Αρκοί. Η ευρύτερη περιοχή του σύγχρονου οικισμού, ο οποίος αναπτύχθηκε πλησίον του λιμανιού. Πάνω από αυτόν φαίνονται τα εναπομείναντα σπίτια του παλαιότερου συνοικισμού (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Οι Αρκοί βρίσκονται στα βόρεια των Λειψών και στα βορειοανατολικά της Πάτμου, στην οποία και υπάγονται διοικητικά. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νησίδα του ομώνυμου πολύνησου με εμβαδόν 6,697 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 25,310 χλμ.

Την αρχαιότερη μαρτυρία ανθρώπινης παρουσίας στους Αρκιούς αποτελούν θραύσματα προϊστορικής κεραμικής, απολεπίσματα και λεπίδες οψιανού και πυριτόλιθου, τα οποία έχουν εντοπιστεί στα υψηλότερα σημεία του σύγχρονου οικισμού και ανάγονται στην Τελική Νεολιθική – αρχές Πρωτοχαλκής εποχής (4η – αρχές 3ης χιλιετίας π.Χ.)· μεταξύ αυτών ξεχωρίζει μονόχρωμος γεφυρόστομος σκύφος, πιθανώς της Μεσοχαλκής ή Υστεροχαλκής περιόδου (2η χιλιετία π.Χ.). Στους ιστορικούς χρόνους, επιφανειακή κεραμική της αρχαϊκής περιόδου, με χαρακτηριστικότερο θραύσμα μηλιακού αγγείου (6ος αι. π.Χ.), έχει εντοπιστεί στο σπήλαιο Του Κλεφτού ο Βώτσος, στο βορειοδυτικό τμήμα της νησίδας (θέση Χάλαρο), και ενδέχεται να σχετίζεται με λατρευτική χρήση.

Αρκοί. Η θέση Κάστρο στα δυτικά του όρμου Αγούς.

Αναμφισβήτητα τη σημαντικότερη αρχαιολογική θέση της νησίδας αποτελεί η οχυρωματική εγκατάσταση στη θέση Κάστρο, στα δυτικά του όρμου Αγούς και πλησίον του σύγχρονου οικισμού. Στη θέση διαπιστώνονται τρεις οικοδομικές φάσεις· η αρχαιότερη χρονολογείται στον ύστερο 5ο/αρχές 4ου αιώνα π.Χ., η δεύτερη τοποθετείται στον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ η τελευταία φάση ανήκει σε διαμόρφωση της ύστερης αρχαιότητας (3ος-6ος αι. μ.Χ.). Στην ίδια περίπου εποχή, βάσει της επιφανειακής κεραμικής, χρονολογούνται οικοδομικά κατάλοιπα στην αμμώδη παραλία της Πίσω Πατελιάς (5ος/6ος αι. μ.Χ.), τα οποία ωστόσο δεν είναι ορατά σήμερα.

Στις γραπτές πηγές οι Αρκιοί μαρτυρούνται για πρώτη φορά κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. στο έργο Historia Naturalis του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, ο οποίος αναφέρει κοντά στις ακτές της Καρίας, εκτός από την Υετούσα (Αγαθονήσι), τη Ληψία (τους Λειψούς) και τη Λέρο, επίσης και ένα σύμπλεγμα είκοσι νησίδων που ονομαζόταν Argiae, το οποίο έχει ταυτιστεί με το πολύνησο των Αρκιών. Δύο αιώνες μετά, ο Αγαθήμερος του Όρθωνος, στο έργο Γεωγραφίας υποτύπωσις, παραθέτοντας αποστάσεις τόπων με σημείο αφετηρίας την Αλεξάνδρεια, μεταξύ Κω και Κορσιών (Φούρνων) μνημονεύει την «Ἀρκῖτιν νῆσον», η οποία προφανώς ταυτίζεται με τη νησίδα των Αρκιών. Μνεία της ίδιας νησίδας αλλά ως Ακρίτα εντοπίζεται, επίσης κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., στον Σταδιασμό, έργο ανώνυμου συγγραφέα στο οποίο καταγράφονται αποστάσεις και οδηγίες πλεύσης στη Μεσόγειο. Κατά τη βυζαντινή περίοδο και συγκεκριμένα τον 11ο αιώνα, οι Αρκοί μαρτυρούνται ως Ναρκίοι στην Υποτύπωσιν του οσίου Χριστοδούλου, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Αργότερα, από τις αρχές του 18ου έως και τον 20ό αιώνα, η νησίδα απαντά στις ελληνικές πηγές με την ίδια ονομασία (Ναρκίοι) αλλά και ως Αρκοί και Αρχοί (γεν. Ναρκίων, Αρκίων/Αρκιών και Αρχίων/Αρχιών αντίστοιχα). Στις δυτικοευρωπαϊκές πηγές οι Αρκοί συναντώνται τον 17ο αιώνα ως Archo, Nacri και Narcio, ενώ τον επόμενο αιώνα κατά κανόνα ως Nacri. Με το ίδιο όνομα (Nacri) σημειώνεται η νησίδα και στον πορτολάνο του Αρχιπελάγους του Γάλλου François Berthelot (1695), στον οποίο εντοπίζεται και η παλαιότερη, σχηματική απεικόνιση της. Οι Αρκοί, όπως και το σύνολο του ομώνυμου πολύνησου, αποτυπώνονται χαρτογραφικά με ακρίβεια και με την ονομασία Arki, λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), υιοθετείται η εξιταλισμένη γραφή Archi, η οποία τονίζεται στο “A”· Επομένως, η ονομασία της νησίδας ως Άρκη σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας, καθώς και σε άλλες ελληνικές εκδόσεις, αποτελεί αντιδάνειο. Ας προστεθεί ότι οι κάτοικοι των Αρκιών, όπως και των γειτονικών νησίδων, θεωρούσαν ότι το εν λόγω τοπωνύμιο αποτελούσε παραφθορά της λέξης “αρχή”, καθώς η νησίδα των Αρκιών αποτελούσε την κεφαλή του ομώνυμου πολυνήσου και τη μόνη σε αυτό με καλή και εύφορη γη. Η άποψη αυτή έχει καταγραφεί από τον λόγιο ιερομόναχο Γεράσιμο Σμυρνάκη, ο οποίος επισκέφθηκε τους Αρκιούς τις ημέρες του Πάσχα του 1914. Ωστόσο, ο Γ. Σμυρνάκης διατυπώνει στο έργο του και τη δική του ερμηνεία για το τοπωνύμιο: ότι προήλθε «ἐκ τοῦ ναρκωτικοῦ φυτοῦ μανδραγόρα τοῦ καταπληκτικῶς ἀφθονοῦντος ἐν αὐτῇ (τῇ νησίδι), ὅστις, καθ’ Ἱπποκράτην, ὀδύνην ναρκοῖ, ἤτοι ἐκ τοῦ ρήματος “ναρκόω”».

Το πολύνησο των Αρκιών περιήλθε στην κυριότητα της μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου το 1088, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο. Κατά την οθωμανική περίοδο, αν είναι ακριβής η πληροφορία ενός φιρμανιού του Μαχμούντ Α΄ (1737), οι μοναχοί της Πάτμου διατηρούσαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τους Αρκιούς, όπως και το Μαράθι, τη Στρογγυλή και το Αγαθονήσι, για τη βόσκηση προβάτων και άλλων ζώων ήδη από την εποχή της οθωμανικής κατάκτησης· η σουλτανική αυτή διαταγή είχε εκδοθεί μετά από αίτημα των μοναχών, καθώς ένας κάτοικος της Πάτμου ονόματι Κώστας τους απαγόρευε τότε να βόσκουν τα πρόβατά τους εκεί. Επίσης, ο Άγγλος Roberts, στην περιγραφή των νησιών του Αρχιπελάγους που συνέταξε κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, μας πληροφορεί ότι τα τρία μικρά νησιά που αποτελούν τους Αρκιούς (Archo), τα οποία ασφαλώς θα πρέπει να ταυτίσουμε με τις μεγαλύτερες νησίδες του πολύνησου (Αρκοί, Αγρελούσα, Μαράθι), κατοικούνταν από μερικούς Έλληνες ερημίτες (some Greek Hermits), οι οποίοι εξέτρεφαν πολλές κατσίκες για λογαριασμό της μονής Πάτμου. Πράγματι, μερικά χρόνια μετά, οι νησίδες αυτές, όπως και άλλες γαίες των οποίων είχε τη νομή η ίδια μονή κατά την οθωμανική περίοδο, αναφέρονται μισθωμένες από μέλη της μοναχικής αδελφότητας, τα οποία ασφαλώς είχαν αναθέσει τη βόσκηση αλλά και την καλλιέργεια των νησίδων σε λαϊκούς.

Αρκοί. Πανοραμική άποψη από τη θέση Χάλαρο, στο βορειοδυτικό τμήμα της νησίδας. Από τα αριστερά προς τα δεξιά φαίνονται οι νησίδες Σπαλαθρονήσι, Μαράθι, Στρογγυλή (η κωνοειδής) και Αγρελούσα, ενώ στο βάθος διακρίνονται οι Λειψοί.

Συγκεκριμένα, σε έναν μοναστηριακό κώδικα έχει καταχωριστεί το 1702, μεταξύ άλλων εσόδων, και ένα ποσό από τους Αρκιούς προερχόμενο από την πώληση μυζήθρων που κατέβαλε στη Μονή ο παπα-Σάββας, πιθανώς ο Σάββας Ξένος, γιος του παπα-Νικόλα (†1742), ο οποίος κατά την επόμενη δεκαετία μαρτυρείται ως πακτωτής των γειτονικών νησίδων Μαράθι (1716) και Αγρελούσα (1719). Επίσης, το 1735 καταγράφεται στο Βραβείον της Μονής ο πνιγμός του μοναχού Καλλινίκου του Καραμάνη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από τους Αρκιούς στην Πάτμο· πιθανώς ο μοναχός είχε μεταβεί τότε στη νησίδα για υπόθεση σχετική με τη νομή της. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, οι μοναστηριακοί κώδικες μας πληροφορούν για τα εξής: Το 1753 ο πρωτοσύγγελος του μητροπολίτη Εφέσου Καλλίνικος (†1768) κατέβαλε 100 γρόσια στη Μονή «ἀπό τούς Ἀρχίους» (πιθανώς ως ετήσιο μίσθωμα), ενώ το 1778 και το 1780 (23.02 π.η.) ο Νικήτας Λεπτός (ίσως πρόκειται για τον ιερομόναχο Νικηφόρο Λεπτό, †1787) εξόφλησε τα χρέη του προς τη Μονή «διά πάκτος τῶν Ἀρχιῶν». Το 1780 (27.08 π.η.) οι Ναρκίοι μισθώθηκαν για τέσσερα έτη έναντι 80 γροσίων κατ’ έτος από τον ιερομόναχο Νικηφόρο (†1804), γιο του παπα-Ανδρέα και αδελφό του επισκόπου Σάρδεων Νεκτάριου Θωμαΐδη, ο οποίος είχε διατελέσει επανειλημμένα οικονόμος των πατμιακών μετοχίων στη Σάμο. Αλλά σε έναν άλλον κώδικα έχει καταχωριστεί, τον Φεβρουάριο του 1782, η καταβολή 700 γροσίων «διά τούς Ἀρχιούς» από τον αρχιμανδρίτη και εκκλησιάρχη Θεοφύλακτο (†1801), ο οποίος μαρτυρείται και ως πακτωτής των πατμιακών μετοχίων στη Σμύρνη (1787) και στη Σαντορίνη (1793). Εντούτοις, οποιαδήποτε συμφωνία είχε γίνει τότε με τον Θεοφύλακτο για τη νομή των Αρκιών φαίνεται ότι ακυρώθηκε μετά από μερικούς μήνες, αφού τον Σεπτέμβριο του 1782 (28.09 π.η.), με ανάλογο ποσό και με εντολή της Συνόδου του οικουμενικού πατριαρχείου, η νομή της νησίδας εκχωρήθηκε στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Αλεξανδρή, αδελφό του μητροπολίτη Σάμου Ακακίου που είχε δολοφονηθεί το 1780· ακριβέστερα στον ίδιο κώδικα σημειώνονται τα εξής: «ἐδώκαμεν τὸ νησίον τοὺς Ἀρχίους εἰς τὸν κὺρ Γεράσιμον τοῦ μακαρίτου πρώην Σάμου τὸν ἀδελφὸν διὰ προσταγῆς τοῦ παναγιωτάτου [οικουμενικού πατριάρχη Γαβριήλ Δ΄], καὶ τῶν ἀρχιερέων διὰ γρόσια μετρητὰ τὸν ἀριθμὸν 700». Το 1796 οι Ναρκιοί προσφέρθηκαν από τη Μονή στον εξόριστο στην Πάτμο πρώην οικουμενικό πατριάρχη Νεόφυτο Ζ΄, «ὅπως ἔχῃ τήν εὐκολίαν ἡ αὐτοῦ παναγιώτης κρέατος, τυροῦ καί ζαρζαβατίων»· ωστόσο, ο Νεόφυτος «ἐκ προαιρετικῆς κινήσεως καί θελήσεως» κατέβαλλε τότε ετήσιο μίσθωμα για τη νησίδα και μάλιστα μεγαλύτερο (100 γροσίων) από αυτό που εισέπραττε η Μονή πριν από το 1796 (70 γρόσια). Κατά το διάστημα των ετών 1810-1814 ως πακτωτής των Ναρκίων, με ετήσιο μίσθωμα 150 γροσίων, αναφέρεται ο Παναγιώτης Σκαρπέτης, γιος του Κοντομαθιού/Κοντοματθαίου. Ας προστεθεί ότι το ίδιο πρόσωπο είχε μισθώσει το 1813 για ένα έτος τους Λειψούς και τα Λέβιθα, ενώ από το 1807 είχε αγοράσει εφ’όρου ζωής, μαζί με τον διάκονο Ιωακείμ Σκαρπέτη, το Αγαθονήσι. Το 1818, όπως η Μονή ανέφερε το 1829 στις αρχές της Ελληνικής Πολιτείας, οι Αρκοί είχαν πωληθεί εφ’ όρου ζωής στον πρώην πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο Παγκώστα (†1833) αντί 500 γροσίων.

Αρκοί. Αγριελιές στο βόρειο τμήμα της νησίδας.

