
Ο Αρχάγγελος βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Λέρου και συγκεκριμένα απέναντι από τον όρμο του Παρθενίου, τον οποίο και καλύπτει, καθιστώντας τον το ευρύτερο και ασφαλέστερο για όλους σχεδόν τους καιρούς λιμάνι του νησιού. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου της Λέρου με εμβαδόν 1,608 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 10,352 χλμ.
Τα παλαιότερα αρχαιολογικά δεδομένα στον Αρχάγγελο ανάγονται στην ύστερη αρχαιότητα. Ακριβέστερα, στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, στην κορυφή του Χαμηλού Βουνού (100 μ.), εντοπίζονται τα κατάλοιπα κτιριακού συγκροτήματος που χρονολογείται στον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ. Κατά τη βυζαντινή περίοδο, ο Αρχάγγελος δεν έφερε ιδιαίτερο όνομα αλλά προσδιοριζόταν σε σχέση με το Παρθένι· συγκεκριμένα, η νησίδα μνημονεύεται στα τέλη του 11ου αιώνα ως «τὸ νησίδιον» που ανήκε στο «προάστιον Παρθενίου», το μετόχι της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου στο βόρειο τμήμα της Λέρου. Αργότερα ο οθωμανικός πορτολάνος του Πιρί Ρεΐς (1465-1553), αλλά και άλλοι, γαλλικοί, μεταγενέστεροι, δίνοντας οδηγίες για την αγκυροβόληση στο Παρθένι, απεικονίζουν ή/και περιγράφουν σχηματικά τον Αρχάγγελο, χωρίς όμως να τον κατονομάζουν, ως μία νησίδα που εκτείνεται ημικυκλικά ή μοιάζει να σχηματίζει ημισέληνο μπροστά στην είσοδο του προαναφερόμενου όρμου.

