίχοι των διαμερισμάτων είναι κατασκευασμένοι από χυτή τοιχοποιία (λιθόδεμα), από μεσαίου μεγέθους ακατέργαστους ασβεστόλιθους τοπικής προέλευσης, συνδεδεμένους με σκληρό (ποζολανικό) ασβεστοκονίαμα με χονδρά αδρανή, μεταξύ των οποίων και θραυστό κεραμίδι. Στους διαχωριστικούς και στον οπίσθιο τοίχο των διαμερισμάτων οι λίθοι είναι τοποθετημένοι συνεκτικά και ακανόνιστα, σε αντίθεση με τις καμάρες, όπου τοποθετούνται ακτινωτά. Οι περιμετρικοί τοίχοι του οικοδομήματος έχουν όψη περισσότερο επιμελημένη στις παρειές, από μεσαίου και μικρού μεγέθους λίθους τοποθετημένους σε στρώσεις. Ο πυρήνας των περιμετρικών τοίχων είναι χυτός, όπως και οι διαχωριστικοί τοίχοι των διαμερισμάτων. Μάλιστα στη στάθμη της κορυφής των τόξων, στο ανατολικό κατεστραμμένο μέτωπό του νότιου τοίχου, είναι ορατή, στο μέσον του πυρήνα, τετράγωνη οπή που διατρέχει την τοιχοποιία κατά μήκος, υποδηλώνοντας την ύπαρξη ξυλοδεσιάς. Το εσωτερικό των διαμερισμάτων ήταν επιχρισμένο από υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι) σε δύο στρώσεις, οι οποίες διατηρούνται κατά τόπους. Η κατώτερη στρώση-υπόστρωμα από χονδρόκοκκα αδρανή είναι παχύτερη, προκειμένου να εξομαλυνθεί η τραχιά όψη της χυτής τοιχοποιίας και να δεχθεί τη δεύτερη λεπτότερη στρώση, η οποία διαμορφώνει την τελική επιφάνεια στο εσωτερικό των χώρων.

Φαρμακονήσι. Θόλοι. Αποτυπώματα σανίδων (πετσώματος) του ξυλότυπου στο εσωράχιο του τρίτου θόλου από τα νότια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο εσωράχιο των θόλων (ιδίως του τρίτου και του τέταρτου από τα νότια), σε σημεία όπου η τελική επίστρωση του κονιάματος έχει καταρρεύσει, διατηρούνται, στο κατώτερο στρώμα του κονιάματος, τα αποτυπώματα των ξύλινων σανίδων (πλάτους 0,10-0,15 μ.) του ξυλότυπου (πετσώματος) που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή τους. Το δάπεδο των διαμερισμάτων, πάχους 0,10 μ., είναι ψηφιδωτό. Ακριβέστερα, αποτελείται από χονδρές ακανόνιστου σχήματος ψηφίδες, άτακτα τοποθετημένες σε υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι), επάνω από παχύτερη στρώση λιθοδέματος χονδρής σκύρας και υδραυλικού κονιάματος (κουρασανιού).

Φαρμακονήσι. Θόλοι. Λεπτομέρεια επίστρωσης δαπέδου. Διακρίνεται το ανώτερο στρώμα με ακανόνιστου σχήματος ψηφίδες και το υπόστρωμα από χονδρή σκύρα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι σε ολόκληρη την έκταση του μυχού του όρμου και δυτικά στην πλαγιά διατηρούνται τα κατάλοιπα κτιριακών καταλοίπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τοιχοποιίες, λαξευτές στον βράχο δεξαμενές (ίσως εργαστηρίου αρχαίων χρόνων), μεγάλη κτιστή κυλινδρική δεξαμενή, τμήματα ψηφιδωτών δαπέδων, καθώς και ένα προβιομηχανικό ασβεστοκάμινο. Αν και τα κατάλοιπα αυτά αποτελούν προϊόντα διαφόρων εποχών και η αποσπασματική τους διατήρηση δεν επιτρέπει την ασφαλή ταύτισή τους, είναι βέβαιο ότι η διάταξή τους, εκτεινόμενη σε όλη την ακτογραμμή του μυχού, με εμφανή προσανατολισμό προς τη θάλασσα, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολιών για την αναγνώρισή του συνόλου ως οργανωμένου αγκυροβολίου. Η θέση περιγράφεται, άλλωστε, ως το μοναδικό αγκυροβόλιο της νησίδας στον οθωμανικό πορτολάνο του Πιρί Ρεΐς (1465-1553), όπου μνημονεύεται μάλιστα και η ύπαρξη του ερειπωμένου κτίσματος.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Το οικοδόμημα των Θόλων στο Φαρμακονήσι παρουσιάζει πολλές τεχνικές και μορφολογικές ομοιότητες με ομώνυμο οικοδόμημα, συνθετότερης κάτοψης και μεγαλύτερου μεγέθους (25 × 23 μ), στο γειτονικό Αγαθονήσι. Τα δύο οικοδομήματα χαρακτηρίζονται από περισσότερο επιμελημένες και όμοιες λιθοδομές στις όψεις, καθώς και από παρόμοια θολοδομία με χυτή τοιχοποιία (λιθόδεμα) και λίθους ακτινωτά τοποθετημένους. Επιπλέον, οι εσωτερικοί χώροι είναι εξ ολοκλήρου στεγανοποιημένοι με κονίαμα κουρασανιού, ενώ διακριτή είναι η οικοδομική ιδιαιτερότητα της απουσίας οπτόπλινθων και στις δύο κατασκευές, χαρακτηριστική για την περιοχή της Μικράς Ασίας και της Βόρειας Συρίας ήδη από τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους, την ύστερη αρχαιότητα και τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Η αρχιτεκτονική μορφή των δύο οικοδομημάτων παραπέμπει σε σχεδόν όμοια οικοδομικά συγκροτήματα μεγάλων αποθηκών, τα οποία βρίσκονταν όχι μόνο σε πόλεις και λιμάνια, αλλά και σε κομβικές χερσαίες ή θαλάσσιες διαδρομές.