Το 1828, όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει ότι οι Αρκοί αποτελούσαν ιδιοκτησία της και ότι είχαν σπόριμη γη εξήντα κοιλών δημητριακών καρπών (περ. 1,54-1,7 τόνων), αλλά και ότι δεν είχαν ελιές, αγριελιές ή κάποιο άλλο είδος δέντρου, καθώς όλα τα είχαν κατακάψει οι κάτοικοι της γειτονικής Σάμου, χωρίς να έχουν λάβει σχετική άδεια από τη Μονή· επίσης, είχε αναφέρει ότι η νησίδα δεν διέθετε άλλα πηγαία ύδατα πέρα από ένα αναβρυτικό πηγάδι. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, κατά τους προηγούμενους αιώνες (17ος-18ος αι.), οι πορτολάνοι πληροφορούσαν τους ναυτικούς ότι στους Αρκιούς μπορούσαν να βρουν μικρή ποσότητα ξύλων (μάλλον για καύσιμη ύλη) και πηγάδια με υφάλμυρο νερό. Πάντως, το 1928, o διοικητής του σταθμού καραμπινιέρων της Πάτμου Francesco Cicarone, ο οποίος επισκέφθηκε τους Αρκιούς και υπέβαλε σχετική έκθεση προς τις ιταλικές αρχές της Λέρου, επισημαίνει ότι υπήρχαν τότε στη νησίδα πολλές αγριελιές (αρκετές από τις οποίες είχαν εμβολιαστεί), χαρουπιές, σχίνοι και άλλοι θάμνοι, καθώς και μερικές αμυγδαλιές, συκιές και φραγκοσυκιές· επιπλέον, επιβεβαιώνει ότι οι Αρκοί διέθεταν κάποιες πηγές υφάλμυρου νερού κοντά στη θάλασσα και μερικές δεξαμενές για τη συλλογή ομβρίων υδάτων, οι οποίες όμως δεν αρκούσαν για τις ανάγκες των κατοίκων και των παραγωγικών ζώων. Μια δεκαετία μετά, ο Ιταλός στατιστικολόγος Livio Livi, ο οποίος επισκέφθηκε τη νησίδα το 1938, μας διευκρινίζει ότι υπήρχε μόνο μία πηγή υφάλμυρου νερού προς τα βορειοδυτικά, κοντά στον όρμο Καλαμίτσι.

Αρκοί. Η θέση της δεξαμενής του Δανιήλ Συχνή στα δυτικά του λιμανιού.

Σε ό,τι αφορά τα όμβρια ύδατα, ο Γ. Σμυρνάκης γράφει (1914) ότι αυτά συλλέγονταν από διάφορα ρυάκια σε μία δεξαμενή που βρισκόταν στα βορειοδυτικά του μυχού του όρμου Αγούς και την οποία είχε κατασκευάσει ο Δανιήλ Συχνής (†1870) έναντι 12.000 γροσίων, «διότι τὰ ἐπὶ τῆς νησίδος ὕδατα διατελοῦσιν ὑφάλμυρα»· ο Δανιήλ είχε διατελέσει επανειλημμένα ηγούμενος της μονής Πάτμου (1849-1853, 1856-1863,1865-1867) και ίσως μετά από κάποια ηγουμενία του υπήρξε πακτωτής των Αρκιών. Από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα λοιπόν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γ. Σμυρνάκη, οι κάτοικοι υδρεύονταν από αυτή τη δεξαμενή αλλά και εκεί κοντά έπλεναν και τα ρούχα τους. Η εν λόγω δεξαμενή, από την οποία ονομάστηκε Στέρνα η ευρύτερη περιοχή, εξασφάλιζε την ύδρευση των κατοίκων τουλάχιστον μέχρι το 1938, αφού τότε η Μονή είχε αποδεχθεί αίτημα μίσθωσης του κτήματος της Στέρνας με όρο την «τελείαν ἐπισκευήν τῆς ὑφισταμένης στέρνας» και με την ακόλουθη υποχρέωση του αιτούντος: «ὅπως παράσχῃ ἐλευθερίαν πρός ὕδρευσιν τῶν ἐν τῇ νησίδι κατοίκων, δικαιουμένων νά λαμβάνωσιν ἀνά 4 δοχεῖα ὕδατος κατ’ ἄτομον ἡμερησίως μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἥν θά κατορθωθῇ νά ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνέγερσις ἐκ μέρους καί τῆς Σ. Κυβερνήσεως δημοσίας στέρνας, ὁπότε θά παύσῃ τό δικαίωμα ὑδρεύσεως τῶν κατοίκων ἐκ τῆς στέρνας τῆς Μονῆς ἡμῶν».

Θα πρέπει να προστεθεί εδώ ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Αρκιών είχε στο μεταξύ αλλάξει, καθώς, μετά από εισήγηση προς τις οθωμανικές αρχές της Ρόδου «κακοβούλων τινῶν καὶ ἀγνωμόνων Πατμίων», όπως σημειώνει ο Γ. Σμυρνάκης, ο διοικητής της Κω, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Πάτμος, έλαβε διαταγή το 1869 να διανείμει σε ιδιώτες τίτλους νομής γαιών στους Αρκιούς και σε άλλες νησίδες στις οποίες είχε ιδιοκτησίες η μονή Πάτμου. Εντούτοις, η Μονή δεν έπαψε να πληρώνει τον κατ’ αποκοπή φόρο που αντιστοιχούσε σε αυτές τις νησίδες και κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες, με τη συνδρομή της κοινότητας της Πάτμου αλλά και του οικουμενικού πατριαρχείου, για την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος. Το 1878 αρκετοί κάτοχοι των προαναφερόμενων τίτλων, «θείῳ ζήλῳ κινούμενοι», τους παραχώρησαν στη Μονή· σε ό,τι αφορά τους Αρκιούς, οι Γεώργιος Γαζής, Ιωάννης Κρητικός, Νικόλαος Χρυσοφός, Ελευθέριος Νικήτα Συχνής, Αλέξιος Μαυρής, Απόστολος Φωκιανός και Λεωνίδας Σημαντήρης είχαν παραδώσει τότε στη Μονή τους τίτλους που κατείχαν και οι οποίοι αφορούσαν γαίες συνολικά 82 κοιλών, δηλ. έκταση γης όπου μπορούσαν να σπαρθούν 82 κοιλά δημητριακών καρπών (2,1-2,3 τόνοι). Παρ’ όλα αυτά, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησίδων είχε μεταβληθεί άρδην, καθώς μόνο η νομή των αρόσιμων γαιών τους είχε επανέλθει στη Μονή, ενώ οι βοσκήσιμες γαίες τους εκμισθώνονταν πλέον με πλειστηριασμό από τις τοπικές κρατικές αρχές. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων, αν και το μοναστηριακό συμβούλιο είχε απευθυνθεί προς τις ιταλικές αρχές της Ρόδου ήδη από την αρχή της κατοχής ζητώντας να περιέλθουν εκ νέου οι νησίδες στην αποκλειστική κυριότητα της Μονής. Ενδεικτικά, σε ό,τι αφορά τους Αρκιούς, οι αρόσιμες γαίες είχαν εκμισθωθεί από τη Μονή στους Μάρκο Καμπόσο (1896-1910), Δημήτριο Μάρκου Καμπόσο (1912-1916) και Στέφανο Μελιανό/Μιλιανό/Αιμιλιανό (1916-1941), ενώ οι βοσκήσιμες γαίες είχαν εκμισθωθεί από τις ιταλικές αρχές της Πάτμου στον Βασίλειο Κρητικό του Νικολάου (π. 1923-1928) και έπειτα στον Σ. Μελιανό του Εμμανουήλ και τον γαμβρό του Γεώργιο Καλαντζάκη του Ιωάννη (1928-1937). Μάλιστα το συμβόλαιο των βοσκήσιμων γαιών του 1928 αναφέρει ότι μαζί με τους Αρκιούς μισθώνονταν και οι εξαρτώμενες από αυτούς νησίδες (Αρέφουσα, Καλόβολος, Μακρονήσι, Τσούκα, Αβάπτιστος, Ψαθονήσι, Σμινερονήσι, Κούμαρος κ.ά.). Όσον αφορά τις μοναστηριακές γαίες, θα πρέπει να προστεθούν τα εξής: Το κτήμα της Αρμυρίδας (στο νότιο τμήμα των Αρκιών) εξακολουθούσε και μετά το 1916 να βρίσκεται στα χέρια των γιων του Μάρκου Καμπόσου, ενώ το κτήμα του Χοντρού Κάβου (στην ανατολική πλευρά του όρμου Αγούς) αγοράστηκε το 1932 από τον Γ. Καλαντζάκη· ο τελευταίος, που φαίνεται να ήταν τότε ο μόνος εγγράμματος κάτοικος της νησίδας και είχε γίνει παράγοντας κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής αλλά και μεταπολεμικά, υπήρξε επιπλέον μισθωτής αρχικά (1938) του κτήματος της Στέρνας και στη συνέχεια (1941-1946) όλων των μοναστηριακών κτημάτων στους Αρκιούς αλλά και στο Μαράθι και το Αγαθονήσι.

Ωστόσο, οι καλλιεργητικές δυνατότητες των Αρκιών δεν ήταν μεγάλες. Ο Ιταλός γεωλόγος Ardito Desio παρατήρησε το 1922 ότι το έδαφος της νησίδας δεν προσφέρεται γενικά για καλλιέργεια και ότι τα φερτά υλικά αναμεμειγμένα με κοκκινόχωμα, τα οποία εναποτίθενται στις κοιλότητες του εδάφους και στις λιγότερο κεκλιμένες πλαγιές, δημιουργούν μόνο ορισμένες εκτάσεις κατάλληλες για την καλλιέργεια κριθαριού και σιταριού. Επιπλέον, ο L. Livi διαπίστωσε το 1938 ότι η τοπική παραγωγή δημητριακών δεν κάλυπτε τις ετήσιες ανάγκες των κατοίκων και ότι κατά την προηγούμενη γεωργική χρονιά, που ήταν εύφορη, από τις δώδεκα οικογένειες που κατοικούσαν στους Αρκιούς μόνο πέντε είχαν καλλιεργήσει σιτηρά όλο τον χρόνο, ενώ άλλες τρεις ή τέσσερις μόνο για έξι μήνες. Εκτός από τα δημητριακά, στη νησίδα καλλιεργούσαν λαχανικά και, επίσης, υπήρχαν λίγα καρποφόρα δέντρα (αμυγδαλιές, ελιές, συκιές). Το 1928 ο F. Cicarone σημειώνει και την ύπαρξη ενός μικρού αμπελώνα, ενώ μια δεκαετία μετά ο L. Livi κάνει λόγο πλέον για ζώνες αμπελοκαλλιέργειας σε διάφορες τοποθεσίες των Αρκιών, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι αυτή γινόταν με σύγχρονες τότε μεθόδους. Άλλωστε, η εκχέρσωση και η καλλιέργεια των χωραφιών και η επισκευή των τοίχων τους, η διατήρηση των υπαρχόντων δέντρων, η φύτευση νέων δέντρων και άλλων καρποφόρων φυτών και ο εμβολιασμός των αγριελιών αναφέρονται μερικές φορές ως όροι των συμβολαίων μίσθωσης τόσο των αρόσιμων όσο και των βοσκήσιμων γαιών.

Αρκοί. Κτηνοτροφική εγκατάσταση στο βόρειο τμήμα της νησίδας.

Η γεωμορφολογία των Αρκιών τους καθιστούσε κατάλληλους κυρίως για την κτηνοτροφία, πράγμα που επισημαίνει και ο Γ. Σμυρνάκης (1914): «Ἡ νησὶς αὕτη οὖσα ἐν γένει βραχώδης, χρήσιμος ἀποβαίνει μόνον πρὸς νομὴν αἰγοπροβάτων καί τινων κτηνῶν». Εύλογα λοιπόν ο σύγχρονός του Βρετανός αρχαιολόγος John Myres γράφει ότι το μεγαλύτερο μέρος των Αρκιών αποτελούσε βοσκότοπο, ο οποίος χωριζόταν με τοίχους από ξερολιθιές σε ζώνες βόσκησης με μάντρες. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το 1781 (17.08 π.η.), μεταξύ των εξόδων της μονής Πάτμου, καταγράφονται και 12 γρόσια που δόθηκαν στους βοσκούς για την κατασκευή ενός δέματος (ξερολιθικού τοίχου που οριοθετεί περιοχή για εγκλεισμό ζώων) στους Αρχιούς. Επίσης, ο Σμυρνάκης εκτιμούσε σε περίπου 500 τα αιγοπρόβατα που εκτρέφονταν το 1914 στη νησίδα. Η εκτίμηση του λόγιου ιερομόναχου επιβεβαιώνεται από τα σχετικά δεδομένα που παραθέτει στην υπηρεσιακή έκθεση του ο F. Cicarone μερικά χρόνια μετά· ακριβέστερα ο διοικητής του σταθμού καραμπινιέρων της Πάτμου καταμέτρησε το 1928 στους Αρκιούς 349 κατσίκια, 219 πρόβατα, 23 γαϊδούρια και ένα άλογο. Εντούτοις, τα δεδομένα αυτά αποκλίνουν σημαντικά από εκείνα του 1938 που μας δίνει ο στατιστικολόγος L. Livi: 194 κατσίκια, 103 πρόβατα, 12 βοοειδή και 15 ιπποειδή.

Πέρα από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, άλλες οικονομικές δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν στους Αρκιούς ήταν η αλιεία και, περιστασιακά, η ασβεστοποΐα. Η παλαιότερη μαρτυρία για την αλιεία εντοπίζεται στο γεωγραφικό εγχειρίδιο του Γεωργίου Α. Μάνου (1826), ο οποίος γράφει ότι οι ψαράδες έριχναν τα δίχτυα τους στους διαύλους που σχηματίζονται ανάμεσα στους Αρκιούς (Nacri) και στις μικρότερες νησίδες γύρω από τους Λειψούς. Έναν αιώνα αργότερα, ελληνικές και ιταλικές πηγές αναφέρουν γενικά ότι οι κάτοικοι των Αρκιών ζούσαν επίσης από την αλιεία. Ωστόσο, ο L. Livi μας διευκρινίζει ότι από τις δώδεκα οικογένειες μόνο τέσσερις επιδίδονταν κυρίως σε αυτήν. Αλλά οι Αρκοί, όπως και οι Λειψοί, σύμφωνα με τον J. Myres, προσέλκυαν τότε και αλιείς χταποδιών και σφουγγαριών από άλλα νησιά. Πράγματι, ο Σάμιος οπλαρχηγός Ιωάννης Γιαγάς, ο οποίος διωκόμενος από τις αρχές του νησιού του είχε καταφύγει στους Αρκιούς για περίπου είκοσι μήνες (07.1923-03.1925), μας πληροφορεί ότι στον όρμο τους προσέγγιζαν σπογγαλιευτικά πλοία από την Κάλυμνο, καθώς και πλοία με συνεργεία ασβεστοποιών. Ας προστεθεί ότι ο χάρτης της ΓΥΣ (εκδ. 1972) σημειώνει στους Αρκιούς αρκετές παράκτιες θέσεις με κατάλοιπα ασβεστοκάμινων.

Αρκοί. Πανοραμική άποψη του βόρειου τμήματος της νησίδας. Στα αριστερά φαίνεται ένα αλώνι, ενώ στα δεξιά η άκρα Κουμαρός. Στο κέντρο διακρίνονται μια κτηνοτροφική εγκατάσταση και πίσω από αυτήν, στην κορυφή του υψώματος, το ιταλικό στρατιωτικό παρατηρητήριο (Καζάρμα).