Ο Αρχάγγελος περιγράφεται επίσης το 1719 ως ένα μεγάλο νησί «όπου υπάρχουν αρκετά κουνέλια» στο ημερολόγιο καταστρώματος του De Boviges, καπετάνιου της ταρτάνας με την οποία ταξίδεψε στο Αρχιπέλαγος ο Pierre-Étienne Robeau de Valnay, γραμματέας του πρέσβη της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη· μάλιστα, σε άλλο σημείο του ίδιου κειμένου, καθώς και σε σχέδιο της περιοχής του Παρθενίου που περιλαμβάνει το ημερολόγιο, ο Αρχάγγελος ονομάζεται “Νήσος των Κουνελιών” (Isle des Lapins). Ωστόσο, μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, στους δυτικοευρωπαϊκούς χάρτες η νησίδα σημειώνεται ως Lerillo(n), ενώ αργότερα στον χάρτη του Ζακυνθινού καπετάνιου Νικολάου Κεφαλά (1818) ως Λερόπουλο. Ας προστεθεί ότι στα νησολόγια, από τον 15ο έως τoν 18ο αιώνα, η μεγαλύτερη νησίδα που απεικονίζεται δίπλα στη Λέρο φέρει το όνομα Λέπιδα (Lepida), αλλά δεν τοποθετείται στα βορειοδυτικά του νησιού όπου βρίσκεται ο Αρχάγγελος· παρά το γεγονός ότι, ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, Λέπιδα ονομάζεται η περιοχή στα νοτιοανατολικά του όρμου του Λακκιού, ο Ιταλός διπλωμάτης Ermanno Armao, σχολιάζοντας το έργο του Vincenzo Coronelli, διατυπώνει την εύλογη υπόθεση ότι πρόκειται για τον Αρχάγγελο, ο οποίος απλά παρατοποθετείται στα νησολόγια, όπως και ο όρμος του Παρθενίου. Η ονομασία Αρχάγγελος εντοπίζεται για πρώτη φορά σε γαλλική μετάφραση (Archange) στο ταξιδιωτικό έργο του Γάλλου φυσιοδίφη Guillaume-Antoine Olivier, ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή κατά την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα. Λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, η νησίδα απαντά πλέον ως Αρχάγγελος (Arkhangelos) στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών, υιοθετείται η γραφή Arcangelo.
Κατά τα τέλη του 11ου αιώνα, ο Αρχάγγελος ανήκε, όπως σημειώθηκε, στο πατμιακό μετόχι του Παρθενίου και χρησιμοποιόταν, όπως διευκρινίζεται σε ένα σιγίλλιο που επικυρώνει τις κτήσεις της μονής Πάτμου στην περιοχή, «εἰς μερικήν τινα παραμυθίαν νομῆς τῶν ζώων αὐτοῦ [ενν. του μετοχίου]». Αργότερα ο Ναπολιτάνος Francesco Piacenza, στο νησολόγιό του που εκδόθηκε το 1688, αναφερόμενος στη νησίδα Lepida, η οποία και μόνο από το σχήμα με το οποίο απεικονίζεται στον χάρτη που συνοδεύει το κείμενο θα πρέπει να ταυτιστεί με τον Αρχάγγελο, μας πληροφορεί ότι μερικοί Έλληνες μετέφεραν τα κοπάδια τους εκεί και χρησιμοποιούσαν διάφορες ερειπωμένες κατοικίες που υπήρχαν στη νησίδα. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο G.-A. Olivier γράφει επίσης ότι οι κάτοικοι της Λέρου πήγαιναν τα πρόβατά τους στον Αρχάγγελο για να βοσκήσουν, καθώς και ότι προμηθεύονταν από εκεί μικρές ποσότητες καυσόξυλων. Στα τέλη του ίδιου αιώνα ή στις αρχές του επόμενου αιώνα θα πρέπει να αναχθεί και η παράδοση που διασώζεται στους Λειψούς ότι οι περισσότεροι από τους πρώτους κατοίκους του νησιού το είχαν εγκαταλείψει προσωρινά, λόγω της οικονομικής εξαθλίωσής τους, και είχαν καταφύγει στον Αρχάγγελο, για να εξαναγκάσουν τη μονή Πάτμου να μοιράσει τη γη των Λειψών στους κατοίκους.

Κατά την οθωμανική περίοδο, όπως μαρτυρούν πράξεις καταχωρισμένες σε κώδικα του δήμου Λέρου του 19ου αιώνα, ο Αρχάγγελος, μαζί με τις άλλες νησίδες που βρίσκονται στα βόρεια της Λέρου (Τρυπητή, Στρογγυλή, Πατελίδι, Φαραονήσια/Φαραδονήσια), εκμισθώνονταν κάθε Νοέμβριο από τον Δήμο σε ιδιώτες μετά από δημοπρασία. Ενδεικτικά, μισθωτές ήταν το 1865-1866 ο Αντώνιος Αμοργινός, το 1866-1867 ο Κωνσταντίνος Ιωάννου Μακρής, το 1867-1868 ο Χαράλαμπος χατζη-Αντωνίου Περάκης και το 1868-1869 ο Μ. Πέρος, ενώ το μίσθωμα ανήλθε αντίστοιχα σε 165, 270, 300 και 250 γρόσια. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι, παρά την ενοικίαση των νησίδων για τη βόσκηση ζώων, κάθε δημότης της Λέρου διατηρούσε το δικαίωμα «διὰ νὰ πηγαίνη τὸ ζῶόν του εἰς τὰς εἰρημένας νήσους χωρίς τινα πληρωμὴν πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν», όπως αναφερόταν στη διακήρυξη της δημοπρασίας.

Κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής, οι ίδιες νησίδες εκμισθώνονταν σε τακτά διαστήματα από τις ιταλικές αρχές της Λέρου σε ιδιώτες. Από τα σωζόμενα συμβόλαια γνωρίζουμε ότι o Αρχάγγελος, η Στρογγυλή, η Τρυπητή και το Φαραδονήσι είχαν μισθωθεί από τον Πάτμιο κτηνοτρόφο Σταύρο Μπουράκη του Γεωργίου, κάτοικο Λέρου, αρχικά για μια πενταετία (1917-1922), στη συνέχεια για ένα έτος (1922-1923, έναντι 200 ιταλικών λιρών) και έπειτα για μια διετία (1923-1925, έναντι 700 ιταλικών λιρών ετησίως). Μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του σημερινού κατοίκου της νησίδας Γιώργου Άγουρου, ο Σ. Μπουράκης με την πολυμελή οικογένειά του κατοικούσαν στον Αρχάγγελο και δεν ασχολούνταν μόνο με την εκτροφή ζώων αλλά επίσης καλλιεργούσαν φάβα. Αργότερα (1937) ο Βασίλειος Διαμαντάρας από τη Λέρο μαρτυρείται ως ενοικιαστής της νησιωτικής “συστάδας” του Αρχαγγέλου (Gruppo Arcangelo), η οποία μάλλον περιλάμβανε τις προαναφερόμενες νησίδες· το ετήσιο ενοίκιο ανερχόταν τότε στις 1.000 ιταλικές λίρες. Αξίζει να επισημανθεί ότι, ενώ σε άλλα μισθωτήρια συμβόλαια νησίδων της ίδιας περιόδου ορίζεται ο αριθμός των δέντρων που ο ενοικιαστής έπρεπε να φυτεύει εκεί κάθε χρόνο, σε αυτά που αφορούν τον Αρχάγγελο ο αριθμός των δέντρων δεν αναγράφεται· η μη αναγραφή του αριθμού τους οφειλόταν, όπως εξηγούσε τότε στους προϊσταμένους του ο αντιπρόσωπος της ιταλικής διοίκησης στη Λέρο Enrico Massocchi, στην έλλειψη υδάτων στις νησίδες της Λέρου. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι η θαλάσσια περιοχή του Αρχάγγελου, όπως και των γειτονικών Φαραδονησιών, αποτελούσε ένα από τα πεδία στα οποία κατά τη δεκαετία 1950 αναφέρεται ότι αλίευαν σφουγγάρια Καλύμνιοι.

Το νησολόγιο του F. Piacenza (1688) κάνει λόγο, επίσης, και για δύο μικρά αγκυροβόλια στον Αρχάγγελο (Lepida), από τα οποία το ανατολικότερο αποτελούσε καταφύγιο παντός καιρού για μπάρκα και βατσέλα μεσαίου μεγέθους. Ας προστεθεί ότι τα σωζόμενα ημερολόγια καταστρώματος ελληνικών πολεμικών πλοίων μαρτυρούν ότι αυτά είχαν επανειλημμένα αγκυροβολήσει στο «νησί εις το πόρτο Παρθένι» κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και ακριβέστερα πριν από τη ναυμαχία του Γέροντα (10.09.1824 ν.ε.) αλλά και μετά από αυτήν.
Στον 20ό αιώνα, η στρατηγική θέση του Αρχαγγέλου, λόγω της κάλυψης που προσφέρει στον όρμο του Παρθενίου, αξιοποιήθηκε από τους Ιταλούς, οι οποίοι εγκατέστησαν πυροβολαρχίες στη νησίδα για να ασφαλίσουν τις δύο εισόδους του όρμου ήδη από την αρχή της ιταλικής κατοχής (1912).

