Αγρελούσα (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Η Αγρελούσα βρίσκεται στα νοτιοδυτικά των Αρκιών και συγκεκριμένα στα δυτικά του Μαραθιού. Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου των Αρκιών με εμβαδόν 1,326 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 6,520 χλμ.

Η παλαιότερη, σχηματική απεικόνιση της Αγρελούσας ως μίας μεγάλης νησίδας στα νοτιοδυτικά των Αρκιών, η οποία όμως δεν κατονομάζεται, εντοπίζεται στον πορτολάνο του Αρχιπελάγους του Γάλλου François Berthelot (1695). Ωστόσο, λίγα χρόνια μετά (1719), η εν λόγω νησίδα απαντά με το όνομα της (Ἀγρελλούσα) στους κώδικες της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου. Ως Αγρελούσα (με ένα “λ”) μαρτυρείται και στις ελληνικές πηγές του 19ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, λίγο πριν από τα μέσα του ίδιου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες η ίδια νησίδα, ενώ αποτυπώνεται με ακρίβεια, αναγράφεται ως Grilussa, ονομασία που υιοθετείται αργότερα κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943)· μάλιστα οι Ιταλοί θεωρούσαν ότι η ονομασία αυτή σημαίνει “νήσος των χοίρων” (Grilussa ossia isola « dei Porci»). Επομένως, αποτελεί αντιδάνειο το όνομα Γριλλούσα/Γρυλλούσα με το οποίο αναφέρεται η Αγρελούσα σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας, σε επίσημα ελληνικά κείμενα σχετικά με τη διοίκηση των Δωδεκανήσων κατά την περίοδο της ενσωμάτωσής τους στην ελληνική επικράτεια, καθώς και σε άλλες ελληνικές εκδόσεις.

Αγριελιές στην Αγριελούσα.

Το όνομα Αγρελούσα, το οποίο απαντά και ως Αγριελούσα, εξηγείται προφανώς από ότι το «νησίδιον […] τυγχάνει πεφυτευμένον ἐξ ἀγριελαιῶν, αἵτινες καὶ ἐγκεντριζόμεναι δὲν ἀποδίδουσι καρπόν, ὡς οὖσαι ἐκτεθειμέναι εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ τὴν τῆς θαλάσσης ἐπίδρασιν», όπως γράφει ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης.

Πανοραμική άποψη του πολύνησου των Αρκιών από την Αγρελούσα. Οι πλησιέστερες νησίδες που φαίνονται είναι το Μαράθι (η επιμήκης στο κέντρο) και η Στρογγυλή (η κωνοειδής στα αριστερά). Η μεγάλη επιμήκης νησίδα πίσω από αυτές είναι οι Αρκοί, ενώ στο βάθος δεξιά διακρίνονται και άλλες μικρότερες του ίδιου πολύνησου.

Η Αγρελούσα, αν και δεν μαρτυρείται άμεσα στις αρχαίες πηγές, πιθανότατα περιλαμβάνεται στο νησιωτικό σύμπλεγμα που ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει ως Argiae, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., και το οποίο έχει ταυτιστεί με τους Αρκιούς. Κατά τη βυζαντινή περίοδο, ακριβέστερα το 1088, το πολύνησο των Αρκιών περιήλθε στην κυριότητα της μονής του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Αργότερα, ο Άγγλος Roberts, στην περιγραφή των νησιών του Αρχιπελάγους που συνέταξε κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, μας πληροφορεί ότι τα τρία μικρά νησιά που αποτελούν τους Αρκιούς (Archo), τα οποία ασφαλώς θα πρέπει να ταυτίσουμε με τις μεγαλύτερες νησίδες του πολύνησου (Αρκοί, Αγρελούσα, Μαράθι), κατοικούνταν από μερικούς Έλληνες ερημίτες (some Greek Hermits), οι οποίοι εξέτρεφαν πολλές κατσίκες για λογαριασμό της μονής Πάτμου. Πράγματι, μερικά χρόνια μετά, οι νησίδες αυτές, όπως και άλλες γαίες των οποίων είχε τη νομή η ίδια μονή κατά την οθωμανική περίοδο, αναφέρονται μισθωμένες από μέλη της μοναχικής αδελφότητας, τα οποία ασφαλώς είχαν αναθέσει τη βόσκηση αλλά και την καλλιέργεια των νησίδων σε λαϊκούς. Συγκεκριμένα, ως πακτωτές της Αγρελούσας, όπως και του Μαραθιού, μαρτυρούνται στους μοναστηριακούς κώδικες το 1719 ο ιερομόναχος Σάββας (πιθανώς ο Σάββας Ξένος, γιος του παπα-Νικόλα, †1742) και, έναν αιώνα αργότερα, ο σχολάρχης της Πατμιάδας Μισαήλ Μαργαρίτης (†1819)· μετά τον θάνατο του Μαργαρίτη, όπως η Μονή ανέφερε το 1829 στις αρχές της Ελληνικής Πολιτείας, η Αγρελούσα και το Μαράθι είχαν πωληθεί εφ’ όρου ζωής στον ηγούμενο Βενιαμίν Γρημάνη (†1856) έναντι 100 γροσίων.