Άλλωστε, η θέση των Αρκιών στη ναυσιπλοΐα ήταν διαχρονικά σημαντική, καθώς από τα βορειοδυτικά τους διερχόταν η μικρασιατική ρότα, ο θαλάσσιος δρόμος που διαμορφώνεται ανάμεσα στα νησιά και τις μικρασιατικές ακτές και συνέδεε το Αιγαίο με την ανατολική Μεσόγειο. Διερχόμενα πλοία φαίνεται να ήταν και τα δύο ναυάγια που έχουν εντοπιστεί κοντά στο βόρειο ακρωτήριο της νησίδας (Κουμαρός), ένα με φορτίο κυρίως αρχιτεκτονικών μελών του 5ου-6ου αιώνα μ.Χ. και ένα με φορτίο αμφορέων του 9ου-11ου αιώνα ή λίγο παλαιότερο. Οι προαναφερόμενες μνείες των Αρκιών σε έργα με αποστάσεις τόπων και οδηγίες πλεύσης του 3ου αιώνα μ.Χ. υποδηλώνουν, εξάλλου, ότι αυτοί αποτελούσαν γνωστό αγκυροβόλιο ήδη από την ύστερη αρχαιότητα. Κατά τα νεότερα χρόνια, γαλλικοί πορτολάνοι του 17ου και του 18ου αιώνα, αν και αναφέρουν ότι στα νότια της νησίδας υπάρχει ένας μεγάλος όρμος όπου χωρούσε ένας ολόκληρος στόλος, επισημαίνουν ότι τότε δεν ήταν πολυσύχναστος και ότι μερικές φορές άραζαν εκεί οι κουρσάροι για να παλαμίσουν τα πλοία τους. Πάντως, όπως διαπιστώνεται από μία καταχώριση στο Βραβείον της μονής Πάτμου, πλοία του ρωσικού στόλου προσορμίζονταν στους Αρκιούς κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών (1770-1774). Επίσης, τα σωζόμενα ημερολόγια καταστρώματος πλοίων του ελληνικού στόλου μαρτυρούν ότι η νησίδα αποτέλεσε επανειλημμένα αραξοβόλι και τόπο συνάντησής τους κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και ιδιαίτερα πριν και μετά από τη ναυμαχία του Γέροντα (10.09.1824 ν.η.). Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι πηγές καταγράφουν και την προσόρμιση στους Αρκιούς ενός ελληνικού πειρατικού πλοίου με επταμελές πλήρωμα, το οποίο έκλεψε ζώα από μια νησίδα κοντά στην Πάτμο.

Κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Σάμιου οπλαρχηγού Ι. Γιαγά και του διοικητή του σταθμού καραμπινιέρων της Πάτμου F. Cicarone, το κύριο αγκυροβόλιο των Αρκιών δεν αποτελούσε μόνο σταθμό για τους διερχόμενους ναυτικούς που μερικές φορές, λόγω κακοκαιρίας, ήταν αναγκασμένοι να μένουν πολλές ημέρες εκεί, αλλά επίσης και τόπο συνάντησης για τους λαθρέμπορους του Αιγαίου. Ο όρμος αυτός, ο οποίος ονομάζεται Αγούς από τους κατοίκους και, στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών, είχε μετονομαστεί τότε σε Πόρτο-Αυγούστα (Porto Augusta), κατά την εκτίμηση του Γιαγά, μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι εβδομήντα μικροκάικα. Κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, βγαίνοντας στη στεριά δεν συναντούσε κανείς εκεί παρά μόνο ένα μικρό καφενείο, το οποίο ο Γ. Σμυρνάκης χαρακτηρίζει νεόδμητο (1914), ενώ ο Γιαγάς προσθέτει ότι ανήκε στον Χρήστο Μιλιανό (Μελιανό) και ότι ήταν «το εντευκτήριον όλου αυτού του κόσμου της περιπετείας του λαθρεμπορίου καπνού, σιγαρόχαρτου, καφέδων, οινοπνεύματος κ.λπ. ειδών».

Αρκοί. Άποψη των όρμων Στενό και Γλίπαπα από τα νοτιοδυτικά.

Πέρα από τον όρμο Αγούς, που αποτελεί το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο αγκυροβόλιο της νησίδας, οι ακτές της σχηματίζουν και μερικά άλλα, μικρότερα ή λιγότερο ασφαλή· οι πηγές της περιόδου της ιταλικής κατοχής (Γ. Σμυρνάκης, F. Cicarone, L. Livi) κάνουν λόγο επίσης για τους όρμους Καλαμίτσι προς τα βορειοδυτικά, Στενό στα δυτικά, Αγλήπαππα/Γλίπαπα (Aglipapa/Glipapa) προς τα νοτιοδυτικά και Καψαλιασμένος στα βορειοανατολικά.

Η γεωγραφική θέση των Αρκιών τους καθιστούσε ακριβέστερα σημείο ελέγχου του τμήματος της μικρασιατικής ρότας που διερχόταν μεταξύ Πάτμου και Αρκιών και συνέχιζε ακολουθώντας είτε τον δίαυλο μεταξύ Φούρνων και Σάμου είτε τον δίαυλο μεταξύ Σάμου και μικρασιατικών ακτών. Εύλογα λοιπόν, λίγο πριν ή στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945), η ιταλική διοίκηση εγκατέστησε κοντά στο υψηλότερο σημείο του βόρειου τμήματος των Αρκιών ένα στρατιωτικό παρατηρητήριο (stazione di segnali o di avvistamento), γνωστό μέχρι σήμερα ως Καζάρμα (< caserma), το οποίο πιθανότατα εγκαταλείφθηκε μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (03.09.1943). Κατά τη διάρκεια της μάχης της Λέρου (26 Σεπτεμβρίου-16 Νοεμβρίου 1943) που ακολούθησε, μεταξύ Γερμανών και Συμμαχικών δυνάμεων, αναφέρεται ότι βρετανικά και ελληνικά αντιτορπιλικά (Hurworth,Αδρίας) είχαν ερευνήσει, μεταξύ άλλων περιοχών, και τους Αρκιούς και ότι μία βρετανική βενζινάκατος (ML 579) καταστράφηκε εκεί από αεροπορική επιδρομή. Μετά την ήττα των Συμμαχικών δυνάμεων από τους Γερμανούς και μέχρι το τέλος του Πολέμου, απομνημονεύματα Ελλήνων και Βρετανών μαρτυρούν ότι στους Αρκιούς προωθούνταν μυστικά πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών από ένα δίκτυο Ελλήνων στην υπηρεσία των Συμμαχικών δυνάμεων και, επίσης, ότι πραγματοποιούνταν περιπολίες και άλλες επιχειρήσεις στη νησίδα από Έλληνες και Βρετανούς καταδρομείς.

Αρκοί. Ο σύγχρονος φανός στην άκρα Στέρνα. Άποψη από τα ανατολικά.

Τρία χρόνια μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, αναγνωρίζοντας επίσης τον κομβικό ρόλο των Αρκιών στη ναυσιπλοΐα, συμπεριέλαβε στους φαροδείκτες την άκρα Κούμουρο (το ορθό: Κουμαρός), η οποία βρίσκεται λίγο βορειότερα της Καζάρμας, ως περιοχή προσεχούς εγκατάστασης φανού. Τελικά, ένας φανός εγκαταστάθηκε στη νησίδα το 1969, σε άλλη όμως θέση, στην άκρα Σιστέρνα (το ορθό: Στέρνα), στα δυτικά του όρμου Αγούς. Στους ελληνικούς φαροδείκτες ο πρώτος αυτός φανός περιγράφεται ως «σιδηρόπλεκτος κατασκευὴ ἐπὶ κυκλικοῦ θυλακίου».

Όσον αφορά τη συγκρότηση οικισμού στους Αρκιούς, ο στατιστικολόγος L. Livi εκτιμά ότι πριν από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα δεν μπορεί να γίνει λόγος για σχετικά σταθερή εγκατάσταση μερικών οικογενειών στη νησίδα. Μάλιστα, κατά την επίσκεψή του εκεί το 1938, ο Livi διαπίστωσε τα εξής: ότι κανένας κάτοικος των Αρκιών δεν ήταν γεννημένος στη νησίδα, αν και μερικοί κτηνοτρόφοι κατοικούσαν μόνιμα εκεί ήδη 50-60 χρόνια (δηλ. περ. από το 1880-1890)· ότι οι γυναίκες πήγαιναν για να γεννήσουν κυρίως στην Πάτμο αλλά επίσης και στη Λέρο ή στους Λειψούς, όπου είχαν συγγενείς· και ότι όλοι οι κάτοικοι ήταν ιδιοκτήτες ενός σπιτιού στην Πάτμο.

Αρκοί. Η θέση του ναϋδρίου της Παναγίας Παντανούσσας, όπου φαίνονται επίσης ένα οίκημα στα ανατολικά και κτιριακά κατάλοιπα στα νότια.

Πράγματι, κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, δεν φαίνεται να είχε συγκροτηθεί ούτε καν κάποιος συνοικισμός στους Αρκιούς, αφού, σύμφωνα με αναφορά της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου προς τη δημογεροντία της Πάτμου, το 1828 υπήρχε στη νησίδα μόνο μία εκκλησία και ένα οίκημα. Πρόκειται προφανώς για το παλαιότερο ναΰδριο των Αρκιών, την Παναγία Παντανούσσα, και για το σωζόμενο σήμερα οίκημα στα ανατολικά του, στο οποίο ο Γ. Σμυρνάκης είχε βρει το 1914 να κατοικούν τρεις γυναίκες που ασχολούνταν με την εκτροφή προβάτων και παράλληλα φρόντιζαν το ναΰδριο. Εντούτοις, ανατολικά και νότια του ναϋδρίου εντοπίζονται κτιριακά κατάλοιπα που μαρτυρούν παλαιότερη εγκατάσταση· ο λόγιος ιερομόναχος διέκρινε «ἐρείπια κελλίων, ἐξ ὧν διασῴζονταί τινα μετὰ τῶν ἀναγκαίων ἀποθηκῶν, τάφων, κλιβάνου, κήπου καὶ λοιπῶν ἐπιτηδείων» και θεώρησε ότι αυτά αποδεικνύουν ότι υπήρχε εκεί κάποιο μονύδριο ή μετόχι της μονής Πάτμου. Μέχρι τη δεκαετία του 1850, αν είναι ακριβής μία πληροφορία που μας παραδίδει ο Γάλλος αββάς Émile Le Camus, η κατάσταση αναφορικά με την κατοίκηση της νησίδας δεν είχε αλλάξει· συγκεκριμένα, ο Le Camus γράφει ότι, όταν ο συμπατριώτης του αρχαιοδίφης Victor Guérin ταξίδευε το 1856 προς την Πάτμο και, λόγω σφοδρής καταιγίδας, το πλοίο του προσορμίστηκε στους Αρκιούς, διανυκτέρευσαν με τον πλοηγό του στο ύπαιθρο και την επόμενη ημέρα δεν βρήκαν άλλον κάτοικο παρά μόνο έναν φτωχό βοσκό. Ωστόσο, στις αρχές του επόμενου αιώνα, όπως μας πληροφορεί ο Γ. Σμυρνάκης (1914), υπήρχαν πλέον ποιμενικές καλύβες σε τρία διαφορετικά σημεία της νησίδας· επτά καλύβες κτισμένες «διὰ ξηρολίθων, ἐπικεχρισμένων ἔσωθεν, ἐπὶ βραχώδους ράχεως» βρίσκονταν στο ύψωμα βόρεια του όρμου Αγούς (Πάνω Χωριό, θέση Αμυγδαλιά), δύο πάνω από τον όρμο Γλίπαπα (θέση Κάμπος) και μία μεμονωμένη πλησίον του ναϋδρίου της Παντανούσσας. Στις καλύβες αυτές κατοικούσαν δέκα οικογένειες (28 άνδρες και 30 γυναίκες, δηλ. συνολικά 58 άτομα το 1918), όλες συγγενικές και καταγόμενες «ἐκ τοῦ ἐπιζῶντος Ἀρχηγέτου τῆς πατριᾶς ταύτης Αἰμυλιανοῦ [Εμμανουήλ Μελιανού/Μιλιανού]». Την επόμενη δεκαετία, ο A. Desio (1922) κάνει επίσης λόγο για δύο μικρά σύνολα από καλύβες και για δέκα οικογένειες (συμπεριλαμβανομένης όμως και εκείνης που κατοικούσε στο Μαράθι), ενώ ο F. Cicarone (1928) για τρία σύνολα σπιτιών και για δεκατέσσερις οικογένειες (85 άτομα, εκ των οποίων 29 ενήλικες).Ο γερο-Μανώλης Μιλιανός ζούσε ακόμη τότε, όπως προσθέτει ο σύγχρονός τους Ι. Γιαγάς (1923-1925), και η οικογένειά του ήταν πολυπληθής. Ο σημερινός οικισμός άρχισε να συγκροτείται μάλλον μια δεκαετία μετά, αφού ο L. Livi βρήκε το 1938 τρεις οικογένειες να κατοικούν στο βάθος του λιμανιού, καθώς και την πολυτελή κατοικία του Γ. Καλαντζάκη στα νοτιοανατολικά του λιμανιού.

Αρκοί. Μερική άποψη του συνοικισμού του Πάνω Χωριού.

Στον συνοικισμό της Αμυγδαλιάς (Πάνω Χωριό) διέμεναν τότε μόνο δύο οικογένειες, ενώ στον συνοικισμό του Κάμπου τέσσερις και άλλες δύο κοντά στο ναΰδριο. Με εξαίρεση την κατοικία του Καλαντζάκη και εκείνες κοντά στο ναΰδριο, όλες οι άλλες ήταν μονόχωρα κτίσματα, ξερολιθικά και επιχρισμένα μόνο εσωτερικά. Οι δώδεκα αυτές οικογένειες περιλάμβαναν 66 άτομα. Μερικά χρόνια πριν από την επίσκεψη του Livi, σύμφωνα με πληροφορία των κατοίκων που μας μεταφέρει ο ίδιος, στους Αρκιούς ήταν εγκατεστημένες συνολικά δεκαοκτώ οικογένειες, αλλά έξι από αυτές είχαν στο μεταξύ επιστρέψει στα γειτονικά νησιά από τα οποία και κατάγονταν (Πάτμο, Λειψούς, Αγαθονήσι). Σε γενικές γραμμές, ο Ιταλός στατιστικολόγος είχε παρατηρήσει τότε ότι οι σχέσεις των κατοίκων των Αρκιών με την Πάτμο ήταν στενές και ότι με αυτές κάλυπταν τις εκπαιδευτικές, τις θρησκευτικές και τις άλλες κοινωνικές ανάγκες τους· έτσι τα παιδιά πήγαιναν σχολείο στην Πάτμο μένοντας σε συγγενείς, ενώ ένας ιερέας μετέβαινε από εκεί στη νησίδα δύο ή τρεις φορές τον χρόνο, στις μεγάλες γιορτές. Η επικοινωνία με την Πάτμο εξασφαλιζόταν, όπως μας εξηγεί ο ίδιος, με τις βάρκες που είχαν οι κάτοικοι των Αρκιών, δεκαπέντε με κουπιά και δύο με πανιά, καθώς και με το μηχανοκίνητο σκάφος του Γ. Καλαντζάκη. Λίγα χρόνια μετά, ο πληθυσμός της νησίδας φαίνεται να διπλασιάστηκε, καθώς το 1946 αναφέρονται εκεί 128 άτομα. Η ελληνική απογραφή του επόμενου έτους, αν και δεν επαλήθευσε αυτόν τον αριθμό, επιβεβαίωσε ότι ο πληθυσμός των Αρκιών γνώρισε σημαντική αύξηση από το 1938, καθώς κατέγραψε εκεί δεκαεννέα οικογένειες (42 άνδρες και 51 γυναίκες, δηλ. συνολικά 93 άτομα) και είκοσι επτά οικοδομές. Μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948) και μέχρι τη δεκαετία του 1960, τα δεδομένα των ελληνικών απογραφών μας δείχνουν ότι ο πληθυσμός της νησίδας παρέμεινε σχετικά σταθερός (92-97 άτομα).