Στην περίπτωση του Αγαθονησίου το οικοδόμημα ερμηνεύθηκε και χρονολογήθηκε πειστικά από τον Π. Τριανταφυλλίδη (2006, 186-192) ως κτίριο αποθηκών εφοδιασμού σιτηρών ή άλλων τροφίμων (horrea granarium ή militaris) του 7ου αι. μ.Χ., οπότε είναι γνωστό πως η Provincia Insularum, στην οποία υπάγονται τα Δωδεκάνησα, υφίσταται τις αραβικές επιδρομές, χωρίς να είναι πάντοτε σε θέση να τις αντικρούσει. Η προσαρμογή της διάρθρωσης του βυζαντινού στόλου στις επαρχίες της αυτοκρατορίας οδήγησε στη δημιουργία ευέλικτου στόλου με αντίστοιχες ανάγκες εφοδιασμού, όπως της στρατηγίας των Καράβων ή Καραβισιάνων στο κεντρικό και νοτιοανατολικό τμήμα του Αιγαίου το 654 μ.Χ., με έδρα τη Σάμο, και αργότερα την αντικατάστασή της από τα τρία ναυτικά Θέματα των Κιβυρραιωτών, της Σάμου και του Αιγαίου Πελάγους. Επομένως, η λειτουργία αυτών των αποθηκευτικών χώρων μπορεί να εγγράφεται στην ευρύτερη αναδιάρθρωση των υποδομών που επιχειρήθηκε από τον 7ο αιώνα και να σχετίζεται µε την οργάνωση αποθηκών που μνημονεύονται σε µολυβδόβουλλα των κοµµερκιαρίων. Γνωρίζουμε ότι η ἀποθήκη ως θεσμός αποτύπωνε ένα καλά οργανωμένο σύστημα ελέγχου, μεταφοράς, αποθήκευσης και αναδιανομής προϊόντων κατά τη διάρκεια του 7ου αι. μ.Χ., εποχή κατά την οποία οι πρακτικές αυτές εφαρμόστηκαν εντατικά. Αν και ο συσχετισμός των οικοδομημάτων αυτού του τύπου με τη λειτουργία της annona (civica ή militaris) παραμένει υποθετικός, βέβαιο είναι πως ο αρχιτεκτονικός τύπος ακολουθεί γενικά μία μάλλον γραμμική εξέλιξη: από τις μικρότερες ελληνιστικές αποθήκες στις μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες εγκαταστάσεις των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων και της ύστερης αρχαιότητας, καταδεικνύοντας, αν μη τι άλλο, μία αλλαγή στον όγκο του εμπορίου, όπως και στη συμμετοχή του κράτους στη δημιουργία υποδομών για τη διευκόλυνσή του.

Χρονολόγηση: 7ος αι. μ.Χ.

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 604-605· Livi 1940, 72-76· Λούπης 1999, 229-230· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005δ, 333-334· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· Τριανταφυλλίδης 2006, 186 σημ. 56· Sarantidis 2020, 84.

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ (;)

Φαρμακονήσι. Το καλλιεργήσιμο πλάτωμα της νησίδας. Στο βάθος διακρίνονται τα ερείπια του ναού.

Θέση: Μιλιανού

Διαστάσεις: εξωτερικές 12,50 (ΑΔ) × 5,60 (ΒΝ) μ., εσωτερικές (κυρίως ναός) 10 (ΑΔ) × 4,40 (ΒΝ) μ., πάχος περιμετρικών τοίχων 0,60 μ., πάχος αψίδας 1 μ., διάμετρος αψίδας 4 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στο μέσον του ευρύχωρου καλλιεργήσιμου πλατώματος που διαμορφώνεται στο νότιο τμήμα του Φαρμακονησίου, σε υψόμετρο 72 μ., εντοπίζονται ερείπια εκκλησίας. Ο συγκεκριμένος χώρος και η περιφέρειά του αποτέλεσαν τον μοναδικό μικρό οικιστικό πυρήνα της νησίδας τουλάχιστον κατά τον 20ό αιώνα, με αποτέλεσμα η αρχική εικόνα προϋπαρχόντων καταλοίπων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του ναού, είτε να έχει αλλοιωθεί είτε να έχει μετασκευαστεί σε άλλη μορφή.

Φαρμακονήσι. Τα κατάλοιπα της αψίδας του ιερού βήματος τoυ ναού.

Από το ορθογώνιας κάτοψης κτίριο διατηρείται σε επίπεδο θεμελίωσης η ημικυκλική αψίδα του ιερού βήματος και οι περιμετρικοί τοίχοι, ενώ σε ικανό ύψος (3,50 μ.) στέκει η βορειοδυτική γωνία του και τμήμα των τοιχοποιιών της νότιας και της δυτικής πλευράς επιτρέποντας τη διατύπωση ορισμένων τεχνικών και μορφολογικών παρατηρήσεων.