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Αγρελούσας άλλαξε το 1869, όταν, μετά από εισήγηση προς τις οθωμανικές αρχές της Ρόδου «κακοβούλων τινῶν καὶ ἀγνωμόνων Πατμίων», όπως σημειώνει ο Γ. Σμυρνάκης, ο διοικητής της Κω, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Πάτμος, έλαβε διαταγή να διανείμει σε ιδιώτες τίτλους νομής γαιών στην Αγρελούσα και σε άλλες νησίδες στις οποίες είχε ιδιοκτησίες η μονή Πάτμου. Εντούτοις, η Μονή δεν έπαψε να πληρώνει τον κατ’ αποκοπή φόρο που αντιστοιχούσε σε αυτές τις νησίδες και κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες, με τη συνδρομή της κοινότητας της Πάτμου αλλά και του οικουμενικού πατριαρχείου, για την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος. Το 1878 αρκετοί κάτοχοι των προαναφερόμενων τίτλων, «θείῳ ζήλῳ κινούμενοι», τους παραχώρησαν στη Μονή· σε ό,τι αφορά την Αγρελούσα, ο Γεώργιος Αυγερινός είχε παραδώσει τότε στη Μονή τον τίτλο που κατείχε. Παρ’ όλα αυτά, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησίδων είχε μεταβληθεί άρδην, καθώς μόνο η νομή των αρόσιμων γαιών τους είχε επανέλθει στη Μονή, ενώ οι βοσκήσιμες γαίες τους εκμισθώνονταν πλέον με πλειστηριασμό από τις τοπικές κρατικές αρχές. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), αν και το μοναστηριακό συμβούλιο είχε απευθυνθεί προς τις ιταλικές αρχές της Ρόδου ήδη από την αρχή της κατοχής ζητώντας να περιέλθουν εκ νέου οι νησίδες στην αποκλειστική κυριότητα της Μονής.

Αγρελούσα. Κατάλοιπα ποιμενικής καλύβας στο κεντρικό τμήμα της νησίδας. Άποψη από τα βορειοδυτικά.

Κατά την ίδια περίοδο, η Αγρελούσα περιγράφεται από τον Γ. Σμυρνάκη επίσης ως «[νησίδιον] μετὰ πηγαίου ὕδατος καὶ ἁρμόδιον πρὸς νομὴν εὐαρίθμων ποιμνίων». Η νησίδα ενοικιαζόταν τότε για βόσκηση ζώων μαζί με άλλες νησίδες της Πάτμου και των Αρκιών. Ακριβέστερα, όπως τεκμαίρεται από δύο συμβόλαια, οι νησίδες Κεντρονήσι, Άγιος Γεώργιος, Αγία Θέκλα, Μαράθι, Αγρελούσα, Τραγονήσι και Άνυδρος είχαν εκμισθωθεί το 1923 από τις ιταλικές αρχές της Πάτμου για πέντε έτη στον Μιχαήλ Ι. Στράτα από την Πάτμο. Η μίσθωση αυτή ανανεώθηκε το 1928 για ακόμη μία πενταετία, με τη διαφορά ότι περιλάμβανε επίσης τη νησίδα Σκλάβα αλλά όχι τις νησίδες Άνυδρο και Τραγονήσι. Κατά πάσα πιθανότητα, οι νησίδες αυτές υπεκμισθώνονταν από τον Μ. Ι. Στράτα σε κτηνοτρόφους, οι οποίοι και διέμεναν εποχιακά ή μόνιμα σε αυτές.