Αρκοί. Το εσωτερικό του προσκτίσματος στο ναΰδριο της Παναγίας Παντανούσσας, όπου λειτούργησε το πρώτο σχολείο της νησίδας. Άποψη από τα δυτικά.

Σε ό,τι αφορά τη σχολική εκπαίδευση, αξίζει να προστεθεί ότι Δημοτικό Σχολείο αναγνωρίστηκε επίσημα στους Αρκιούς το 1947 και ότι, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, το πρώτο σχολείο στεγάστηκε στο πρόσκτισμα που επέχει θέση νάρθηκα στο ναΰδριο της Παντανούσσας. Το σημερινό ναΰδριο της Παντανούσσας φαίνεται να είναι αυτό που ανοικοδομήθηκε το 1928 μετά την καταστροφή του προγενέστερου από πυρκαγιά. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες κτίστηκαν στη νησίδα τρία ακόμη ναΰδρια, των Αγίων Αναργύρων (1972), της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1980) και του Αγίου Ελευθερίου.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Pliny, Naturalis historia, 5.133-135· Αγαθήμερος, Γεωγραφίας υποτύπωσις IV.18· Ανώνυμος, Σταδιασμός, 290· ANF, Marine, 3JJ, 220, no. 4, 4, 7-8, 77· ANF, Marine, 3JJ, 221, no. 2, f. 8, 23, no. 4, f. 23v· Berthelot 1695· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 126, no. 5, 43· Roberts 1699, 40-41· ΜΙΘ, Α.Κ. 1006, α΄, φ. 28v· Delisle 1707· ΜΙΘ, Α.Κ. 1009, φ. 120v· ΜΙΘ, Α.Κ. 1004, φ. 64ν, 205v· ANF, Marine, 5JJ, 323, 30-31· ΜΙΘ, Α.Κ. 1015, φ. 302v, 314v, 323v, 329r, 331v, 335v, 336v, 379v· ΜΙΘ, Α.Κ. 1001, φ. 89r· ΜΙΘ, Α.Κ. 1005, σ. 14, φ. λε΄v· ΜΙΘ, Α.Κ. 1010, 244, 246, 272· Mano 1826, 198-199· ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 47-48, 813· HOA, Patmos· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1876-1882), 45-46· ΜΙΘ, Φ. 74, 03.06.1878, χ.χ.· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 53· ΜΙΘ, Α.Κ. Κώδιξ ενοικιαστηρίων και πωλητηρίων (1883-1912), 221-222, 508-509· Πάτρας 1886, 111-113· Le Camus 1889, 327· Miklosich – Müller 1890, vol. 6, t. 3, 65· Σαχτούρης 1890, 50, 52-53, 61-63, 74-75· ΥΔΙΑ, Προξενείο Ρόδου, 1897, φάκ. 101/1, αρ. 138, 11.09.1895· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 147, 155, 712, 750, 752· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1912-1925), 8-9, 69· ΜΙΘ, Βιβλίον κτημάτων (1913-1925), φ. 61· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1917, φάκ. 8, τμ. 2/4, 21.02.1916· ΜΙΘ, Φ. «Πάτμος. Κτηματολογικά», 15.09.1917· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1920-1923), 40, 216· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 29.07.1923· Desio 1923, 380· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1923-1927), 190, 331· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1925-1928), 41-42· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1927-1935), 138, 156, 267, 462, 569, 572, 612· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 20.03.1928, 31.08.1928· Desio 1928, 431· IGM, Archi· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 58-59· Desio 1931, 54-57, πιν. ΙΙΙ· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Β΄, 154-160, 163-164 και τ. Ε΄, 556-564· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1935-1938), 172, 250, 281, 291· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1938-1944), 19-20, 192-193, 252, 257, 420-421· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 220· Livi 1940, 8-9, 55, 63-66, 79· Myres 1943, 118· εφ. Η Πάτμος, 10.05.1947, 2· Φαροδείκτης 1951, 262-263· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 211· Κρητικός 1961, 133-134· Φαροδείκτης 1970, 292-293· ΓΥΣ, Λέρος· Levi – Fioravanzo 1972, 406· Φλωρεντής 1980, 55, 58, 70, 74, 77, 83, 85, 113· Δαφνής – Κωστής 1987, τ. Η΄, 328· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 286-288· Βολανάκης 1990, 20-23· Μαγιάτης 1990, 69· Παπαδόπουλος – Φλωρεντής 1990, 185-186· Φραγκίσκος – Φλωρεντής 1993, 286· Γιαγκάκης 1994, 6-15· Σκανδαλίδης 1994, 29, 127· Βαρβούνης 1997, 514-517· Γιαγκάκης 1997, 22· Διβάνη – Κωνσταντοπούλου 1997, 279· Μπελαβίλας 1997, 61-64· Γεροζήσης 1998, 247-248, 430, 465, 504, 577-578· Ζαρίφης 1999, 113, 136, 139· Πίκουλας 1999, 202-208· Κρικρής 2000, 76· Δελλαπόρτα 2001-2004, 554· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Κασσώτης 2007, 102, 104-107· Rogers 2007, 157· Μελιανός 2012, 134· Καρδάση 2013, 19-22· Koutsouflakis 2017, 35-39· Ursinus 2019, 205-206, 245· Sarantidis 2020, 102, 137-143· Κυριακίδης 2024, passim.

Συντάκτες: Κ.Σ. (αρχαιότητα) – Γ.Κ. (νεότερα χρόνια)

ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Αρκοί. Οχυρωματική εγκατάσταση. Ο βόρειος πύργος και το βόρειο σκέλος της οχύρωσης. Άποψη από τα δυτικά.

Θέση: Κάστρο

Διαστάσεις: εγκατάσταση (μέγιστες διαστάσεις) 29 (ΒΝ) × 28 (ΑΔ) μ., (α) βόρειος πύργος 8,60 (ΑΔ) × 6,70 (ΒΝ) μ., ύψος περ. 1,20/2,50 μ., (β) νότιος πύργος 11 (ΒΝ) × 7 (ΑΔ) μ., (γ) πλάτωμα/πλατφόρμα 4,50 (ΑΔ) × 3 (ΒΝ) μ., (δ) βόρειο σκέλος οχύρωσης 19 (ΑΔ) × 1,50 (ΒΝ) μ., (ε) ανατολικό σκέλος οχύρωσης 11 (ΒΝ) × 1,50 (ΑΔ) μ., (στ) νότιο σκέλος οχύρωσης (ορατό μήκος) 8 (ΑΔ) μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Η οχυρωματική εγκατάσταση βρίσκεται στην κορυφή επιθαλάσσιου υψώματος (39 μ.) γνωστού ως Κάστρο (παλαιότερα Καστέλλι). Το ύψωμα καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του ακρωτηρίου Στέρνα, το οποίο ορίζει τον όρμο Αγούς από τα δυτικά. Στην κορυφή του λόφου είναι ευδιάκριτος ένας ορθογώνιος πύργος (βόρειος), από τον οποίο εκτείνονται προς τα νότια και τα δυτικά δύο σκέλη οχυρωματικού τείχους.

Αρκοί. Οχυρωματική εγκατάσταση. Διακρίνονται οι δύο πύργοι. Άποψη από τα βορειοδυτικά.

Το πρώτο σκέλος (ανατολικό) οδηγεί σε έναν άλλο πύργο στα νότια και το δεύτερο (βόρειο) απολήγει σε μία άλλη κατασκευή, η οποία ανταποκρίνεται πιθανότερα σε κάποιου είδους υπερυψωμένο πλάτωμα/πλατφόρμα. Ο χώρος περιβάλλεται στα νότια και δυτικά από γκρεμό, ο οποίος απολήγει σε απόκρημνη βραχώδη ακτή. Στο δυτικό και το νότιο φρύδι του γκρεμού διατηρούνται αποσπασματικά τμήματα τείχους, το οποίο θα περιέκλειε το κρημνώδες άκρο του χώρου στα νοτιοδυτικά, ολοκληρώνοντας τον περίβολο.

Αρκοί. Οχυρωματική εγκατάσταση. Τμήμα τείχους στο δυτικό φρύδι του γκρεμού. Άποψη από τα βορειοδυτικά. Στα δεξιά φαίνονται το Σπαλαθρονήσι και τμήμα της νησίδας Μαράθι, ενώ στο βάθος οι Λειψοί.

Από τα διατηρούμενα κατάλοιπα της εγκατάστασης διακρίνονται τρεις κατασκευαστικές φάσεις από τοπικό ερυθροκίτρινο ασβεστόλιθο, από τις οποίες οι δύο αρχαιότερες είναι κατασκευασμένες σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα. Η πρώτη περιλαμβάνει τη λίθινη βάση (κρηπίδωμα) των πύργων και τα δύο προαναφερθέντα σκέλη των οχυρώσεων, καθώς και το μικρό τμήμα του οχυρωματικού τείχους που διατηρείται στο φρύδι του γκρεμού στα δυτικά. Η δεύτερη κατασκευαστική φάση αφορά στην αναδιαμόρφωση και ανύψωση μόνο της λίθινης βάσης του βόρειου πύργου, ενώ την τρίτη φάση αποτελούν επαναχρησιμοποιημένες πολυγωνικές λιθόπλινθοι από τις δύο προηγούμενες φάσεις, μαζί με ακατέργαστους λίθους συνδεδεμένους μεταξύ τους με σκληρό ποζολανικό κονίαμα. Η τελευταία αυτή φάση μαρτυρείται κατασκευαστικά πάνω στα ερείπια του ανατολικού σκέλους της οχύρωσης και σε όλους τους δευτερεύοντες τοίχους που μπορούν να διακριθούν εντός της εγκατάστασης. Η απουσία ικανού αριθμού διάσπαρτων πολυγωνικών λιθοπλίνθων στον περιβάλλοντα χώρο, καθώς και η τρίτη κατασκευαστική φάση (με κονίαμα) επάνω στο ανατολικό σκέλος του τείχους, είναι χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ότι η κατασκευή κατά την πρώτη και τη δεύτερη φάση αποτελούνταν από λίθινη βάση (κρηπίδωμα) και ανωδομή από πλίνθους, η οποία δεν έχει διατηρηθεί.

Αρκοί. Ο βόρειος πύργος της οχυρωματικής εγκατάστασης. Διακρίνονται οι δύο κατασκευαστικές φάσεις. Άποψη από τα δυτικά.

Ο βόρειος πύργος είναι προσανατολισμένος κατά τον άξονα ΑΔ. Οι τοίχοι, που έχουν πάχος 1 μ., είναι κατασκευασμένοι σύμφωνα με την πολυγωνική τεχνική. Η τοιχοποιία έχει δύο όψεις και εσωτερικό γέμισμα από μικρότερες πέτρες και χώμα. Οι εξωτερικές όψεις είναι κατασκευασμένες από λίθους μεγαλύτερων διαστάσεων και διατηρούνται σε ύψος δύο ή τριών δόμων (σειρών). Αυτή η χαμηλή λίθινη βάση, η οποία διατηρείται σε όλες τις πλευρές και είναι περισσότερο ευδιάκριτη στη δυτική, έχει κατά μέσο όρο ύψος 1-1,20 μ. Η δεύτερη φάση περιλαμβάνει την ανύψωση της παλαιότερης λίθινης βάσης. Το νέο τμήμα είναι επίσης κατασκευασμένο σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα, όμως οι λιθόπλινθοι είναι σημαντικά μεγαλύτεροι (μήκος 1,50-2 μ. και ύψος 1-1,40 μ.). Ο εσωτερικός χώρος του κεντρικού πύργου, παρόλο που καλύπτεται από πεσμένες λιθοπλίνθους, δίνει την εντύπωση ότι είναι κοίλος, γεγονός που υποδηλώνει πιθανότατα την παρουσία δεξαμενής νερού στο υπόγειό του, διαμόρφωση αρκετά συνηθισμένη σε τέτοιου τύπου κατασκευές.

Από το μέσον του δυτικού τοίχου του πύργου, το τείχος εκτείνεται δυτικότερα έως το προεξέχον πλάτωμα/πλατφόρμα και τον γκρεμό. Ωστόσο, η γωνία που θα σχημάτιζαν δεν διατηρείται και πιθανότατα έχει κατακρημνισθεί. Το τείχος διατηρείται σε ύψος ενός έως δύο δόμων (περ. 1-1,20 μ.) και, όπως και το κτιστό πλάτωμα/πλατφόρμα, μοιράζονται παρόμοια τεχνικά χαρακτηριστικά με την πρώτη φάση του βόρειου πύργου. Το ανατολικό σκέλος του τείχους, το οποίο ακολουθεί τα τεχνικά χαρακτηριστικά της πρώτης κατασκευαστικής φάσης, είναι ορατό σε όλο του το μήκος (δηλ. στο διάστημα μεταξύ του βόρειου και του νότιου πύργου), αν και διατηρείται σε κακή κατάσταση, αφού ένας λεπτότερος τοίχος (πάχους 1 μ.) κτίστηκε από πάνω του κατά την τρίτη φάση.

Αρκοί. Τα κατάλοιπα του νότιου πύργου της οχυρωματικής εγκατάστασης. Άποψη από τα ανατολικά.

Ο νότιος πύργος, ο οποίος προεξέχει ανατολικά, είναι επίσης ορθογώνιος, προσανατολισμένος κατά τον άξονα ΒΝ και οριοθετεί την εγκατάσταση στη νοτιοανατολική γωνία. Οι τοίχοι του νότιου πύργου έχουν πάχος 1,50 μ. και διατηρούνται σε χαμηλή στάθμη ενός δόμου, στις περισσότερες περιπτώσεις μισοθαμμένοι ή κάτω από την πυκνή σχινώδη βλάστηση. Το ίδιο ισχύει και για το νότιο σκέλος του τείχους, που εκτείνεται δυτικά από τη βορειοδυτική γωνία του νότιου πύργου έως τον γκρεμό, όπου πιθανώς συναντούσε το τελευταίο τμήμα της οχύρωσης σχήματος Γ, που θα περιέκλειε τον χώρο από τα νοτιοδυτικά. Τα προαναφερόμενα σκέλη της οχύρωσης διατηρούνται επίσης σε πολύ κακή κατάσταση: από το νότιο σκέλος μόνο η χάραξή του είναι ορατή στο έδαφος, ενώ από το τελευταίο τμήμα η εσωτερική του όψη διατηρείται τόσο μόνον ώστε να τεκμηριώνεται απλώς η ύπαρξή του. Η εξωτερική παρειά του σκέλους αυτού, το οποίο βρίσκεται στο φρύδι του γκρεμού, πρέπει να έχει κατακρημνιστεί.