Φαρμακονήσι. Εσωτερική πλευρά της ιστάμενης γωνίας του ναού. Διακρίνονται τα πλίνθινα τόξα, η γένεση του φουρνικού/ασπίδας, οι σκαλότρυπες, όπως και η παραστάδα με την ποδιά του παραθύρου στον νότιο τοίχο. Άποψη από τα βορειοανατολικά.

Η εσωτερική πλευρά της σωζόμενης γωνίας αποτελείται από τη συμβολή δύο εγκάρσιων πλίνθινων τόξων, ενός στον νότιο και ενός στον δυτικό τοίχο. Μεταξύ των δύο τόξων διαμορφώνεται σφαιρικό τρίγωνο, το οποίο υποστήριζε την κάλυψη του γωνιακού αυτού τμήματος του ναού με φουρνικό/ασπίδα, το οποίο μάλιστα απεικονίζεται σε φωτογραφία του 1938 με τη μορφή ακέραιου κρημνίσματος μαζί με δύο κίονες στο εσωτερικό του ναού.

Φαρμακονήσι. Η εσωτερική πλευρά της ιστάμενης γωνίας του ναού το 1938 (Livi 1940, 75).

Οι τοιχοποιίες είναι τρίστρωτες από μεσαίου και μικρού μεγέθους ημιλαξευτούς και αργούς λίθους, συνδεδεμένους με ασβεστοκονίαμα και γέμισμα από λατύπη και θραύσματα οπτοπλίνθων, κεραμιδιών ή κεραμικών. Οι εξωτερικές όψεις αρθρώνονται από εναλλαγή μίας ή δύο σειρών λίθων με μία σειρά πλίνθων, ενώ στους κατακόρυφους αρμούς δεν εντοπίζονται πλίνθοι.

Φαρμακονήσι. Η εξωτερική όψη του νότιου τοίχου του ναού από τα νότια. Διακρίνεται η διαμόρφωση της όψης με εναλλασσόμενες στρώσεις λίθων και πλίνθων.

Στις εσωτερικές όψεις κυριαρχεί η τοξωτή με πλίνθους διάρθρωση, η οποία περιλαμβάνει τύμπανα σε απλή υποχώρηση. Αμελέστερη εναλλαγή λίθων με πλίνθους, σε βαθμό που δεν καθίσταται συστηματική, παρατηρείται και στην εσωτερική όψη της τοιχοποιίας των τυμπάνων. Με εξαίρεση τα τόξα, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αντί ακέραιων πλίνθων, χρησιμοποιούνται τεμάχια πλίνθων ή κεραμιδιών και όστρακα αγγείων. Στο τύμπανο του νότιου τοίχου διατηρείται η δυτική παραστάδα και η γένεση της ποδιάς ανοίγματος παραθύρου ύψους 1,10 μ., σε απόσταση περίπου 1,50 μ. από τη στάθμη του εδάφους. Σε δύο στάθμες στην εσωτερική πλευρά διατηρούνται, επιπλέον, τετράπλευρες δοκοθήκες/σκαλότρυπες (0,15 × 0,15 μ.), μία στο τύμπανο του τόξου στον δυτικό τοίχο και μία στην επιφάνεια του σφαιρικού τριγώνου στον νότιο τοίχο, οι οποίες πιθανώς σχετίζονται με την τοποθέτηση ικριώματος κατά την ανέγερση του ναού.