Αγρελούσα. Άποψη της θέσης Μάντρα από τα νοτιοδυτικά. Στο κέντρο φαίνεται η κτηνοτροφική εγκατάσταση, ενώ στα αριστερά και στα δεξιά αυτής επιμήκεις ξερολιθιές. Στο βάθος φαίνεται η Στρογγυλή και πίσω της τμήμα των Αρκιών, ενώ στα δεξιά της τμήμα του Μαραθιού.

Όσον αφορά ιδιαίτερα την Αγρελούσα, στους ιταλικούς χάρτες της ίδιας δεκαετίας σημειώνεται μία θέση με το όνομα Μάντρα (Mandra) εν είδει οικισμού και μάλλον η κτηνοτροφική αυτή εγκατάσταση είχε τότε μόνιμους κατοίκους. Άλλωστε, η ίδια θέση κατοικείτο επίσης κατά την ελληνιστική περίοδο (ύστερος 4ος-2ος αι. π.Χ.) αλλά και κατά την ύστερη αρχαιότητα (5ος-7ος αι. μ.Χ.), με βάση τα σωζόμενα εκεί κατάλοιπα αρχαίου πύργου με περίβολο και την επιφανειακή κεραμική. Εύλογα λοιπόν ο Βρετανός αρχαιολόγος John Myres (1869-1954) αναφέρει ότι η Αγρελούσα, όπως και το Μαράθι, ήταν κατοικημένη στην εποχή του. Μια δεκαετία μετά, ο Ιταλός στατιστικολόγος Livio Livi διευκρινίζεί ότι ήταν οι κάτοικοι του Μαραθιού που εκμεταλλεύονταν την Αγρελούσα, όπως και τις γειτονικές νησίδες Στρογγυλή και Σπαλαθρονήσι, πράγμα που επιβεβαιώνεται σήμερα από προφορικές μαρτυρίες κατοίκων.

Αγρελούσα. Κατάλοιπα αλωνιού στο κεντρικό τμήμα της νησίδας. Άποψη από τα νοτιοδυτικά. Στο βάθος διακρίνεται ποιμενική καλύβα.

Όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει το 1828 από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η μονή Πάτμου χαρακτήριζε τότε συλλήβδην την Αγρελούσα και γειτονικές της νησίδες μη καλλιεργήσιμες· συγκεκριμένα, δήλωνε τα εξής: «ἅπασαι ἐξηγριωμέναι εἰσὶ πέτραις κατακεκαλυμμέναι, καὶ ἄνικμοι· ὅθεν οὐδὲ γεωργεῖται· οὐκ ἔνεστι αὐταῖς οἴκημα, οὐ δένδρον, οὐ φρέαρ, οὐχ ὕδωρ πηγαῖον, ἀλλ’ ἅπας ὁ τόπος αὐτῶν τραχύς τε καὶ ἄνικμος». Ωστόσο, ο L. Livi, ο οποίος επισκέφθηκε τα Δωδεκάνησα το θέρος του 1938, διαπίστωσε ότι η Αγρελούσα είχε λίγη καλλιεργήσιμη έκταση και μάλιστα ότι τότε πρόσφατα είχε φυτευτεί ένας μικρός αμπελώνας. Αλλά και σε ό,τι αφορά την ύδρευση της νησίδας, ο Γ. Σμυρνάκης, όπως παρατέθηκε, γράφει για την ύπαρξη πηγαίου ύδατος, ενώ μια παλαιά δεξαμενή που ανάγεται πιθανώς στον 19ο αιώνα σώζεται σήμερα στα βόρεια της Μάντρας. Την ύπαρξη πηγαίου ύδατος στην Αγρελούσα επιβεβαιώνει αργότερα ο χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ εκδ. 1972)· ακριβέστερα, στον χάρτη σημειώνονται δύο παράκτιες πηγές, μία στα δυτικά του βορειοανατολικού άκρου της νησίδας και μία στα βόρεια του νοτιοδυτικού άκρου της νησίδας.