Στον εσωτερικό χώρο του περιβόλου εντοπίζονται δύο δευτερεύοντες τοίχοι πλάτους 0,50 μ. και προσανατολισμού ΑΔ, καθώς και άλλοι τρεις τοίχοι με εγκάρσιο προσανατολισμό. Η διαμόρφωση αυτή, μαζί με την ανακατασκευή του ανατολικού σκέλους της οχύρωσης, καθώς και ενός επιπλέον τοίχου σε σχήμα Γ εκτός του περιβόλου, μπροστά από το ανατολικό σκέλος της οχύρωσης, αποτελούν την τρίτη κατασκευαστική φάση στον χώρο. Αξίζει να σημειωθεί πως εφόσον δεν εντοπίζονται άλλοι τοίχοι σε κοντινή απόσταση εκτός του περιβόλου, η τελευταία αυτή φάση περιλαμβάνει μόνο αυτές τις λίγες τεκμηριωμένες παρεμβάσεις, περίπου εντός των ορίων της αρχικής εγκατάστασης.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Από τα έως σήμερα γνωστά δεδομένα, σε αντίθεση με τα άλλα νησιά της Μιλήτου, οι Αρκοί δεν φαίνεται να διευκόλυναν την ανάπτυξη οποιουδήποτε είδους μόνιμης οικιστικής εγκατάστασης στην αρχαιότητα. Προφανώς, η μικρή τους έκταση και η έλλειψη πόσιμου νερού αποτέλεσαν τα κύρια μειονεκτήματα για τη διαμόρφωση ενός σταθερότερου οικιστικού πυρήνα. Παρ’ όλα αυτά, η Μίλητος πρέπει να εκμεταλλεύτηκε την κομβική γεωγραφική θέση της νησίδας στη διαδρομή από τη Ρόδο και την Κω προς τη Σάμο και από την Πάτμο στη Μίλητο, οργανώνοντας αυτή τη μικρή εγκατάσταση, προκειμένου να ελέγξει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της κάθε ρότας, τουλάχιστον όσον αφορά στους ύστερους κλασικούς και πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους.

Χρονολόγηση: (α΄ φάση) ύστερος 5ος/αρχές 4ου αι. π.Χ., (β΄ φάση) 3ος αι. π.Χ., (γ΄ φάση) ύστερη αρχαιότητα (3ος-6ος αι. μ.Χ.).

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 557· Livi 1940, 63· Hope Simpson – Lazenby 1970, 51· Βολανάκης 1990, 20-23· Σημαντώνη-Μπουρνιά – Μενδώνη 1998, 301· Πίκουλας 1999, 202-208· Μιχαλάκη-Κόλλια 2005, 331· Δρελιώση-Ηρακλείδου – Μιχαηλίδου 2006, 37-38· Sarantidis 2017, 260· Ματσούκα – McCabe – Πίκουλας 2018, 108· Sarantidis 2020, 102, 137-143.

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΝΑΫΔΡΙΟ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΝΤΑΝΟΥΣΣΑΣ

Αρκοί. Άποψη του ναϋδρίου της Παναγίας Παντανούσσας από τα νοτιοδυτικά.

Θέση: Παντανούσσα.

Διαστάσεις: (α) κυρίως ναΰδριο: μήκος ανατολικής και δυτικής πλευράς 3,20 μ., μήκος βόρειας και νότιας πλευράς 4,50 μ., ύψος 3,50 μ., (β) πρόσκτισμα: μήκος ανατολικής και δυτικής πλευράς 3,60 μ., μήκος βόρειας και νότιας πλευράς 7,50 μ., ύψος 4 μ., (γ) είσοδος: ύψος 1,70 μ., πλάτος 0,80 μ.

Αρκοί. Άποψη του ναϋδρίου της Παναγίας Παντανούσσας από τα ανατολικά.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Το ναΰδριο της Παναγιάς Παντανούσσας, όπως καλείται από τους κατοίκους των Αρκιών (αντί Παντάνασσας), βρίσκεται σε περίοπτη θέση, στην κορυφή υψώματος (90 μ.) βορειοανατολικά του σύγχρονου οικισμού, η οποία προσφέρει πανοραμική θέα στην ευρύτερη περιοχή των Βορείων Δωδεκανήσων. Το κυρίως ναΰδριο είναι ορθογώνιο, μονόχωρο και καμαροσκέπαστο, χωρίς την τυπική αψίδα εξωτερικά στο ανατολικό άκρο του. Μάλιστα ο ανατολικός τοίχος τoυ ναϋδρίου, όπως φαίνεται από την εξωτερική πλευρά του, έχει ανεγερθεί πάνω σε παλαιότερο τοίχο από λιθοδομή με ίδιο προσανατολισμό.

Αρκοί. Το ιερό βήμα του ναϋδρίου της Παναγίας Παντανούσσας.

Στο εσωτερικό διαμορφώνονται δύο κόγχες, εκ των οποίων η μεγαλύτερη, αψιδωτού σχήματος, επιτελεί τον ρόλο του ιερού βήματος, ενώ η μικρότερη και βορειότερη αναγνωρίζεται ως πρόθεση. Στον νότιο τοίχο ανοίγονται δύο παράθυρα, ένα μικρό στο ιερό βήμα και ένα μεγαλύτερο στον κεντρικό χώρο του ναϋδρίου. Δομικά κατάλοιπα περιμετρικά της θεμελίωσης φανερώνουν ότι το ναΰδριο ανεγέρθηκε στη θέση παλαιότερου κτίσματος. Σε μεταγενέστερη φάση φαίνεται ότι κατασκευάστηκε πρόσκτισμα, το οποίο προσκολλήθηκε στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναϋδρίου και επέχει θέση νάρθηκα, με αποτέλεσμα πλέον η πρόσβαση στο ναΰδριο να γίνεται μέσω αυτού. Το πρόσκτισμα είναι μεγαλύτερο σε μήκος και πλάτος από το κυρίως ναΰδριο και διαθέτει επίπεδη στέγη. Ανατολικά της εισόδου είναι κτισμένο μονόλοβο κωδωνοστάσιο.

Αρκοί. Το εσωτερικό του ναϋδρίου της Παναγίας Παντανούσσας.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Στα ανατολικά και νότια της Παντανούσσας εντοπίζονται κτιριακά κατάλοιπα που μαρτυρούν παλαιότερη εγκατάσταση. Ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, ο οποίος επισκέφθηκε τους Αρκιούς το 1914, διέκρινε εκεί «ἐρείπια κελλίων, ἐξ ὧν διασῴζονταί τινα μετὰ τῶν ἀναγκαίων ἀποθηκῶν, τάφων, κλιβάνου, κήπου καὶ λοιπῶν ἐπιτηδείων» και θεώρησε ότι αυτά αποδεικνύουν ότι υπήρχε κάποιο μονύδριο ή μετόχι της μονής Πάτμου. Το πολύνησο των Αρκιών περιήλθε στην κυριότητα της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου το 1088, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Κατά την οθωμανική περίοδο, η Μονή φαίνεται ότι είχε τη νομή της νησίδας μέχρι το 1869, ενώ αργότερα δεν διατηρούσε πλέον εκεί παρά μερικές καλλιεργήσιμες γαίες. Πάντως, εκκλησία στους Αρκιούς μαρτυρείται από το 1828, σε έγγραφο με το οποίο η Μονή γνωστοποιούσε στη δημογεροντία Πάτμου στοιχεία για τις ιδιοκτησίες της μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Γ. Σμυρνάκης περιγράφει το ναΰδριο της Παντανούσσας με διαφορετικές των σημερινών διαστάσεις: «ἔχον μῆκος μετὰ τοῦ Νάρθηκος 7μ.60 × 2μ.35 πλάτους» και προσθέτει ότι ήταν αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή. Το ναΰδριο αυτό φαίνεται ότι κάηκε το 1928, αφού στα πρακτικά του μοναστηριακού συμβουλίου καταγράφεται η απόφασή του να συνδράμει τότε με 300 λιρέτες στην ανοικοδόμηση «τοῦ ἐν τῇ νησίδι ταύτῃ (Ναρκίοις) ἱεροῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου τοῦ ἀποτεφρωθέντος ὑπό πυρκαϊᾶς» μετά από σχετικό αίτημα του κατοίκου των Αρκιών Γ. Καλαντζάκη. Ενδεχομένως, σε μέρος των καταλοίπων του αρχικού ναϋδρίου να πρέπει να αποδοθεί το κατώτερο μέρος του ανατολικού τοίχου της υφιστάμενης εκκλησίας, το οποίο διακρίνεται στην εξωτερική πλευρά ως παλαιότερη φάση.

Αρκοί. Άποψη του ναϋδρίου της Παναγίας Παντανούσσας από τα βορειοανατολικά.

Πάντως, η απουσία προεξέχουσας αψίδας και αυτοτελούς ιερού βήματος στο σημερινό ναΰδριο, καθώς και η ύπαρξη “νάρθηκα” μεγαλύτερων διαστάσεων από το κυρίως μέρος του, αποτελούν ιδιαίτερα τυπολογικά χαρακτηριστικά. Οι ιδιοτυπίες αυτές πιθανότατα οφείλονται στην ανάγκη προσαρμογής του ναϋδρίου στη θέση προγενέστερου και στη διαμόρφωση χώρου που θα μπορούσε να έχει άλλες χρήσεις. Πράγματι, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, το πρώτο σχολείο της νησίδας στεγαζόταν στην Παντανούσσα. Αξίζει να παρατηρηθεί, τέλος, ότι λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες σημειώνεται στην ίδια θέση ναΰδριο του Αγίου Νικολάου και η πληροφορία αυτή αναπαράγεται και σε μερικές μεταγενέστερες πηγές.

Χρονολόγηση: π. 1828 (παλαιότερο ναΰδριο), μ. 1928 (σημερινό ναΰδριο)

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 813· HOA, Patmos· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1927-1935), 138· IGM, Archi· Λυκούδης 1928· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 557, 563-564· Βολανάκης 1990, 20-23· Βαρβούνης 1997, 516· Πίκουλας 1999, 207· Κυριακίδης 2024, 862, 875-876, 879, 888-889.

Συντάκτης: Β.Σ.

ΔΕΞΑΜΕΝΗ ΔΑΝΙΗΛ ΣΥΧΝΗ

Αρκοί. Άποψη της δεξαμενής Δ. Συχνή από τα δυτικά. Στο μέσον της δυτικής πλευράς διακρίνεται οπή-θυρίδα παρατήρησης.

Θέση: Στέρνα

Διαστάσεις: εξωτερικές διαστάσεις περ. 12 (ΒΝ) × 5,60 (ΑΔ) μ., ύψος περ. 1,20/1,80 μ., διαστάσεις οπής-θυρίδας 0,20 × 0,20 × 0,60 μ., διαστάσεις χοανοειδούς οπής 0,30 × 0,20 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε απόσταση περίπου 160 μ. δυτικά του σύγχρονου οικισμού των Αρκιών και στο ανατολικό τμήμα της πεδινής έκτασης δυτικά του όρμου Αγούς, εντοπίζεται ορθογωνικής κάτοψης, κτιστή, θολωτή, υδατομαστευτική δεξαμενή με προσανατολισμό ΒΝ, η οποία διατηρείται ακέραια. Οι τοιχοποιίες αποτελούνται από μεσαίου και μικρού μεγέθους λίθους συνδεδεμένους με ασβεστοκονίαμα, ενώ οι επιφάνειές της εσωτερικά και εξωτερικά είναι επιχρισμένες από υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι). Στο μέσον της δυτικής μακράς πλευράς της δεξαμενής, στη συμβολή του τοίχου με τη γένεση του θόλου έχει διαμορφωθεί ορθογωνική διαμπερής οπή-θυρίδα για τον έλεγχο του νερού στο εσωτερικό της, ενώ άλλη μία διαμπερής οπή παρατήρησης με χοανοειδές άνοιγμα έχει διαμορφωθεί στην ανατολική μακρά πλευρά, κοντά στην βορειοανατολική γωνία της κατασκευής.

Αρκοί. Βορειοανατολική γωνία της δεξαμενής Δ. Συχνή. Διακρίνεται η χοανοειδής οπή παρατήρησης. Άποψη από τα βορειοανατολικά.

Στη νότια στενή πλευρά της δεξαμενής έχει κατασκευαστεί το τετράγωνο στόμιο άντλησης των υδάτων, ενώ αμέσως δυτικά του στομίου, το εξωράχιο του θόλου έχει διαμορφωθεί σε κτιστό αναβαθμό, για την απόθεση των απαραίτητων σκευών κατά τη χρήση της. Σήμερα, επάνω στον αναβαθμό και δυτικότερα βρίσκεται στερεωμένη στο έδαφος μεγάλη, ακέραια, ορθογωνική σκάφη από σκυρόδεμα. Δυτικά της δεξαμενής, ημικατεστραμμένη ξερολιθιά, σε απόσταση περίπου 5 μ., διαγράφοντας μία μηνοειδή πορεία σε μορφή αναλήμματος, ορίζει ελλειπτικό χώρο με ταπεινωμένη στάθμη, ο οποίος συγκρατεί νερό σε χαμηλό ύψος. Οι κάτοικοι ονόμαζαν αυτόν τον χώρο “παραπήγαδο”, καθώς «εκεί μαζευόταν το νερό και απ’ εκεί πήγαινε στην δεξαμενή».

Αρκοί. Άποψη της δεξαμενής Δ. Συχνή από τα νοτιοδυτικά. Διακρίνεται η ορθογωνική σκάφη και το μηνοειδές ανάλημμα δυτικά της δεξαμενής.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ο λόγιος ιερομόναχος Γ. Σμυρνάκης, ο οποίος επισκέφθηκε τους Αρκιούς τις ημέρες του Πάσχα του 1914, μας πληροφορεί ότι η δεξαμενή αυτή συνέλεγε «τὰ ὄμβρια ὕδατα ἐκ τῶν διαφόρων ρυάκων», ότι «οἱ ἐν τῇ νησίδι καταβιοῦντες ὑδρεύονται ἢ πλύνουσιν ἐγγὺς ταύτης τὰ ἑαυτῶν ἱμάτια, κατερχόμενοι τῶν καλυβῶν αὐτῶν ἐξ ἀποστάσεως 15΄-20΄» και ότι ο ηγούμενος Δανιήλ Συχνής (†1870) την είχε κατασκευάσει αντί 12.000 γροσίων, «διότι τὰ ἐπὶ τῆς νησίδος ὕδατα διατελοῦσιν ὑφάλμυρα». Ας προστεθεί ότι Δανιήλ είχε διατελέσει επανειλημμένα ηγούμενος της μονής Πάτμου (1849-1853, 1856-1863,1865-1867) και ίσως κατασκεύασε τη δεξαμενή ως πακτωτής των Αρκιών μετά από κάποια ηγουμενία του. Η εν λόγω δεξαμενή, από την οποία ονομάστηκε Στέρνα η ευρύτερη περιοχή, εξασφάλιζε την ύδρευση των κατοίκων τουλάχιστον μέχρι το 1938, αφού τότε η Μονή είχε αποδεχθεί αίτημα μίσθωσης του κτήματος της Στέρνας με όρο την «τελείαν ἐπισκευήν τῆς ὑφισταμένης στέρνας» και με την ακόλουθη υποχρέωση του αιτούντος: «ὅπως παράσχῃ ἐλευθερίαν πρός ὕδρευσιν τῶν ἐν τῇ νησίδι κατοίκων, δικαιουμένων νά λαμβάνωσιν ἀνά 4 δοχεῖα ὕδατος κατ’ ἄτομον ἡμερησίως μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἥν θά κατορθωθῇ νά ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνέγερσις ἐκ μέρους καί τῆς Σ. Κυβερνήσεως δημοσίας στέρνας, ὁπότε θά παύσῃ τό δικαίωμα ὑδρεύσεως τῶν κατοίκων ἐκ τῆς στέρνας τῆς Μονῆς ἡμῶν».