Φαρμακονήσι. Η εξωτερική όψη του δυτικού τοίχου του ναού από τα δυτικά.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Από τα σωζόμενα κατάλοιπα δεν προκύπτει με ασφάλεια ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού. Ωστόσο, τα επιμέρους τεχνικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά της κατασκευής φαίνεται να ευνοούν τη χρονολόγησή του στη μεσοβυζαντινή περίοδο και μάλιστα στο τέλος της (11ος/12ος αι. μ.Χ.). Την περίοδο αυτή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τριών αυτοκρατορικών εγγράφων του 1087 που φυλάσσονται στο αρχείο της μονής Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου Πάτμου, συγκεκριμένα ενός χρυσόβουλλου λόγου και ενός πιτακίου του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, καθώς και ενός πιττακίου της Άννας Δαλασσινής, μητέρας του Αλεξίου, ο αυτοκράτορας είχε δωρίσει στη μονή Παντεπόπτου Σωτήρος της Κωνσταντινούπολης εξ ολοκλήρου τη Λέρο, τους Λειψούς και τη Φαρμάκω (Φαρμακονήσι)· αργότερα, η μητέρα του αυτοκράτορα Άννα Δαλασσινή παραχώρησε τα ίδια νησιά στο Σεκρέτο του Μυρελαίου (ημικρατική υπηρεσία που ιδρύθηκε στα μέσα του 11ου αι. μ.Χ.). Ο όσιος Χριστόδουλος, στην Υποτύπωσίν του, αναφερόμενος στα εδάφη που παραχωρήθηκαν στη μονή Πάτμου, δεν συμπεριλαμβάνει το Φαρμακονήσι, το οποίο ωστόσο εμφανίζεται μεταξύ των κτήσεων της Μονής σε σιγιλλιώδες αποκαταστατικό γράμμα του απογραφέα Λέοντος Εσκαμματισμένου του 1263. Κατά τα πρώιμα νεότερα χρόνια, η νησίδα περιγράφεται στα νησολόγια ως ακατοίκητη. Εντούτοις, το νησολόγιο του Alain-Manesson Mallet (1683) μας πληροφορεί ότι στο παρελθόν υπήρχαν εκεί μοναχοί, οι οποίοι μάλιστα είχαν κτίσει και μοναστήρι· ακριβέστερα, το νησολόγιο αναφέρει ότι το Φαρμακονήσι «κατοικήθηκε από Έλληνες μοναχούς που εγκαταστάθηκαν εκεί κτίζοντας ένα μικρό μοναστήρι, το οποίο οι Τούρκοι κατέστρεψαν, εκδιώκοντάς τους μάλιστα από αυτό το νησί, που έμεινε πλέον αναξιοποίητο». Την ύπαρξη ερειπωμένου «στενού ναού με μερικά προσαρτημένα δωμάτια» (un angusto Tempio ad alcune stanze attaccato), ο οποίος είχε κτιστεί από ορθόδοξους μοναχούς (Religiosi Greci) με υλικό αρχαίων κτιρίων σε δεύτερη χρήση, καθώς και την ερήμωση της νησίδας λόγω πειρατικών επιδρομών, περιγράφει και ο Ναπολιτάνος Francescο Piacenza στο δικό του νησολόγιο (1688). Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηριχθεί πως στις αφηγήσεις του A.-M. Mallet και του F. Piacenza ενδεχομένως να αποτυπώνεται μία πτυχή της συλλογικής μνήμης των νησιωτών της εποχής τους αναφορικά με το Φαρμακονήσι. Άλλωστε, συναφή μνήμη φαίνεται να απηχεί και μία μαρτυρία που καταγράφηκε το 2025 στο γειτονικό Αγαθονήσι· συγκεκριμένα, ο Μιχάλης Κόττορος, ο γηραιότερος κατοίκος του Αγαθονησίου, στην περιγραφή των ερειπίων του εν λόγω ναού, αναγνώρισε την ύπαρξη εκεί παλαιάς εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο.

Χρονολόγηση: τέλη μεσοβυζαντινής περιόδου (11ος/12ος αι. μ.Χ.).

Πηγές-Βιβλιογραφία: Manesson-Mallet 1683, II, 274-276· Piacenza 1688, 185-186· Livi 1940, 72-74· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38-39· προφορική μαρτυρία του Μ. Κόττορου (2025).

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΝΑΫΔΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Φαρμακονήσι. Άποψη από τα ανατολικά του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου, όπου περιμετρικά διακρίνεται και η θεμελίωση του παλαιότερου ναϋδρίου.

Θέση: Άγιος Γεώργιος.

Διαστάσεις: μέγιστο μήκος 7,40 μ., πλάτος 5,20 μ., μέγιστο ύψος 3,30 μ., ύψος εισόδου 1,85 μ., πλάτος εισόδου 0,85 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Το ναΰδριο του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στο μέσον της νησίδας, σε υψόμετρο 51 μ., και σε μικρή απόσταση από τον πύργο και τον ταφικό περίβολο των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Πρόκειται για ορθογώνιο, μονόχωρο και καμαροσκέπαστο κτίσμα, το οποίο απολήγει στα ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα.

Φαρμακονήσι. Άποψη από τα δυτικά του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου.

Η είσοδος διαμορφώνεται στο μέσον της δυτικής πλευράς, ενώ επάνω από αυτήν βρίσκεται εντοιχισμένη ορθογώνια πλάκα με κτητορική επιγραφή: «ΕΔΑΠΑΝΗΘΗ ΥΠΟ / ΤΗ 7 ΜΑΪΟΥ 1921 / ΧΜ. ΝΜ. ΜΜ.» (Μ: Μελιανού/Μιλιανού).

Φαρμακονήσι. Η κτητορική επιγραφή επάνω από την είσοδο του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου.

Κατά το μέσον των μακρών, βόρειου και νότιου, τοίχων ανοίγεται παράθυρο (0,80 × 0,55 μ.), ενώ μικρός ορθογώνιος φεγγίτης (0,35 × 0,20 μ.) υπάρχει και στην αψιδωτή κόγχη του ιερού βήματος. Το ναΰδριο, στη σημερινή μορφή του, φέρει επίχρισμα και ασβέστωση τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, γεγονός που καλύπτει την αρχική λιθόκτιστη τοιχοποιία από τοπικούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους.

Φαρμακονήσι. Άποψη από τα νότια του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου.

Ορατοί παραμένουν μόνο οι ορθογώνιοι γωνιόλιθοι στις εξωτερικές γωνίες του κτίσματος, καθώς και οι λίθοι του περιγράμματος του φεγγίτη στην αψίδα του ιερού βήματος, οι οποίοι έχουν αφεθεί εμφανείς για αισθητικούς λόγους. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι τα δύο παράθυρα του ναϋδρίου στεγάζονται με τοξωτά υπέρθυρα, διαμορφωμένα από κατακόρυφα τοποθετημένους λίθους και σήμερα μη ορατά.