Αγρελούσα. Κατάλοιπα ασβεστοκάμινου κοντά στον μυχό του όρμου Μαΐστρος.

Αξίζει να αναφερθεί, τέλος, ότι κοντά στον μυχό του όρμου Μαΐστρος, του μοναδικού αγκυροβολίου της νησίδας που βρίσκεται στα βορειοδυτικά, εντοπίζονται κατάλοιπα ασβεστοκάμινου, το οποίο κατασκευάστηκε μάλλον μεταπολεμικά, αφού σημειώνεται στον χάρτη της ΓΥΣ (εκδ. 1972) αλλά όχι σε εκείνον του ιταλικού Στρατιωτικού Γεωγραφικού Ινστιτούτου (εκδ. 1928).

Αγρελούσα. Ο ανοιχτός ορμίσκος στο κέντρο της ανατολικής πλευράς της νησίδας. Άποψη από τα βόρεια. Στο βάθος διακρίνονται οι νησίδες μεταξύ Αρκιών και Λειψών, καθώς και η βόρεια πλευρά των Λειψών.

Επίσης, σύμφωνα με τον χάρτη της ΓΥΣ, κατάλοιπα δύο άλλων ασβεστοκάμινων υπάρχουν κοντά στους μυχούς των δύο ανοιχτών ορμίσκων που διαμορφώνονται στις νοτιοανατολικές ακτές της Αγρελούσας.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Pliny, Naturalis historia, 5.133-135· Berthelot 1695· Roberts 1699, 40-41· ΜΙΘ, Α.Κ. 1009, φ. 120v· ΜΙΘ, Α.K. 1004, φ. 64v· ΜΙΘ, Α.Κ. 1005, 168· ΜΙΘ, Α.Κ. 1015, φ. 379v· ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 813· HOA, Patmos· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1876-1882), 45-46· ΜΙΘ. Φ. 74, 03.06.1878, χ.χ.· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 53· Μαλανδράκης 1889, 22· Κοτσοβίλλης 1899, 387· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 712, 752· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 29.07.1923· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 31.08.1928· Gianni 1928, 4· IGM, Archi· Desio 1931, 54-55, πιν. ΙΙΙ· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Β΄, 154-160, 163-164 και τ. Ε΄, 555· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 220· Livi 1940, 71, 79· Myres 1943, 118· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 211· ΓΥΣ, Λέρος· Φλωρεντής 1980, 58, 61, 95, 109-110· Δαφνής – Κωστής 1987, τ. Η΄, 328· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 288· Γιαγκάκης 1994, 8, 15· Σκανδαλίδης 1994, 29, 127, 170, 174, 177· Βαρβούνης 1997, 514· Γιαγκάκης 1997, 5· Γεροζήσης 1998, 149, 152· Πίκουλας 1999, 201-202· Κρικρής 2000, 76, 78, 80· Καρδάση 2013, 13-14, 32.

Συντάκτες: Γ.Κ.

ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΠΥΡΓΟΣ ΜΕ ΠΕΡΙΒΟΛΟ

Αγρελούσα. Η θέση Μάντρα και η κτηνοτροφική εγκατάσταση.

Θέση: Μάντρα.

Διαστάσεις: οχυρωματική εγκατάσταση (μέγιστες διαστάσεις) 14,40 (ΒΝ) × 8,60 (ΑΔ) μ., πύργος 7,40 (ΑΔ) × 7,20 (ΒΝ) μ., περίβολος: βόρεια πλευρά 7 μ., ανατολική πλευρά 5 μ., νότια πλευρά 8,60 μ., δυτική πλευρά 7,30 μ.