Χρονολόγηση: 1849-1870.

Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 557· Πρακτικά Συνεδριάσεων (1938-1944), 19-20· Φλωρεντής 1980, 113· Βολανάκης 1990, 20-23· Βαρβούνης 1997, 514· Πίκουλας 1999, 203· Κυριακίδης 2024, 877.

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΚΑΖΑΡΜΑ

Αρκοί. Καζάρμα. Το κεντρικό κτίριο (δεξιά), η δεξαμενή (αριστερά) και ο υπέργειος μεταλλικός σωλήνας με τον μπετονένιο πεσσό στήριξης. Άποψη από τα νότια.

Θέση: Καζάρμα

Διαστάσεις: (α) τετράγωνο πλάτωμα 13 × 13 μ., (β) κεντρικό κτίριο 12 (ΑΔ) × 8 (ΒΝ) μ., ύψος 7 μ., (γ) δεξαμενή 6,50 (ΑΔ) × 3,50 (ΒΝ) × 1,50 μ., (ε) κοιτώνες/αποθηκευτικοί χώροι 14 (ΑΔ) × 10 (ΒΝ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος περ. 2,50 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Προς τα βορειοδυτικά του υψώματος Άσπρα Κεφάλια (105 μ.) και στα νοτιοδυτικά του βόρειου άκρου των Αρκιών (ακρωτήριο Κουμαρός) στέκουν ερείπια συγκροτήματος από την περίοδο του Μεσοπολέμου γνωστού ως Καζάρμα. Το συγκρότημα αποτελείται από το κεντρικό κτίριο, μία δεξαμενή και ένα παρακείμενο κτίριο, πιθανώς κοιτώνων και αποθηκευτικών χώρων. Το σύνολο της εγκατάστασης οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής της Δωδεκανήσου και λειτούργησε ως στρατιωτικός σταθμός σηματοδότησης ή παρατήρησης (stazione di segnali o di avvistamento).

Το κεντρικό κτίριο, που είναι το βορειότερο του συγκροτήματος, χωροθετείται στο μέσον τετράγωνου πλατώματος, το οποίο έχει εκβραχιστεί προκειμένου να ισοπεδωθεί ο χώρος. Η κύρια όψη του είναι η νότια, καθώς στο μέσον της βρίσκεται η μοναδική είσοδός σε αυτό.

Αρκοί. Καζάρμα. Ο αξονικός διάδρομος στο εσωτερικό του κεντρικού κτιρίου, ο οποίος οδηγεί σε μεταλλική στρεπτή σκάλα. Εκατέρωθεν του διαδρόμου διατάσσονται τα δωμάτια. Άποψη από τα νότια.

Η είσοδος (2,60 × 1,10 μ.) οδηγεί σε αξονικό διάδρομο (7,50 × 1,30 μ.), στο τέλος του οποίου βρίσκεται κυλινδρικό κλιμακοστάσιο (διαμέτρου 1,80 μ.) με μεταλλική στρεπτή σκάλα. Στα ανατολικά του διαδρόμου διατάσσονται διαδοχικά τρία δωμάτια. Το πρώτο και το δεύτερο από τα νότια είναι όμοια σε επίπεδο διαστάσεων (4 × 2 μ.), ενώ διαθέτουν από ένα άνοιγμα εισόδου στον διάδρομο και ένα παράθυρο, το οποίο στο νοτιότερο δωμάτιο ανοίγεται στη νότια πλευρά, ενώ στο διπλανό στην ανατολική. Το βόρειο δωμάτιο είναι περισσότερο στενό (3 × 2 μ.) και διαθέτει επίσης παράθυρο ανατολικά. Στη δυτική πλευρά του διαδρόμου βρίσκονται δύο αντί τριών δωμάτιων. Το νότιο είναι μεγαλύτερο και πιο ευρύχωρο (4,20 × 4 μ.), καθώς ανταποκρίνεται στα δύο νοτιότερα δωμάτια της ανατολικής πλευράς σε επίπεδο κάτοψης. Διαθέτει ένα άνοιγμα εισόδου στον διάδρομο και δύο παράθυρα, ένα στη νότια και ένα στη δυτική πλευρά. Το βόρειο δωμάτιο έχει διαστάσεις ίδιες και συμμετρικό άνοιγμα εισόδου και παραθύρου (στη δυτική πλευρά) με το αντίστοιχό του στο ανατολικό τμήμα του κτιρίου. Όλα τα ανοίγματα έχουν ίδιες διαστάσεις (είσοδοι: 2 × 1,10 μ., παράθυρα: 2 × 1 μ.).

Αρκοί. Καζάρμα. Άποψη του κεντρικού κτιρίου από τα βόρεια. Διακρίνεται το κλιμακοστάσιο και το παρατηρητήριο.

Το κλιμακοστάσιο, ο κυλινδρικός όγκος του οποίου εξαίρεται στη βόρεια όψη καθώς προβάλλεται κατά το ήμισυ εκτός του περιγράμματος του κτιρίου, διαθέτει ένα μεγάλο άνοιγμα παραθύρου στη βόρεια πλευρά του ισογείου (2,30 × 1 μ.) και δύο μικρότερα τετράγωνα παράθυρα στη βόρεια και στην ανατολική πλευρά του ορόφου (1 × 1 μ.). Το κλιμακοστάσιο οδηγεί σε δύο ανοίγματα εισόδου στο ανώτερο επίπεδο. Από το δυτικό άνοιγμα βρίσκεται κανείς σε μικρό δωμάτιο (3 × 2 μ.), το οποίο φαίνεται να αποτέλεσε παρατηρητήριο, εξαιτίας των μεγάλων παραθύρων σε περιμετρική διάταξη (βόρειο 2,80 × 1 μ., νότιο 2 × 1 μ. και δυτικό 1 × 1 μ.). Το νότιο άνοιγμα του κλιμακοστασίου οδηγεί στο σχήματος Γ δώμα, που περιβάλλεται από κτιστό συνεχές στηθαίο ύψους 1 μ.

Αρκοί. Καζάρμα. Άποψη του κεντρικού κτιρίου από τα βορειοδυτικά. Στον όροφο διακρίνεται το παρατηρητήριο.

Η τεχνική κατασκευής του κεντρικού κτιρίου, χαρακτηριστική για την περίοδο του Μεσοπολέμου, είναι μικτή. Το κέλυφος αποτελείται από περιμετρικούς (φέροντες) τοίχους από λιθοδομή και επίπεδη οροφή αποτελούμενη από παράλληλες δοκίδες οπλισμένου σκυροδέματος και οπτόπλινθους με μεγάλη κεντρική οπή ανάμεσά τους ως υλικό πλήρωσης (πλάκα Zoellner). Οι εσωτερικοί διαχωριστικοί τοίχοι είναι από συμπαγείς οπτόπλινθους, όπως και οι ορθοστάτες των ανοιγμάτων, σε αντίθεση με τα οριζόντια στοιχεία τους (ανώφλια/κατώφλια), που είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Το κεντρικό κτίριο παρουσιάζει ορισμένα ενδιαφέροντα μορφολογικά στοιχεία, το κυριότερο από τα οποία είναι σε επίπεδο κάτοψης το βαθμιδωτό περίγραμμά του, που κορυφώνεται με την προβολή του κυλινδρικού κλιμακοστασίου στο μέσον της βόρειας όψης. Σε επίπεδο όψεων ενδιαφέρον έχει ο τονισμός της στάθμης του ορόφου, μέσω της απόληξης της πλάκας οροφής, που διαμορφώνει περιμετρικό πρόβολο (0,50 μ.), καθώς και η συμμετρική διάταξη των ανοιγμάτων, τα πλαίσια των οποίων εξαίρονται με τραβηχτά κονιάματα εξωτερικά, όπως και οι κατακόρυφες ακμές του κτιρίου, εν είδει πεσσών. Μάλιστα στο μέσον του ανωφλιού της εισόδου στη νότια όψη διαμορφώνεται με καθαρά διακοσμητική διάθεση ανάγλυφος θολίτης-κλειδί τόξου, παραπέμποντας μορφολογικά στον νεοκλασικισμό. Στην όψη των παραθύρων του ισογείου θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς μεταλλικά καφασωτά κιγκλιδώματα, οι τετράγωνες υποδοχές των οποίων διατηρούνται ακόμη περιμετρικά.

Αρκοί. Καζάρμα. Άποψη του κεντρικού κτιρίου και της δεξαμενής από τα νοτιοδυτικά.

Περίπου 8 μ. νοτιοδυτικά του κεντρικού κτιρίου βρίσκεται μία υπέργεια τετράπλευρη δεξαμενή σε μορφή κόλουρης πυραμίδας, η οποία τροφοδοτείται μέσω υπέργειου μεταλλικού σωλήνα από το δώμα στη νοτιοδυτική γωνία του κεντρικού κτιρίου. Μάλιστα, εξαιτίας της απόστασης μεταξύ των δύο κατασκευών, έχει σκυροδετηθεί περίπου στο μέσον της τετράπλευρος μπετονένιος πεσσός υποστήριξης του σωλήνα. Η δεξαμενή, που είναι κτισμένη από λιθοδομή, καλύπτεται από πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος στην κορυφή, όπου έχουν διαμορφωθεί τρία τετράγωνα ανοίγματα άντλησης/παρατήρησης των υδάτων (0,50 × 0,50 μ.). Τα δύο βρίσκονται στην ανατολική και το ένα, περισσότερο κεντρικά, στη δυτική. Οι τοίχοι είναι επιχρισμένοι εξωτερικά και εσωτερικά από τσιμεντιτικό κονίαμα.

Αρκοί. Καζάρμα. Άποψη του κτιρίου κοιτώνων/αποθηκευτικών χώρων από τα νότια.

Την εγκατάσταση συμπληρώνει ορθογωνικής κάτοψης οικοδόμημα περίπου 25 μ. νότια του κεντρικού κτιρίου, από το οποίο διατηρούνται οι περιμετρικοί και ενδιάμεσοι τοίχοι σε ικανό ύψος, ενώ η κεραμοσκεπής στέγη του έχει καταρρεύσει. Τη βόρεια πλευρά του κτιρίου καταλαμβάνει ένας επιμήκης διάδρομος (10 × 2 μ.). Το κεντρικό τμήμα αποτελεί μία, επίσης επιμήκης, ενιαία αίθουσα (10 × 3,50 μ.), γύρω από την οποία διατάσσονται δωμάτια, δύο στη νότια και ένα στην ανατολική πλευρά, το καθένα από τα οποία είναι προσβάσιμο από ξεχωριστή είσοδο από το εξωτερικό και διαθέτει από ένα παράθυρο. Οι τοιχοποιίες είναι και σε αυτήν την περίπτωση από λιθοδομή, ενώ οι όψεις επιχρίονται από κονίαμα τσιμεντιτικής σύστασης.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Αντίστοιχες στρατιωτικές εγκαταστάσεις που λειτουργούσαν ως παρατηρητήρια και σταθμοί σηματοδότησης αναφέρεται ότι υπήρχαν στο Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι.

Χρονολόγηση: Μεσοπόλεμος (περ. τέλη δεκαετίας 1930).

Πηγές-Βιβλιογραφία: Levi – Fioravanzo 1972, 406.

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Αβάλι Λέριου: μικρός όρμος στα νοτιοανατολικά, μεταξύ της άκρας Λέριου Κάβος και του όρμου Μπαμπακούλη.

Αγούς ή Πόρτο-Αυγούστα: όρμος στα δυτικά, όπου και το λιμάνι της νησίδας· η δεύτερη ονομασία (Porto Augusta) υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής, στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών.

Αλώνα: ανοιχτός όρμος στα δυτικά, μεταξύ του όρμου Καράβι και της άκρας Στέρνα-Φανάρι· η ονομασία του όρμου προέρχεται από την επίπεδη γειτονική στεριά, όπου και το σημερινό ελικοδρόμιο (βλ. Κυριακίδης 2024, 879).

Αμυγδαλιά: θέση στα βορειοδυτικά του όρμου Αγούς, στην οποία βρίσκεται και το Πάνω Χωριό· η ονομασία της θέσης προφανώς προέρχεται από την ύπαρξη εκεί αμυγδαλιάς.

Αργάτης: μικρός όρμος στα ανατολικά, στα νοτιοανατολικά του όρμου Λιμνάρι.

Αρκοί: ο σύγχρονος οικισμός.

Αρμυρίδα: άκρα και χερσόνησος στο νότιο τμήμα της νησίδας.

Άσπρα Κεφάλια: ύψωμα στο βόρειο τμήμα της νησίδας, του οποίου τα “κεφάλια” (οι κορυφές) προφανώς διακρίνονται από το άσπρο χρώμα των πετρωμάτων τους.

Βάρδια: ύψωμα στο νοτιανατολικό τμήμα της νησίδας, το οποίο προφανώς χρησιμοποιόταν ως “βάρδια” (παρατηρητήριο).

Βαρέλια: μικρός όρμος στα νοτιοανατολικά, μεταξύ του όρμου Μαρκή και της άκρας Λέριου Κάβος.

Γλίπαπα ή Αγλίπαπα: όρμος προς τα νοτιοδυτικά, μεταξύ της άκρας Λιανό Καβί και της χερσονήσου της Αρμυρίδας.

Καζάρμα: θέση προς το βόρειο άκρο της νησίδας, στην οποία υπήρχε ομώνυμη στρατιωτική εγκατάσταση (caserma) κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων.

Καλαμίτσι: όρμος προς τα βορειοδυτικά, μεταξύ της άκρας Χαλαράκι και του όρμου Καράβι.

Κάμπος: θέση πάνω από τον όρμο Γλίπαπα, στην οποία υπάρχει συνοικισμός.

Καράβι: μικρός όρμος στα δυτικά, μεταξύ των όρμων Καλαμίτσι και Αλώνα· ίσως η ονομασία του όρμου σχετίζεται με κάποιο καράβι που ναυάγησε εκεί (πβ. Κρητικός 1961, 128).

Κατσάρι: θέση κτήματος της μονής Πάτμου, το οποίο μαρτυρείται σε συμβόλαια μίσθωσης των ετών 1926-1935. Βλ. ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1925-1928), 41-42· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 58-59. Ίσως σχετίζεται με το μικροτοπωνύμιο Κουτσούρα.

Καψαλιασμένο(ς): όρμος στα βορειοανατολικά, μεταξύ των άκρων Λιανό Καβί και Μέλισσα· η ονομασία του όρμου σχετίζεται με αποψίλωση των γειτονικών ακτών διά “καψαλίσματος” (εμπρησμού) στο παρελθόν (πβ. Κρητικός 1961, 39· Κυριακίδης 2024, 878).

Κόκκινο Αβάλι: ανοιχτός όρμος στα νοτιοανατολικά, μεταξύ των όρμων Μπαμπακούλη και Τηγανάκια.

Κουμαρό(ς): άκρα στα βόρεια, η οποία έλαβε την ονομασία της από την ύπαρξη εκεί μικρού δάσους από κουμαριές (βλ. Κρητικός 1961, 49· Κυριακίδης 2024, 878).