Φαρμακονήσι. Το εσωτερικό του ναϋδρίου του Αγ. Γεωργίου.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης μαρτυρεί ότι το ναΰδριο του Αγ. Γεωργίου κατασκευάστηκε το 1921 από τον ποιμένα Ν. Αιμιλιανό (Μελιανό/Μιλιανό), στη θέση προγενέστερου ερειπωμένου ναΰδρίου, από το οποίο διατηρούνταν μόνο το άνω μέρος της κόγχης (μύαξ) του ιερού βήματος. Πράγματι, τα κατάλοιπα των τοιχοποιιών του παλαιότερου αυτού ναϋδρίου, το οποίο φαίνεται πως είχε ελαφρώς μεγαλύτερες διαστάσεις, διατηρούνται σε επίπεδο θεμελίωσης περιμετρικά του σημερινού ναϋδρίου. Ο Νικόλας Μελιανός αναφέρεται αργότερα και ως μισθωτής του Φαρμακονησίου. Το πρόσωπο αυτό ασφαλώς δηλώνουν και τα αρχικά γράμματα «ΝΜ» στην κτητορική επιγραφή του ναϋδρίου.

Χρονολόγηση: 1921.

Πηγές-Βιβλιογραφία: IGM, Farmaco· Desio 1931, 91· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 604-605· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1937, φάκ. 549, 27.03.1937, 01.04.1937· Livi 1940, 71· Livi 1944, 183· Δρελιώση 1994β, 798· Δρελιώση-Ηρακλείδου 2005δ, 333· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 38.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Άγιος Γεώργιος: θέση στα νοτιοδυτικά του όρμου των Θόλων, στην οποία βρίσκεται ομώνυμο ναΰδριο.

Βλυχάδα: μικρός όρμος στα νοτιοανατολικά, δυτικά της άκρας Ψαλίδι· η ονομασία του όρμου οφείλεται στην ύπαρξη πηγαδιών υφάλμυρου (βλυχού, γλυφού) ύδατος κοντά στον μυχό του.

Γέροντα: άκρα στα βορειοανατολικά.

Γρόσια: άκρα στα βόρεια· ίσως η ονομασία της άκρας σχετίζεται με κάποιον θησαυρό νομισμάτων που βρέθηκε εκεί.

Θόλοι: όρμος στα ανατολικά, όπου και το μοναδικό αγκυροβόλιο της νησίδας με προβλήτα· η ονομασία του όρμου οφείλεται στα κατάλοιπα βυζαντινού οικοδομήματος γνωστού ως Θόλοι, τα οποία δεσπόζουν στα βόρεια του μυχού του όρμου.

Καριώτη ή Πετροκοπιές: άκρα στα νοτιοδυτικά· η δεύτερη ονομασία της άκρας μαρτυρεί την ύπαρξη εκεί παλαιού λατομείου (πβ. «Πετροκοπιό», Κρητικός 1961, 136), ενώ η πρώτη ονομασία πιθανώς σχετίζεται με κάποιον Ικαριώτη.

Μιλιανού: ο οικισμός της νησίδας, όπου γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκε κάποιος Μιλιανός (Μελιανός/Αιμιλιανός) από την Πάτμο.

Παλιόμαντρα: ύψωμα στο νότιο τμήμα της νησίδας· προφανώς το ύψωμα έλαβε την ονομασία του από την ύπαρξη εκεί παλαιάς κτηνοτροφικής εγκατάστασης (μάντρας).

Περιστεριές ή Φίλιππος: άκρα στα δυτικά· η δεύτερη ονομασία μάλλον προέρχεται από το ομώνυμο ύψωμα στα βόρεια της άκρας.

Σπηλιά: παραθαλάσσια σπηλιά στα βορειοανατολικά.

Τράτα: άκρα στα νοτιοδυτικά, βόρεια της άκρας Καριώτη· ίσως η ονομασία της άκρας σχετίζεται με κάποια τράτα που ναυάγησε εκεί.

Φίλιππος: ύψωμα στο βόρειο τμήμα της νησίδας.

Ψαλίδι: άκρα στα νοτιοανατολικά· η ονομασία της άκρας πιθανώς οφείλεται στο ότι ο όρμος Βλυχάδα ανοίγεται στα δυτικά της άκρας σαν ψαλίδι.

Σημ: Τα μικροτοπωνύμια αντλούνται από τους χάρτες του του ιταλικού Στρατιωτικού Γεωγραφικού Ινστιτούτου (έκδ. 1928) και της ελληνικής Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (εκδ. 1972).

Συντάκτης: Γ.Κ.

ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)

Η αιχμαλωσία του Ιούλιου Καίσαρα από πειρατές στο Φαρμακονήσι (74/73 π.Χ.)