Αγρελούσα. Πύργος με περίβολο από τα βορειοδυτικά. Αριστερά διακρίνεται ο βόρειος τοίχος του πύργου ενσωματωμένος στην κατασκευή της μάντρας και μπροστά του η θεμελίωση του δυτικού τοίχου του περιβόλου. Στο βάθος διακρίνονται τα νησιά του Μανόλη, η Αρέφουσα και πίσω τους οι Λειψοί.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην ανατολική πλευρά της Αγρελούσας, στη θέση Μάντρα, όπου μάλλον μόνιμα κατοικούσαν κτηνοτρόφοι τουλάχιστον κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, διατηρούνται τα κατάλοιπα πύργου με περίβολο (οχυρωμένη αυλή) σε υψόμετρο 70 μ. Προσεγγίζοντας τη θέση από τον όρμο του Μαΐστρου στα δυτικά, συναντά κανείς, αρχικά, μία ξερολιθική κτηνοτροφική εγκατάσταση (μάντρα) με τυπική διάρθρωση. Αμέσως νότια από το νότιο όριό της και έως το φρύδι του υψώματος εκτείνονται τα αρχαία κατάλοιπα.

Αγρελούσα. Ο βόρειος τοίχος του πύργου. Η αρχαία κατασκευή διατηρείται στο κατώτερο μέρος, ενώ στο ανώτερο διακρίνεται ο νεότερος τοίχος της μάντρας. Άποψη από τα βόρεια.

Μάλιστα, το πλέον καλοδιατηρημένο και αναγνωρίσιμο τμήμα του πύργου, ο βόρειος τοίχος, που διατηρείται σε ύψος ενός έως τεσσάρων δόμων (δηλ. περίπου 0,40/1,20 μ.), έχει ενσωματωθεί στην κατασκευή της μάντρας αποτελώντας το κατώτερο τμήμα του νότιου ξερολιθικού τοίχου του κτηνοτροφικού κτίσματος, υπαγορεύοντας αντίστοιχα το μήκος του.

Αγρελούσα. Ο νότιος τοίχος του πύργου. Άποψη από τα δυτικά.

Από τους υπόλοιπους τοίχους του τετράγωνου πύργου, καθώς και του τραπεζοειδούς περιβόλου, είναι ορατή μόνο η χάραξή τους στο έδαφος, με εξαίρεση μικρό τμήμα του νότιου τοίχου του περιβόλου στο φρύδι του λόφου, η όψη του οποίου είναι ορατή σε ύψος τριών-τεσσάρων δόμων (δηλ. περίπου 0,60 μ.).

Αγρελούσα. Τμήμα του νότιου τοίχου του περιβόλου στο φρύδι του λόφου. Άποψη από τα νότια.

Το εσωτερικό του πύργου, εμβαδού 29 τ.μ., όπως και του περιβόλου, εμβαδού 30 τ.μ., φαίνεται πως ήταν ενιαίο, καθώς δεν εντοπίζονται διαχωριστικοί τοίχοι.

Οι τοίχοι του πύργου έχουν πάχος 1 μ. και του περιβόλου 0,90 μ. Στις γωνίες τοποθετούνται κυρίως λίθοι μεγάλου μεγέθους, ενώ μεσαίου ή μικρού μεγέθους λίθοι τοποθετούνται στα υπόλοιπα τμήματα, σύμφωνα με το ακανόνιστο τραπεζιόσχημο σύστημα. Οι τοιχοποιίες είναι τρίστρωτες, αποτελούμενες από δύο παρειές και γέμισμα στο εσωτερικό τους από μικρότερους λίθους και χώμα. Εκτός από τις επιφάνειες ώσης, που φέρουν ελάχιστη επεξεργασία, οι λοιπές επιφάνειες των λίθων έχουν όψη λατομείου, ενώ οι αρμοί είναι στις περισσότερες περιπτώσεις χαλαροί. Καθώς στη θέση και στην περιφέρειά της δεν εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός λιθοπλίνθων, φαίνεται πως η αρχαία κατασκευή αποτελείτο από λίθινη βάση (κρηπίδωμα), η οποία εν πολλοίς διατηρείται, ενώ η ανωδομή πρέπει να ήταν πλίνθινη.

Αγρελούσα. Βαθμιδωτό μέτωπο εξόρυξης ασβεστόλιθου. Άποψη από τα ανατολικά.