Κουτσούρα: άκρα και μικρός όρμος στα ανατολικά, στα βόρεια του όρμου Λιμνάρι.

Λέριου Κάβος: άκρα στα νοτιοανατολικά.

Λιανό Καβί: άκρα στα δυτικά, μεταξύ των όρμων Στενό και Γλίπαπα.

Λιανό Καβί: άκρα στα βορειοανατολικά, μεταξύ του όρμων Πατελιά και Καψαλιασμένος· η ονομασία της άκρας προφανώς προέρχεται από τη γειτνίασή της με άλλη πλατύτερη (“χοντρό” κάβο), εν προκειμένω την άκρα Μέλισσα (πβ. Κρητικός 1961, 34).

Λιμνάρι: μικρός όρμος στα ανατολικά, μεταξύ της άκρας Κουτσούρα και του όρμου Αργάτης.

Μαρκή: μικρός όρμος προς τα νοτιοανατολικά, στα βόρεια του όρμου Βαρέλια.

Μέλισσα: άκρα στα βορειοανατολικά, στα ανατολικά του όρμου Καψαλιασμένος.

Μερσίνι: ανοιχτός όρμος στο βορειοδυτικό άκρο της νησίδας· η ονομασία του όρμου προέρχεται από την ύπαρξη μυρτιών (μερσίνων) στις γειτονικές ακτές (βλ. Κρητικός 1961, 15, 52· Κυριακίδης 2024, 879).

Μεσινή Μάντρα: θέση κτηνοτροφικής εγκατάστασης στο βόρειο τμήμα της νησίδας, στο μέσον ενός οροπεδίου (εξ ου και η ονομασία).

Μουγκριά

Μπαμπακούλη: μικρός όρμος στα νοτιοανατολικά, μεταξύ των όρμων Αβάλι Λέριου και Κόκκινο Αβάλι.

Ορτός: άκρα στα βορειοδυτικά, στα βόρεια του όρμου Συκιά· η ονομασία της άκρας προφανώς προέρχεται από την ύπαρξη εκεί χαρακτηριστικού όρθιου βράχου (πβ. Κρητικός 1961, 35).

Παναγία Παντανούσσα: θέση στα βορειοανατολικά του όρμου Αγούς, στην οποία βρίσκεται ομώνυμο ναΰδριο, το παλαιότερο της νησίδας.

Πάνω Χωριό: συνοικισμός στη θέση Αμυγδαλιά, ο οποίος πράγματι βρίσκεται ψηλότερα από τον σύγχρονο οικισμό που αναπτύχθηκε κοντά στο λιμάνι.

Πατελιά: όρμος στα βορειοανατολικά, στα δυτικά της άκρας Λιανό Καβί· η ονομασία του όρμου προέρχεται από την ύπαρξη εκεί κοντά “πατελιάς”, δηλ. αργιλώδους χώματος με το οποίο κάλυπταν τις στέγες των σπιτιών, ούτως ώστε να μην τις διαπερνά το νερό της βροχής (βλ. Κρητικός 1961, 25· Κυριακίδης 2024, 878).

Σκορδουλιές: θέση κτήματος της μονής Πάτμου, το οποίο μαρτυρείται το 1917 ως ακαλλιέργητο και πιθανώς βρισκόταν κοντά στη χερσόνησο της Αρμυρίδας· βλ. ΜΙΘ, Φ. «Πάτμος. Κτηματολογικά», 15.09.1917.

Στενό: όρμος στα δυτικά, μεταξύ των άκρων Χοντρός Κάβος και Λιανό Καβί, ο οποίος πράγματι χαρακτηρίζεται από τη στενότητά του.

Στέρνα ή Φανάρι: άκρα και χερσόνησος στα δυτικά του όρμου Αγούς· η πρώτη ονομασία προέρχεται από την πλησιόχωρη δεξαμενή (στέρνα) του Δ. Συχνή, η οποία ανάγεται στα μέσα του 19ου αιώνα και αποτελούσε τη μοναδική δεξαμενή της νησίδας τουλάχιστον μέχρι το 1938· ενώ η δεύτερη ονομασία οφείλεται στην εγκατάσταση εκεί φανού το 1969 και προφανώς είναι αρκετά μεταγενέστερη.

Συκιά: μικρός όρμος στα βορειοδυτικά, στα νοτιοανατολικά της άκρας Ορτός, ο οποίος έλαβε την ονομασία του από την ύπαρξη συκιάς στη γειτονική απόκρημνη ακτή (βλ. Κρητικός 1961, 54· Κυριακίδης 2024, 878).

Τηγανάκια: μικρός όρμος στα νοτιοανατολικά, μεταξύ του όρμου Κόκκινο Αβάλι και της άκρας Αρμυρίδα, ο οποίος έλαβε την ονομασία του από το σχήμα του (βλ. Κυριακίδης 2024, 878).

Τέλινος Πόρος: θέση στο βόρειο τμήμα της νησίδας, στην οποία βρίσκεται ο “πόρος” (είσοδος) του τελευταίου (“τέλινου”) προς βορράν “δέματος” της νησίδας· “δέματα” ονομάζονται γενικά οι οριοθετημένες από ξερολιθιές περιοχές για εγκλεισμό ζώων (βλ. Κρητικός 1961, 133-134).

Του Κλεφτού ο Βώτσος: σπήλαιο στο βορειοδυτικό τμήμα της νησίδας, στο Χάλαρο.

Φρυγ(ι)ανιά: θέση κτήματος της μονής Πάτμου, το οποίο μαρτυρείται σε συμβόλαια μίσθωσης των ετών 1926-1935. Βλ. ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1925-1928), 41-42· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 58-59.

Χάλαρο(ς): ύψωμα στο βορειοδυτικό τμήμα της νησίδας· η ονομασία του υψώματος προφανώς προέρχεται από τη χαλαρή σύσταση του εδάφους του (πβ. Κρητικός 1961, 25).

Χαλαράκι: άκρα και χερσόνησος στα νότια του υψώματος Χάλαρο.

Χαρουπιά: θέση κτήματος της μονής Πάτμου, το οποίο μαρτυρείται σε συμβόλαια μίσθωσης των ετών 1926-1935. Βλ. ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1925-1928), 41-42· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 58-59. Η ονομασία της θέσης προφανώς προέρχεται από την ύπαρξη εκεί χαρουπιάς.

Χοντρός Κάβος: άκρα στα δυτικά, μεταξύ των όρμων Αγούς και Στενό· η ονομασία της άκρας προφανώς προέρχεται από τη γειτνίασή της με μια “λιανή” (λεπτή) άκρα, εν προκειμένω το Λιανό Καβί (πβ. Κρητικός 1961, 34).

Σημ: Στον χάρτη των Αρκιών του ιταλικού Στρατιωτικού Γεωγραφικού Ινστιτούτου (έκδ. 1928) σημειώνονται μερικά μικροτοπωνύμια της νησίδας, αλλά καταγράφονται μεταφρασμένα στα ιταλικά, εξιταλισμένα ή παραφθαρμένα. Η ορθή απόδοση του μικροτοπωνυμικού των Αρκιών και κυρίως ο σημαντικός εμπλουτισμός του, με την καταγραφή πολλών άλλων μικροτοπωνυμίων για πρώτη φορά, έγινε δυνατός χάρη στις πληροφορίες των κατοίκων Μανώλη Μελιανού, Θανάση Καμπόσου, Στεφανή Μελιανού και Μιχάλη Καμπόσου, κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν στη νησίδα (11.06.2025).

Συντάκτης: Γ.Κ.

ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)

Βεβαίωση πάκτωσης των Αρκιών (1780)

Τήν σήμερον πακτώνει ὁ συναδελφός ἡμῶν ἐν ἱερομονάχοις κύρ Νικηφόρος ὁ πρώην οἰκονόμος Σάμου τό νησίον τῶν Ναρκίων διά χρόνους τέσσαρας ὁλόκληρον καί νά δίδῃ κατ᾿ ἔτος εἰς τήν ἱεράν μονήν διά πάχτος γρ(όσια): 80, ἤτοι ὀγδοῆντα σῶα καί ἀνελλιπῆ καί οὐδέν ἕτερον χωρίς νά προτείνῃ κανένα δικαιολόγημα καί πρόφασιν δυστυχίας ἤ εὐτυχίας, καί ἐν αὐτοῖς τοῖς τέσσαρσι χρόνοις εἶναι μόνος του ὁ κύρ Νικηφόρος κύριος καί ἐξουσιαστής νά ἀπολαμβάνῃ ὅλην τήν καρποφορίαν αὐτοῦ τοῦ νησίου καί νά μήν ἠμπορῇ ἄλλος τις τῶν ἀδελφῶν, οὔτε ὁ ἴδιος καθηγούμενος, ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτοῦ καί θελήσεως νά πέρνῃ ἀπό πάνω οὔτε κλαδί, καί νά μήν ἠμπορῇ τό μοναστῆρι νά τοῦ πέρνῃ τό νησίον, ἄνευ κατεπειγούσης ἀνάγκης, πρός τῆς τετραετίας, πάρεξ τότε, δηλαδή, νά ἐξέρχεται πρό καιροῦ, ἐάν δέν ἤθελε δώσῃ τό καθυποσχεθέν ἄνωθεν πάχτος· ὅθεν εἰς ἔνδειξιν καί ἀσφάλειαν κατεστρώθη ἐν τῷ δέ τῷ ἱερῷ κώδικι, ὑπογεγραμμένον τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ ὑπογραφῇ:– <1780 Αὐγούστου 27:–

Νικηφόρος ἱερομόναχος καί πρώην ἰκονόμος ὐπόσχοσμε τά ἄνοθεν [sic]

[πηγή: ΜΙΘ, Α.Κ. 1001, φ. 89r]

Συμβόλαιο μίσθωσης των γαιών της μονής Πάτμου στους Αρκιούς (1896)

Ἐνοικιαστήριον τῶν κατὰ τὴν νησίδα Ἀρκιῶν ταπίων πρὸς τὸν κ. Μάρκον Καμπόσου.

Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ καὶ Βασιλικὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἡ ἐν Πάτμῳ, διὰ τοῦ παρόντος Αὐτῆς ἐπισήμου καὶ ἐνσφραγίστου ἐνοικιαστηρίου ἐγγράφου, δηλοποιεῖ ὅτι ἐνοικιάζει ὡς καὶ ἐνοικίασε σήμερον τὰ κατὰ τὴν νησίδα Ἀρκιῶν ταπία Αὐτῆς ἀφιερωμένα παρὰ τῶν κ. κ. Ἀποστόλου Φωκιανοῦ, Γεωργίου Γαζῆ, Ἰωάννου Κρητικοῦ, Λεωνίδου Σημαντίρη, Νικολάου Χρυσοφοῦ, Ἐλευθερίου Νικήτα καὶ Ἐλευθερίου Νικήτα Συχνῆ, ὄντα κοιλῶν ὀγδοήκοντα δύο, πρὸς τὸν κ. Μάρκον Καμπόσου διὰ μίαν ὁλόκληρον ἑξαετίαν ὑπὸ τοὺς ἐφεξῆς ὅρους καὶ ὑποχρεώσεις.

αον. Ἡ ἐνοικίασις ἄρχεται τὴν εἰκοστὴν ἕκτην Σεπτεμβρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἐνενηκοστοῦ ἕκτου ἔτους, καὶ λήγει τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν τοῦ χιλιοστοῦ ἐνεακοσιοστοῦ δευτέρου ἔτους, ἐτήσιον δὲ ἐνοίκιον ὡρίσθη τριακόσια γρόσια (ἀριθ. 300), ἅπερ θέλει καταβάλλει κατὰ πᾶσαν εἰκοστὴν ἕκτην Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους.

βον. Ὁ ἐνοικιαστὴς ὑποχρεοῦται νὰ ἐκχερσώνῃ καὶ καλλιεργῇ ἐναλλὰξ ἅπαντα τὰ χωράφια πρὸς ἴδιον ὄφελος αὐτοῦ φυτεύων ὀπωροφόρα δένδρα, ὅπου ἐγκρίνει, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀπαίτησιν παρὰ τῆς Μονῆς.

γον. Ὑποχρεοῦται ὡσαύτως νὰ παραδώσῃ τῇ Μονῇ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐνοικιάσεως ταῦτα πάντα εἰς πολὺ καλητέραν κατάστασιν ἀπὸ τὴν ἤδη ὑπάρχουσαν, καὶ αὕτη θέλει προτιμῆ αὐτὸν παντὸς ἄλλου μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐνοικιάσεως, ἐὰν φανῇ ἐμπρόθεσμος καὶ πιστὸς ἐκπληρωτὴς τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου του.

Εἰς ἔνδειξιν οὖν ἐγένετο τὸ παρὸν ἐνοικιαστήριον ἔγγραφον, ὅπερ ὑπογραφὲν προσηκόντως καὶ καταχωρισθὲν ἐν τῷ οἰκείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κώδικι ὑπ’ ἀριθ. 150 ἐδόθη ἐνσφράγιστον πιστὸν ἀντίγραφον τῷ διαληφθέντι ἐνοικιαστῇ Μάρκῳ Καμπόσῳ, πρὸς ἀσφάλειάν του.