[…] καὶ καταβὰς εὐθὺς ἐπὶ θάλατταν ἐξέπλευσεν εἰς Βιθυνίαν πρὸς Νικομήδην τὸν βασιλέα. παρ’ ᾧ διατρίψας χρόνον οὐ πολύν, εἶτ’ ἀποπλέων, ἁλίσκεται περὶ τὴν Φαρμακοῦσσαν νῆσον ὑπὸ πειρατῶν, ἤδη τότε στόλοις μεγάλοις καὶ σκάφεσιν ἀπλέτοις κατεχόντων τὴν θάλατταν. Πρῶτον μὲν οὖν αἰτηθεὶς ὑπ’ αὐτῶν λύτρα εἴκοσι τάλαντα, κατεγέλασεν ὡς οὐκ εἰδότων ὃν ᾑρήκοιεν, αὐτὸς δ’ ὡμολόγησε πεντήκοντα δώσειν· ἔπειτα τῶν περὶ αὐτὸν ἄλλον εἰς ἄλλην διαπέμψας πόλιν ἐπὶ τὸν τῶν χρημάτων πορισμόν, ἐν ἀνθρώποις φονικωτάτοις Κίλιξι μεθ’ ἑνὸς φίλου καὶ δυοῖν ἀκολούθοιν ἀπολελειμμένος, οὕτω καταφρονητικῶς εἶχεν, ὥστε πέμπων ὁσάκις ἀναπαύοιτο προσέταττεν αὐτοῖς σιωπᾶν. ἡμέραις δὲ τεσσαράκοντα δυεῖν δεούσαις, ὥσπερ οὐ φρουρούμενος ἀλλὰ δορυφορούμενος ὑπ’ αὐτῶν, ἐπὶ πολλῆς ἀδείας συνέπαιζε καὶ συνεγυμνάζετο, καὶ ποιήματα γράφων καὶ λόγους τινὰς ἀκροαταῖς ἐκείνοις ἐχρῆτο, καὶ τοὺς μὴ θαυμάζοντας ἄντικρυς ἀπαιδεύτους καὶ βαρβάρους ἀπεκάλει, καὶ σὺν γέλωτι πολλάκις ἠπείλησε κρεμᾶν αὐτούς· οἱ δ’ ἔχαιρον, ἀφελείᾳ τινὶ καὶ παιδιᾷ τὴν παῤῥησίαν ταύτην νέμοντες. ὡς δ’ ἧκον ἐκ Μιλήτου τὰ λύτρα καὶ δοὺς ἀφείθη, πλοῖα πληρώσας εὐθὺς ἐκ τοῦ Μιλησίων λιμένος ἐπὶ τοὺς λῃστὰς ἀνήγετο, καὶ καταλαβὼν ἔτι πρὸς τῇ νήσῳ ναυλοχοῦντας, ἐκράτησε τῶν πλείστων. καὶ τὰ μὲν χρήματα λείαν ἐποιήσατο, τοὺς δ’ ἄνδρας ἐν Περγάμῳ καταθέμενος εἰς τὸ δεσμωτήριον, αὐτὸς ἐπορεύθη πρὸς τὸν διέποντα τὴν Ἀσίαν Ἴουγκον, ὡς ἐκείνῳ προσῆκον ὄντι στρατηγῷ κολάσαι τοὺς ἑαλωκότας. ἐκείνου δὲ καὶ τοῖς χρήμασιν ἐποφθαλμιῶντος (ἦν γὰρ οὐκ ὀλίγα), καὶ περὶ τῶν αἰχμαλώτων σκέψεσθαι φάσκοντος ἐπὶ σχολῆς, χαίρειν ἐάσας αὐτὸν ὁ Καῖσαρ εἰς Πέργαμον ᾤχετο, καὶ προαγαγὼν τοὺς λῃστὰς ἅπαντας ἀνεσταύρωσεν, ὥσπερ αὐτοῖς δοκῶν παίζειν ἐν τῇ νήσῳ προειρήκει πολλάκις.

[πηγή: Πλούταρχος, Καίσαρ, 1.4-2.4]

Ο Ισπανός κουρσάρος Alonso de Contreras εξιστορεί την περιπέτειά του στο Φαρμακονήσι (αρχές 17ου αι.)

Là-dessus, j’allai – quinze milles environ de mer – à une île déserte appelée Formacon [Φαρμάκω], avec l’idée de faire les parts de notre butin de damas et d’argent ; car c’était pour ça, parce que je n’attendais pas d’être arrivé à Malte pour faire les parts, que j’étais tant aimé de mes hommes. J’envoyai trois hommes à la découverte sur les hauteurs avec ordre de reconnaître le côté de la terre ferme et la mer, et de me dépêcher l’un d’eux s’ils découvraient quelque chose. Entre temps, je fis mettre à terre les quartauts et le damas. Nous en étions là quand voilà dévaler de là-haut une des vedettes qui dit : « – Señor capitan, deux galères viennent sur l’île. » Je fis rembarquer le damas et les quartauts, j’ordonnai d’assembler les voiles, de les enverguer et de les laisser hissées. Voici dévaler les deux autres vedettes qui disent : « – Señor, nous voilà esclaves. » Je donnai ordre : « – Chacun à son poste. » Je hâlai l’ancre et je restai sans bouger. J’étais dans une crique. Les galères, à cause de la route qu’elles tenaient, ne m’avaient pas signalé, sinon, elles auraient fait le tour de l’île qui était petite, chacune de son côté. Ainsi j’étais arrêté quand l’une des galères apparut à la pointe de la crique. Elle allait à la voile et ne me vit pas avant d’avoir filé un bon moment. Quand elle aperçut ma frégate, elle vira sur moi qui étais tout proche. L’autre galère fit de même ; et les voilà toutes deux à amener tout avec grandes vociférations et à me gagner à la rame. Un moment vint où ma poupe colle à la proue de la galère. Le reis ou capitaine, alfange au poing, monte sur les bastingues, empêche, de peur d’être entravé par le tumulte dans ses manœuvres, aucun de ses hommes de me passer dessus et hurle : « – Passe la palamara, canaille ! » La palamara est un câble que la galère voulait me passer pour me tenir amarré. Moi, les voyant en si grand embarras, je me dis à part moi : « – Ou cent coups de bâton, ou la liberté » et hâlant l’écoute que je tenais en main, je fais le plein de la toile et je m’alargue de la galère. Je hissai l’autre voile. Comme les galères étaient aussi bien l’une que l’autre empêtrées avec leurs voiles sur la coursie, avant qu’elles les eussent hissées, pris le vent et fait voile à ma poursuite, j’étais à plus d’un mille d’elles.