Για τη λίθινη κατασκευή έχει χρησιμοποιηθεί τοπικός ασβεστόλιθος, το βαθμιδωτό μέτωπο εξόρυξης του οποίου εντοπίζεται σε χαμηλότερο επίπεδο νότια, σε απόσταση περίπου 10 μ.

Στην ευρύτερη θέση του πύργου και νοτιότερα προς την ακτή, όπου διαμορφώνονται υποτυπώδη αναλήμματα, εντοπίζεται σημαντική ποσότητα επιφανειακής αβαφούς κεραμικής, κυρίως αποθηκευτικών, μαγειρικών σκευών και αγγείων μεταφοράς. Από το σύνολο των χαρακτηριστικότερων οστράκων παρατηρούνται δύο κύριες και μία δευτερεύουσα χρονολογικές ομάδες. Η αρχαιότερη κύρια ομάδα τοποθετείται στους ελληνιστικούς χρόνους (χαρακτηριστικά θραύσματα οξυπύθμενων αμφορέων) και η επόμενη κύρια ομάδα στην ύστερη αρχαιότητα (LRA 1/2, 5ος-7ος αι. μ.Χ.). Όστρακα νεότερης περιόδου (18ος-αρχές 20ού αι.) αποτελούν την υστερότερη χρονολογική ομάδα (μαγειρικά σκεύη και πολύχρωμη κεραμική), η οποία ωστόσο είναι δευτερεύουσα ποσοτικά σε σχέση με τις προηγούμενες.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το μεγάλο χρονολογικό εύρος της επιφανειακής κεραμικής στη θέση. Είναι δεδομένο ότι στον ελληνικό κόσμο οι πύργοι αποτελούν τον κυριότερο οικιστικό πυρήνα της αγροτικής υπαίθρου, όπως και ότι έως τους ελληνιστικούς χρόνους οι αγροικίες διέθεταν οχυρωματική όψη και κατασκευή σε βαθμό που όμοιός του δεν απαντά έως την ύστερη αρχαιότητα. Μέχρι το τέλος της ελληνιστικής περιόδου η χρήση μεγάλων λιθοπλίνθων περιορίζεται στις αντίστοιχες εγκαταστάσεις, καθώς στην ύπαιθρο χώρα της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου η οχυρωματική όψη φαίνεται πως έχασε τη σημασία της. Ωστόσο, την εποχή αυτή, όπως και στην ύστερη αρχαιότητα, διαπιστώνεται πως παλαιότερες εγκαταστάσεις πύργου με περίβολο (οχυρωμένη αυλή) αποτέλεσαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον ιστορικό και αρχιτεκτονικό πυρήνα ανάπτυξης μικρών αγροτικών οικισμών, αν και δεν είναι πάντα σαφές εάν ο λόγος της φαινόμενης ιστορικής συνέχειας έγκειται στην οικιστική, οικονομική ή/και οχυρωματική τους αξία ή στη λιθολόγησή τους. Κατά τη διάρκεια της ύστερης αρχαιότητας, η οικιστική διάρθρωση της υπαίθρου χώρας της Μιλήτου (Μιλησίας), στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εγγραφεί ιστορικά η Αγρελούσα συνακόλουθα με τα μεγαλύτερα γύρω νησιά, περιλάμβανε μεμονωμένες αγροικίες με μικρούς ή μεγάλους αγρούς, μικρά χωρία, μοναστήρια και μοναστικά κτήματα. Κατά συνέπεια, η απομάκρυνση των εγκαταστάσεων αυτού του τύπου από τον πρότερο ‟οχυρωματικό” χαρακτήρα της ελληνιστικής περιόδου υποδηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι οι συνθήκες διαβίωσης στην ύπαιθρο χώρα της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου και της ύστερης αρχαιότητας, τουλάχιστον όσον αφορά στον κόσμο του Αιγαίου και της δυτικής Μικράς Ασίας, ήταν περισσότερο ειρηνικές.

Χρονολόγηση: ελληνιστική περίοδος (ύστερος 4ος-2ος αι. π.Χ.), ύστερη αρχαιότητα (5ος-7ος αι. μ.Χ.) και νεότεροι χρόνοι (19ος-αρχές 20ού αι.).

Συντάκτης: Κ.Σ.