Ἐκ τῆς ἐν Πάτμῳ Ἱερᾶς Μονῆς Ἰωάν(νου) τοῦ Θεολόγου τῇ 7 Αὐγούστου 1896

Οἱ Σύμβουλοι / Προηγούμενος Ἰάκωβος / Ἐκκλησιάρχης Ἀγαθάγγελος / Ἄνθιμος Ἱερομόναχος / Συμεών Ἱερομόναχος / Ἀρσένιος Ἱερομόναχος / Ἱλαρίων Ἱερομόναχος / Ἀρχιμανδρίτης Κύριλλος [υπογραφές]

Ὁ Καθηγούμενος Πάτμου Νεκτάριος βεβαιοῖ. [ιδιόχειρη βεβαίωση]

[πηγή: ΜΙΘ, Α.Κ. Κώδιξ ενοικιαστηρίων και πωλητηρίων (1883-1912), 221-222]

Η χλωρίδα και η πανίδα των Αρκιών και σχετικά γιατροσόφια των κατοίκων (1914)

Ἀνὰ τὴν ἔκτασιν τῆς ράχεως ταύτης [της χερσονήσου Στέρνα, δυτικά του όρμου Αγούς] καὶ τὰς κλιτύας ἀφθονοῦσι τὰ καλούμενα μόπλευρα (ὅμοιος-πλευρά), φυτὰ εὔγευστα καὶ ὑπόγλυκα μετὰ στελεχῶν τυγχάνοντα ἐκβλαστανόντων κατὰ τοὺς μῆνας Φεβρουάριον – Ἀπριλίου [sic], ἐξαίρετα δὲ πρὸς βρῶσιν βεβρασμένα (καμπούνια). […] Ἀνὰ τὴν νησίδα δὲν ὑπάρχουσιν ὄφεις ἰοβόλοι, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἀνιοβόλων τῶν καλουμένων σαϊτῶν (ἀκοντιῶν)· σμήνη ὅμως σκορπίων νέμονται ἄνωθεν τοῦ ὅρμου Ἁγοὺς καὶ τῆς ρηθείσης δεξαμενῆς [του Δ. Συχνή, στη χερσόνησο Στέρνα], ὧν τὰ ὀδυνηρὰ δήγματα θεραπεύουσιν ἐνταῦθα δι’ ἀποσταλάγματος σποδοῦ, ἤτοι ὕδατος στακτῆς, μεμιγμένου ἐλαίῳ ἢ καὶ ἐπιθέτοντες καπνὸν βεβρεγμένον μετ’ οἰνοπνεύματος πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἀλγηδόνων. Ἀφθονοῦσι τὰ ἔντομα τὰ καλούμενα κυνοραίσται, κρότωνες ἢ τσιμπούρια καὶ ματάκοι ἐγχωρίως λεγόμενοι. Ἡ νησὶς αὕτη οὖσα ἐν γένει βραχώδης, χρήσιμος ἀποβαίνει μόνον πρὸς νομὴν αἰγοπροβάτων καί τινων κτηνῶν, φύονται δ’ ἐπ’ αὐτῆς ἐν δαψιλείᾳ ὁ μανδραγόρας (μανδραούρας), ὅστις εἶναι φυτὸν χαμαίζηλον καὶ ποῶδες μικρότερον τοῦ εὐτραφοῦς θρίδακος (μαρουλίου), μετὰ πεντεκαίδεκα μέχρις τριάκοντα φύλλων ἅτινα τρώγουσι τὰ ζῶα, ὁμοίων τοῖς τοῦ καπνοῦ καὶ ἔχουσι τὰ ἄνθη τούτου ὀσμὴν βαρεῖαν καὶ ὁμοιάζουσαν πρὸς τὴν τοῦ μόσχου· οἱ δὲ καρποὶ εἰσὶ σφαιρικοί, ἐχόντες μεγέθη μικροῦ μήλου ἢ παραπλήσιον τοῖς στρύχνοις (μελιτζάνες), οἵτινες κατ’ Ἀπρίλιον ὡριμάζοντες καὶ χρυσίζουσαν ἀπόχρωσιν λαμβάνοντες εὐωδιάζουσιν ὡς ὡριμασθέντες πέπονες. […] ὡς ἀντίδοτον δὲ κατὰ τοῦ φαγόντος τυχὸν μανδραγόραν μεταχειρίζονται οἱ ἐν τῇ νησίδι τὸ ἀποστάλαγμα τῆς σποδοῦ, ἤτοι τὴν στακτήν, ἣν πίνουσι. Μεταχειρίζονται ὡσαύτως ὡς φάρμακον κατὰ τῶν χρονίων πληγῶν ἢ συριγγίων τὸν μανδραγόραν, οὗτινος λειοτριβοῦσιν ἐν ἰγδίῳ τὴν πολύσχημον καὶ ἀνθρωπόμορφον ρίζαν τούτου ἥτις φέρει εἰς ἀνώτατον βαθμὸν τὴν ναρκωτικὴν ἐνέργειαν, διαπερῶντες τὴν κόνιν ἐκ σήτας· εἶτα δ’ ἐντὸς ἑκατὸν δραμίων γάλακτος ρίπτουσιν ἐκ ταύτης ἓν κοχλιάριον μικρὸν καὶ πίνει ὁ πάσχων τὴν πρώτην ἡμέραν ἓν κοχλιάριον ὅμοιον, τὴν δὲ δευτέραν ἀνὰ δύο, τὴν τρίτην ἀνὰ τρία καὶ καθεξῆς, αὐξάνοντες τοῦ πάσχοντος τὴν δόσιν τοῦ φαρμάκου μέχρι τῶν τεσσαράκοντα ἡμερῶν. Ἀπὸ τῆς τριακοστῆς ἡμέρας τῆς λήψεως τοῦ εἰρημένου φαρμάκου, ἡ πληγὴ ἢ τὸ συρίγγιον ἄρχεται μαραινόμενον, ἐπιπάσσουσι δ’ ἐπὶ μοτοῦ (ξαντοῦ) κόνιν τοῦ μανδραγόρα καὶ ἐπιτιθέασι τοῦτον ἐπὶ τοῦ πάσχοντος μέλους. […] Φύονται ἐν τῇ νησίδι τῶν Ναρκίων τὰ καλούμενα χριστάγκαθα, ἄκανθοι, αἵτινες ἀποκοπτόμεναι ἀποστάζουσι γαλάκτωμα ἐν εἴδει σταγόνων αἵματος, ἐξ οὗ ἀποδέχονται καὶ οἱ ἐν Πάτμῳ, ἐκ τῶν ἐν ταύτῃ ὡσαύτως φυομένων […] ὅτι ἐκ τούτων συνεπλέχθη ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ὁ ἀκάνθινος στέφανος τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς μαρτύριον ἐκχεῖται τὸ αἱματῶδες τοῦτο γαλάκτωμα· προσέτι ἡ χονδρίλη (μαστιχῶδες κολλάγκαθον), αἱ στοιβαί, αἱ ἀγριελαίαι, αἱ ἄγριαι κινάραι, οἱ ἀσφόδελοι, οἱ ἀσπάλαθοι, οἱ σχοῖνοι, τὸ στραγγοῦρι (νάρδος), τ’ ἀκαισαρίδια, οἱ θάμνοι, τὸ ὀρίγανον, τὰ ἐχινόποδα, τὰ μόπλευρα, ἡ μολόχη, ἡ σιναμική, ἡ κέδρος, ἡ μυρσίνη, ἡ γαλατσαστοιβή, ἡ ὕσσωπος, ἡ σιδερῖτις ἡ τεϊόσμος (τέϊον ἄγριον), ἡ ἄμπελος, ἡ συκῆ, ἡ ἀμυγδαλέα. Ὡσαύτως αὐτοφυᾶ τυγχάνουσιν ἡ ἀγριοκαρπουζᾶ, ἧς αἱ ὑπόλευκοι ρίζαι ἐν σχήματι ὑδροπεπόνων μικρῶν ξεόμεναι καὶ βραζόμεναι μετὰ μέλιτος ἰῶνται ἐντελῶς τοὺς πάσχοντας τὸν στόμαχον, ἐὰν λάβῃ ὁ πάσχων ἐκ τοῦ ρηθέντος ἀφεψήματος ἀνὰ ἓν κοχλιάριον πρὸ τοῦ φαγητοῦ· ὑπάρχουσι δὲ καὶ κοχλίαι ἄφθονοι οἱ κοινῶς καλούμενοι καραβῶλοι (μαῦροι-βῶλοι), οὓς συλλέγοντες πωλῶσιν εἰς Πάτμον. Ἐκ τῶν ἱπταμένων διακρίνονται αἱ τρυγόνες καὶ ὄρτυγες· ἐκ δὲ τῶν σαρκοφάγων ὁ κόραξ, ὅστις μεταβαίνει μεθ’ ἐτέρου εἰς τὰ ποιμνιοστάσια κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν νεογεννήτων. Τούτων δυάδι ὁ μὲν εἷς πλήττει διὰ τοῦ ράμφους αὐτοῦ τὸν πρωκτὸν τοῦ ἀρτιγεννήτου ζῴου, ὅπως ἀλγήσαντος τούτου καὶ βελάσαντος ἐξαγάγῃ τὴν γλῶσσαν, ὁ δ’ ἑτέρος πάραυτα ἀποκόπτει ταύτην, ἵνα μὴ βελάζῃ καὶ λάβωσιν εἴδησιν οἱ ποιμένες, οὕτω δ’ ἠρέμα ἀμφότεροι κατασπαράσσουσι τὸ ἄφωνον θῦμα αὐτῶν. Ὡσαύτως ὑπάρχουσι τὰ σαρκοφάγα τὰ καλούμενα βιτσίλες, οἱ ἀετοὶ καὶ οἱ ποῦλοι διὰ τὰς ὄρνιθας.

[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 557-558, 561, 563]

Το ναΰδριο της Παναγίας Παντανούσσας (1914)

Ναΐδριον Παναγίας Παντανούσης: Τὸ μετὰ τῆς συνήθους ἡμικυλινδροειδοῦς θολοδομίας Ναΐδιον τοῦτο κεῖται ἐπὶ τῆς κατ’ Α. κορυφογραμμῆς, ἐν ἀποστάσει ἐκ τῶν ποιμενικῶν καλυβῶν 15΄, ἔχον μῆκος μετὰ τοῦ Νάρθηκος 7μ.60 × 2μ.35 πλάτους, καὶ ἐπὶ περιόπτου ὀροπεδίου· σεμνύνεται δ’ ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἀποκαλεῖται τῆς Παντανούσσης ἀντὶ Παντανάσσης. Τὸ ἁπλοῦν τούτον εἰκονοστάσιον περιέχει τὰς ἑξῆς ταύτας εἰκόνας: 1) Τὴν τοῦ ΙΣ.ΧΡ [Ιησού Χριστού], 2) τὴν τῆς Θεοτόκου Παντανάσσης, 3) τὴν τοῦ Ἁγ. Νικολάου, 4) τὴν τοῦ Ἁγ. Λουκᾶ καὶ 5) τὴν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, πασῶν τούτων μετρίας τέχνης. Φέρει τὸ Ναΐδιον μικρὰν θυρίδα ἐπὶ τοῦ πρὸς Μ. κλίτους δι’ οὗ φωτίζεται. Κατ’ Α. δὲ καὶ Μ. τοῦ Ναϊδίου ὑπάρχουσιν ἐρείπια κελλίων, ἐξ ὧν διασῴζονταί τινα μετὰ τῶν ἀναγκαίων ἀποθηκῶν, τάφων, κλιβάνου, κήπου καὶ λοιπῶν ἐπιτηδείων, τοῦθ’ ὅπερ ἀποδείκνυσι τὴν συγκρότησιν ἐνταῦθα Μονηδρίου ἢ Μετοχίου τῆς Μονῆς [Πάτμου], ἐν ᾧ παρέμενον ἀδελφοὶ ταύτης, καθ’ ἣν ἐποχὴν αὕτη συνετήρει τὰ διάφορα κτήνη πρὸς νομὴν καὶ διετέλει τοῦτο ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν ταύτης μέχρι τοῦ ἔτους 1869. Κατ’ Α. τοῦ Ναϊδρίου ἐν μικρᾷ πρὸς Μ. ὑποβάσει, ὑπάρχει οἴκημά τι, ἐν ᾧ καταβιοῦσιν ἐν τῇ ἐρημίᾳ ταύτῃ τρεῖς τὸν ἀριθμὸν γυναῖκες ποιμενίδες μετ’ εὐαρίθμων προβάτων, ἐξ ὧν ἀποζῶσι, ἐπιμελούμεναι καὶ τοῦ ἀνωτέρω Ναϊδίου, ὅπερ τυγχάνει τεθεμελιωμένον ἐντὸς τῶν θεμελίων περιτειχίσματος ἀρχαίου φρυκτωρίου ἤ τηλεγραφικοῦ φάρου, ἐξ οὗ θεῶνται ΜΔ. μὲν ἡ Πάτμος ὡς ἐν πανοράματι περιφανεῖ, πρὸς Δ. δὲ ἡ Ἄνυδρος καὶ ἡ Ἰκαρία, ΒΔ. δὲ οἱ Κρουσσοί, ἡ Σάμος, ΒΑ. δὲ τὸ Ἀγαθονῆσι, πρὸς Μ. δὲ ἡ Λειψώ, ἡ Λέρος, ἡ Κάλυμνος καὶ ΜΔ. τὰ Λέβεθα.

[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 563-564]

Το λιμάνι των Αρκιών με τη ματιά του Σάμιου οπλαρχηγού Ι. Γιαγά (1923-1925)

Ο όρμος στους Αρκιούς είνε ασφαλέστατος από όλους τους καιρούς, περικλειόμενος από τους κάβους, συνεπώς, η είσοδος είνε εύκολη στους ναυτιλομένους που ταξιδεύουν τακτικά σ’ αυτά τα μέρη και αναγκάζονται να διανυκτερεύσουν πηγαίνοντας προς τα Δωδεκάνησα ή αναβαίνοντας. Ο όρμος μπορεί, να περιλάβη και μέχρι εβδομήντα μικροκάικα. Οι ναυτικοί εξερχόμενοι στη στεριά, εξυπηρετούνται στο καφενεδάκι του Χρήστου Μιλιανού. Τα περασμένα εκείνα χρόνια η ιταλική διοίκησις Δωδεκανήσου δεν είχε εγκαθιδρύσει αστυνομικόν σταθμόν καραμπινιέρων. […] Οι Αρκοί ήταν το κέντρον των λαθρεμπόρων του Αιγαίου και των Κυκλάδων. Προσωρμίζονταν επίσης σφουγγαράδικα Καλύμνικα και πλοία συνεργεία ασβεστοποιΐας. Οι Ναυτικοί λόγω κακοκαιρίας, κάποτε παρέμεναν μερικές μέρες, κι’ έτσι, σ’ αυτό το εικοσάμηνο διάστημα γνωρίσαμε όλον τον θαλασσινό και λαθρεμπορικό κόσμο του Αιγαίου, των Κυκλάδων, μη εξαιρουμένων και Υδραίων ψαράδων. Το καφενεδάκι των Αρκιών ήταν το εντευκτήριον όλου αυτού του κόσμου της περιπετείας του λαθρεμπορίου καπνού, σιγαρόχαρτου, καφέδων, οινοπνεύματος κ.λπ. ειδών. Κάθε καρυδιάς καρύδι, που δεν είχαν άλλο πόρο ζωής. Ήταν και μερικοί άλλοι, που οπωσδήποτε ήτανε κάπως ευκατάστατοι στα μέρη τους. Το εύκολο κέρδος του λαθρεμπόρου τους έκανε να αψηφούν τους κινδύνους της θάλασσας και τις καταδιωκτικές αρχές. Αυτοί δεν ήσαν επικίνδυνοι. Έπαιρναν όλα τα κατάλληλα προφυλακτικά μέτρα στη φύλαξη των λαθρεμπορικών ειδών, ώστε να μη πέφτουν πάνω στα όργανα καταδιώξεως του λαθρεμπορίου, χωροφύλακας και λιμενοφύλακας. Όλους ανεξαιρέτως τους υποβοηθούσαν στην απόκρυψη τόσον οι κάτοικοι της υπαίθρου όσον και οι χονδρικώς αγορασταί, παντοπώλαι, ταβερνιάρηδες. Δεν έτυχε ποτέ ν’ ακούσω ή δεν θυμούμαι να έγινε συμπλοκή μεταξύ λαθρεμπόρων και οργάνων της τάξεως. Στην ανάγκη για να μη συλληφθούν και αποκαλυφθούν εγκατέλειπαν τα λαθραία κι’ έχαναν μόνον τη σερμαγιά. Λίγο πολύ, όλοι ήσαν οπλισμένοι. Πιστόλια, μαχαίρες και κανένα μάνλιχερ. Μ’ όλα ταύτα, εδώ πάνω στο νησί αν και την ώρα τους την περνούσαν πίνοντας χορταστικά το φτιαγμένο στη στιγμή ούζο με το χταποδάκι, στο καφενεδάκι ή πάνω στις κουβέρτες των καϊκιών, δεν επήλθε ποτέ ρήξις μεταξύ τους. Τυχόν μικροδιαφοραί υπάγοντο εις την δικαιοδοσίαν της διαιτησίας μας. Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες.

[πηγή: Βαρβούνης 1997, 514, 516-517]

Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.