[πηγή: Contreras 1911, 67-69]

Διακήρυξη δημοπρασίας για τη μίσθωση του Φαρμακονησίου (1868)

Ἀρ. 846.

Ἡ Δημαρχία τῆς ν(ήσου) Λέρου πρὸς ἅπαντας τοὺς κατοίκους αὐτῆς

Διακηρύττει ὅτι,

Σήμερον ἐκτίθεται εἰς κοινὴν δημοπρασίαν τὸ ἐνοίκιον τῆς νήσου Φαρμάκου διὰ τέσσερα ὁλόκληρα ἔτη. Ἄρχεται ἡ ἐνοικίασις ἀπὸ τὴν 16 τοῦ τρέχοντος μηνὸς Ἰουλίου καὶ λήγει τὴν 15 τοῦ ἐλευσομένου Ἰουλίου τοῦ 1872 ἔτους.

Ἕκαστος ἀνεξαιρέτως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσφέρῃ τιμὴν δι’ αὐτὸ καὶ ἡ κατακύρωσις θέλει γίνει εἰς τὸν πλειοδοτήσαντα μὲ ὑποχρέωσίν του διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου νὰ δώσῃ ἀξιόχρεων ἐγγυητήν.

Ἡ δημοπρασία ἄρχεται ἀπὸ σήμερον καὶ παύει τῇ 14 Ἰουλίου τοῦ ἐ(νεστῶτος) ἔ(τους) διὰ τοῦ κήρυκος καὶ κηρί[ου].

Ἡ νῆσος αὕτη εἶναι ἐλευθέρα ἀπὸ δέκατον καὶ δικαίωμα τῆς Ἑλ(ληνικῆς) Σχολῆς τῆς νήσου ταύτης [ενν. της Λέρου].

Τὸ ἐνοίκιον ἑκάστου ἔτους, θέλει πληρωθεῖ εἰς δύο δώσεις [sic], τὸ ἓν δεύτερον πρωπληρωταῖον [sic], τὸ ἄλλο ἓν δεύτερον εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους.

Ἐν Λέρῳ τὴν 10ην Ἰουλίου 1868

Ὁ Δήμαρχος

Ἔμεινεν εἰς ἐμὲ τὸν ὑποφαινόμενον διὰ γρόσια χίλια τριακόσια ἑξῆντα ἀρ. 1360.

Ἐν Λέρῳ τὴν 14 Ἰουλίου 1868

Ὁ κήρυξ

Ὁ πλειοδότης

Ὁ Δήμαρχος

Ἀρ. 847.

Ἡ Δημαρχία καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς νήσου Λέρου

Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 846 καὶ ἡμερομηνίαν 10 Ἰουλίου τοῦ τρέχοντος μηνὸς καὶ τοῦ παρόντος ἔτους 1868 δημοπρατικοῦ ἐγγράφου ἐξετέθη εἰς κοινὴν δημοπρασίαν τὸ ἐνοίκιον τῆς νήσου Φαρμάκου διὰ τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη, ἐννοουμένης τῆς τελευταῖας ποσότητος τοῦ πλειστηριαστοῦ, κατὰ τὴν 14 τοῦ ἰδίου μηνὸς ἐφάνη τελευταῖος πλειστηριαστὴς ὁ κύριος [κενό, το όνομα δεν αναγράφεται] προσφέρων γρόσια χίλια τριακόσια ἑξῆντα ἀρ. 1360 τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ μνησθέντος ὑπ’ ἀρ. 846 ἐγγράφου, θέλουν πληρωθεῖ εἰς δύο δώσεις [sic], τὰ μὲν ἡμίσυ πρωπληρωταῖα [sic], τὰ δὲ ἄλλα ἡμίσυ [sic] εἰς τὸ τἐλος τοῦ ἔτους, ἅτινα θέλουν σημειοῦσθαι ὄπισθεν τοῦ παρόντος κατὰ καιρὸν παρὰ τοῦ Ταμία τῆς Κοινότητος. Τὸ ἰδίον θέλει ἐξακολουθεῖ καὶ διὰ τὰ ὑπόλοιπα ἔτη. Τῷ παραχωρεῖται λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνοικιάσεως ἀπὸ τὴν 16 τοῦ τρέχοντος Ἰουλίου μηνὸς καὶ ἐ(νεστῶτος) ἔτους διὰ νὰ μεταφέρῃ ζῶα εἰς τὴν ῥηθεῖσαν νῆσον, νὰ χαίρῃ τὰ προνόμοια [sic] ὅσα ἀναφέρονται εἰς τὰς ταρίφας τῆς Κοινότητος, δηλ. τὰ ζῶα αὐτοῦ, καὶ τὰ προϊόντα του, νὰ εἶναι ἐλεύθερα ἀπὸ δικαίωμα τῆς ἀποδεκατώσεως, καὶ ἐλεύθερα ἀπὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλ(ηνικῆς) Σχολῆς τῆς νήσου ταύτης [ενν. της Λέρου].