ΔΕΞΑΜΕΝΗ

Αγρελούσα. Η ευρύτερη περιοχή της δεξαμενής, η οποία διακρίνεται στο κέντρο.

Θέση: Μάντρα.

Διαστάσεις: δεξαμενή (εξωτερικές διαστάσεις) 4,60 (ΒΝ) × 2,60 (ΑΔ) μ., ορατό ύψος 0,40 μ., διαστάσεις στομίου 0,60 × 0,60 × 0,10 μ., διαστάσεις πλευρικής οπής 0,30 × 0,30 μ., λεκάνη 2,60 (ΑΔ) × 1 (ΒΝ) μ., περίβολος 7,50 (ΒΝ) × 7 (ΑΔ) μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε απόσταση περίπου 160 μ. βόρεια της κτηνοτροφικής εγκατάστασης και του αρχαίου πύργου, κοντά στην κορυφή του βορειοανατολικού υψώματος της Αγρελούσας (82 μ.), εντοπίζεται κτιστή υδατομαστευτική δεξαμενή. Η κατασκευή βρίσκεται σε απόσταση 80 μ. νοτιοανατολικά από την αφετηρία βαθμιδωτής διαμόρφωσης, που καλύπτει την πλαγιά του ανατολικού τμήματος της βόρειας πλευράς της νησίδας έως τη βραχώδη ακτή και όπου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα είχε φυτευτεί μικρός αμπελώνας.

Αγρελούσα. Άποψη της δεξαμενής από τα νότια. Στο βάθος διακρίνονται η Στρογγυλή (στα αριστερά), το Μαράθι και πίσω τους οι Αρκοί (φωτογραφία: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία).

Η δεξαμενή είναι λιθόδμητη, θολωτή, με προσανατολισμό ΒΝ και διατηρείται ακέραια. Από την κατασκευή του θόλου, που είναι το μοναδικό ορατό της τμήμα, καθώς το υπόλοιπο είναι υπόσκαφο, παρατηρείται πως είναι κατασκευασμένη από μεσαίου και μικρού μεγέθους ακατέργαστους τοπικούς ασβεστόλιθους συνδεδεμένους με υδραυλικό κονίαμα.

Αγρελούσα. Άποψη της δεξαμενής από τα νοτιοανατολικά. Διακρίνονται η τετράγωνη οπή παρατήρησης, το στόμιο στην κορυφή του θόλου, η κτιστή λεκάνη, καθώς και μέρος του περιβόλου στη δυτική πλευρά (φωτογραφία: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία).

Στο τύμπανο του θόλου, στην ανατολική πλευρά της δεξαμενής, έχει διαμορφωθεί τετράγωνο άνοιγμα-οπή παρατήρησης, ενώ στην κορυφή του θόλου, αλλά έκκεντρα ως προς το μήκος της δεξαμενής, έχει διαμορφωθεί επίσης τετράγωνο στόμιο, το χείλος του οποίου διαμορφώνουν οι προεξέχοντες προς τα πάνω περιμετρικοί λίθοι. Στη νότια πλευρά της έχει διαμορφωθεί ορθογώνια, ρηχή, κτιστή λεκάνη σε μορφή Π, η κατασκευή της οποίας εκκινώντας από το στόμιο στην κορυφή του θόλου, προβάλλει κατά 0,30 μ. νότια από το περίγραμμα της δεξαμενής. Το εξωράχιο του θόλου, όπως και το δάπεδο της λεκάνης, που παρακολουθεί ομαλά την κλίση του, είναι διαστρωμένα με λιθόδεμα, το οποίο αποτελείται από χοντρή λατύπη και υδραυλικό ασβεστοκονίαμα, χωρίς περαιτέρω επεξεργασία της τελικής επιφάνειάς του. Τη δεξαμενή πλαισιώνει προς τα νότια ορθογωνικός περίβολος-στηθαίο, οι ξερολιθικοί τοίχοι του οποίου (πάχους 0,60 μ.) είναι ορατοί σε επίπεδο θεμελίωσης.

Χρονολόγηση: 19ος-αρχές 20ού αι.

Συντάκτης: Κ.Σ.