Στα πρώτα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αρχάγγελος αποτέλεσε έδρα της ιταλικής πυροβολαρχίας PL 749, η οποία ήταν αντιπλοϊκή και αντιαεροπορική (batteria antinave e antiaerea) και επιτηρούσε τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Λέρου, Λειψών και Πάτμου· η μονάδα διέθετε δίδυμα μυδραλιοβόλα (mitragliatrici binate) και φωτοηλεκτρικούς προβολείς (fotoelettriche). Κατά τη διάρκεια της μάχης της Λέρου (26 Σεπτεμβρίου-16 Νοεμβρίου 1943), η οποία έληξε με ήττα των Συμμαχικών δυνάμεων από τους Γερμανούς, η πυροβολαρχία υπέστη σοβαρές ζημιές από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς· αρκετοί από τους στρατιώτες σκοτώθηκαν, ενώ μερικοί κατάφεραν να διαφύγουν με βάρκες μετά το τέλος της μάχης. Την ίδια περίοδο, η νησίδα λειτούργησε και ως χώρος καραντίνας για την αντιμετώπιση της ψώρας που είχε μεταδοθεί στη Λέρο από τους Ιταλούς στρατιώτες.
Σήμερα, στον Αρχάγγελο, δυτικά της σύγχρονης προβλήτας, υπάρχει ναΰδριο αφιερωμένο στον Άγ. Γεώργιο, προφανώς επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, υπήρχε κάποτε ομώνυμο ναΰδριο στην κορυφή του Χαμηλού Βουνού, του υψώματος στο κεντρικό τμήμα της νησίδας. Ο παρακείμενος μικρός όρμος του Αρχαγγέλου ονομάζεται σήμερα Βάλα τ’Άη-Γιώργη.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ANF, Marine, 3JJ, 220, no. 7, 75-76· Piacenza 1688, 230-231· Berthelot 1695· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 124-126· ANF, Marine, 5JJ, 323, 30-31· Michelot – Bremond 1715· CADN, Constantinople, A, vol. 59, f. 368v-370· D’Anville 1756· Choiseul-Gouffier 1782, xvi-1· Olivier 1803-1804, ΙΙΙ, 353· Olivier 1803-1804, Atlas, Pl. 21· Κεφαλάς 1818· HOA, Lero· ΓΑΚ – Τμήμα Λέρου, ΑΒΕ 12, ΑΕΕ1.1, 2, σ. 19, 70, 95, 132· Πάτρας 1886, 96· Οικονομόπουλος 1888, 13-14, 139· Bürchner 1898, 19-20· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 27.09.1922, 22.12.1922, 27.09.1923· Desio 1931, 66, 80· IGM, Lero· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1937, φάκ. 549, 13.08.1937, 23.08.1937· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 228· Livi 1940, 79-81· Armao 1951, 164· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1955, 220-221· ΓΥΣ, Λέρος· Levi – Fioravanzo 1972, 91, 106-108, 112-113, 216-217, 228, 270· Σαμάρκος 1974, 16-17, 34· Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου 1980, 83· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 302-304· Κόλλιας 1993, 77, 81· Σκανδαλίδης 1994, 37, 39, 127· Γιαγκάκης 1997, 22· Λούπης 1999, 235-236· Πισπιρίγκου 2012, 275-277· Ήσυχος 2015, 315· Παραπονιάρης 2016, 187-188, 465.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΚΤΙΡΙΑΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ

Θέση: Χαμηλό Βουνό.
Διαστάσεις: (α) κεντρικό οικοδόμημα: 15 (ΑΔ) × 10 (ΒΝ) μ., (β) πρόσκτισμα ή προσθήκη κεντρικού οικοδομήματος: 4,40 (ΑΔ) × 4,20 (ΒΝ) μ., (γ) κυκλικό οικοδόμημα: διάμετρος 6 μ., (δ) πυργοειδής κατασκευή: 4,60 (ΑΔ) × 3,90 (ΒΝ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 2,70 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην κορυφή του Χαμηλού Βουνού (100 μ.), του υψώματος στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, διατηρούνται σε μεγάλη έκταση τα κατάλοιπα εγκατάστασης, από την οποία διακρίνονται τρία οικοδομήματα.