Ἐμποδίζεται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ νὰ βάλλῃ φωτιὰν εἰς τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δάση τῆς εἰρημένης νήσου, εἰς περίπτωσιν δὲ τοιαύτην θεωρεῖται ὑπεύθυνος καὶ ὁ ὑποφαινόμενος ἐγγυητής του.

Διὰ τὸν ἐγγυητὴν Γ. Ν. / Ραῦθον, Ζ. Ἐμμανουήλ [υπογραφή] } εἰς ἔνδειξιν ἐγένετο τὸ παρόν.

Ἐν Λέρῳ τὴν 14 Ἰουλίου 1868

Οἱ Σύμβουλοι / Γ. Κωνσταντινίδης [υπογραφή]

Ὁ Δήμαρχος

[πηγή: ΓΑΚ – Τμήμα Λέρου, ΑΒΕ 12, ΑΕΕ1.1, 2, 121-122]

Θησαυροί νομισμάτων στο Φαρμακονήσι (1868, αρχές 20ού αι.)

Καὶ ἡ νησὶς Φαρμάκω ὑπῆρξε τὸ κρησφύγετον διαφόρων λῃστῶν. Ἀφηγήσατο ἡμῖν γέρων τις ποιμήν, ὅτι ὅτε νέος ὤν διέτριβεν ἐν ταύτῃ μετὰ τοῦ θείου αὐτοῦ ἐν ἔτεσι 1868 συνήντησεν αἴφνης ἐξελθόντος ἐν τῇ τοποθεσίᾳ τοῦ παρὰ τὴν ἀκτὴν θολοδμήτου κτιρίου [των Θόλων] τρεῖς φουστανελοφόρους, οἱ ὁποῖοι, ἄφ’ οὗ ἠρώτησαν, ἐὰν ὑπάρχωσι κάτοικοι ἐν τῇ ἐν λόγῳ νησίδι καὶ ποῦ διαμένουσιν οὗτοι, διέταξαν τοῦτον, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν καλύβην αὐτοῦ· ἀλλ’ οὗτος περίεργος ἵνα ἴδῃ ποῖον σκοπὸν εἶχον οἱ ρηθέντες, ἐκρύβη ὑπό τινας θάμνους καὶ παρετήρησεν, ὅτι οἱ ρηθέντες ἀποβιβασθέντες ἀνορύξαντες τὴν γῆν ἐξέθαψαν λέβητα κεκαλυμμένον δι’ ὀθόνης καὶ πλακός, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαγαγόντες τὰ ἐν τούτῳ χρυσᾶ νομίσματα, ἔρριψαν ἐντὸς σάκκου καὶ ἀπέπλευσαν, ἀφ’ οὗ μικρὸν ἀπομακρυθέντες τῆς ἀκτῆς ἐβύθισαν τὸν λέβητα ἐντὸς τῆς θαλάσσης. Ὁ ρηθεὶς νέος μεταβὰς εἶτα ἐπὶ τόπου εὗρε χρυσοῦν τι νόμισμα παραρριφθὲν ἐκ τῶν ἐν τῷ εἰρημένῳ λέβητι περιεχομένων, τὸ ὁποῖον ἐνεχείρησε τῷ ἰδίῳ θείῳ. Παρὰ τὴν ἀκτὴν τῆς νησίδος ταύτης σπογγαλιεῖς τινες Καλύμνιοι οὐ πρὸ πολλῶν ἐτῶν συνέλαβον πολύποδα, ἐφ’οὗ ὑπῆρχον ἱκανὰ χρυσᾶ ἑνετικὰ νομίσματα προσκεκολλημένα.

[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 605]

Το Φαρμακονήσι με τη ματιά του Καλύμνιου λογοτέχνη Γιάννη Μαγκλή (1953)

Εἶναι ἕνα ξεμοναχιασμένο ξερονῆσι ἀνάμεσα στὰ 162 νησιὰ ποὺ σχηματίζουνε τὰ Δωδεκάνησα. Ἡ θάλασσα τὸ χωρίζει ἰσόμετρα ἀπὸ κάθε στεριά. Βρίσκεται ὁλομόναχο φουνταρισμένο μεσοπέλαγα. Ὁ βοριᾶς καὶ ἡ ἀνατολή του βλέπουν κατὰ τὴν Τουρκιά. Ὁ νοτιὰς καὶ ἡ δύση του κατὰ τὴ Λέρο καὶ τοὺς Λειψούς. Ἀκατοίκητο μικρονῆσι. Ἄν βρεῖς στὴν κορφή του καὶ κοιτάξεις δεξόζερβα θὰ σοῦ φανεῖ σὰ φασκιομένο νιογέννητο. Ἡ θάλασσα κι’ ὁ ἀγέρας τὄχουνε ροκανίσει κατὰ τὴ μεριὰ τῆς Τουρκιᾶς. Τοὔχουνε φάει τὴ σάρκα κι’ ἀνοίξει πληγές. Εἶναι γιομάτο σπηλιάδες. Στὰ παλιὰ χρόνια τὸ μικρονῆσι τοῦτο τὸ δόξασε ἕνας νεαρὸς Ρωμαῖος [ενν. Ιούλιος Καίσαρας].

[πηγή: Μαγκλής 1961, 258-259]

Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.