Το κεντρικό οικοδόμημα καταλαμβάνει το υψηλότερο σημείο της θέσης, που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα σε μορφή ανδήρου στη νότια πλευρά. Οι περιμετρικοί τοίχοι της κατασκευής (πάχους 1 μ.) ανταποκρίνονται σε τραπεζιόσχημη κάτοψη, προσανατολισμού ΑΔ. Στο εσωτερικό του οικοδομήματος παρατηρείται ένας κατά μήκος και δύο εγκάρσιοι τοίχοι, οι οποίοι επιμερίζουν τον χώρο σε περισσότερα δωμάτια. Εξωτερικά, στο μέσον της δυτικής πλευράς και συναπτά με αυτή, διατηρείται τετράπλευρος χώρος σε μορφή προσκτίσματος ή προσθήκης. Οι τοιχοποιίες είναι τρίστρωτες, κατασκευασμένες από μεγάλου και μεσαίου μεγέθους τοπικούς ασβεστόλιθους, συνδεδεμένους μεταξύ τους με ισχυρό ασβεστοκονίαμα και θραύσματα κεραμικών ή κεραμίδων στις παρειές και γέμισμα στο μέσον από ασβεστοκονίαμα, λατύπη και μικρότερα κεραμικά θραύσματα.

Το ιδιαίτερα μεγάλο πάχος των εξωτερικών τοίχων του κεντρικού οικοδομήματος, όπως και ο μεγάλος όγκος των ερειπίων του, μεταξύ των οποίων και τμήματα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών (κιονίσκων), δεν επιτρέπουν την περαιτέρω ανάγνωση της κάτοψής του· ωστόσο, βεβαιώνουν πως το κτίριο θα αναπτυσσόταν σε τουλάχιστον δύο ορόφους.

Σε απόσταση περίπου 10 μ. προς τα ΒΑ διατηρούνται τα κατάλοιπα κυκλικής κάτοψης οικοδομήματος, ευδιάκριτα, περισσότερο, στο ανατολικό ήμισύ τους. Πρόκειται για κυκλικό τοίχο (πάχους 0,90 μ.) με χαρακτηριστικά και κατασκευή παρόμοια με του κεντρικού οικοδομήματος. Στην εσωτερική παρειά του τοίχου και στην ίδια στάθμη διατηρούνται τρεις ακτινωτά διατεταγμένες κοιλότητες σε απόσταση περίπου 1 μ. μεταξύ τους, ως υποδοχές ξύλινων στοιχείων είτε ικριώματος (σκαλότρυπες) είτε εξοπλισμού.

Ανατολικότερα, σε απόσταση περίπου 3-4 μ. και σε χαμηλότερο ισόπεδο χώρο, ο οποίος φαίνεται να οριοθετείται στη βόρεια πλευρά του από επιμήκη τοίχο (ορατού μήκους περ. 20 μ.) προσανατολισμού ΑΔ, βρίσκεται τετράπλευρο κτίσμα, το οποίο διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και σε μεγάλο ύψος, συγκριτικά με τις υπόλοιπες κατασκευές. Πρόκειται για πυργοειδή κατασκευή που διατηρείται σε δύο στάθμες (ύψος κατώτερης: 1,90 μ., σωζόμενο ύψος ανώτερης: 1 μ.). Η κατώτερη φέρει στην ανατολική πλευρά άνοιγμα εισόδου, μήκους 1 μ., από το οποίο διατηρούνται οι δύο παραστάδες σε ύψος περίπου 1,60 μ. Το δάπεδο του ορόφου, που δεν διατηρείται, θα ήταν ξύλινο, στερεωμένο σε δύο δοκούς (στρωτήρες) τοποθετημένους κατά μήκος της εσωτερικής πλευράς του βόρειου και του νότιου τοίχου, στους σωζόμενους επιμήκεις αναβαθμούς αντίστοιχα. Οι τοιχοποιίες είναι τρίστρωτες, κατασκευασμένες από τοπικούς λίθους, συνδεδεμένους –και στην περίπτωση αυτή– με ασβεστοκονίαμα και πλήρωση από λατύπη και μικρά κεραμικά βύσματα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διαμόρφωση ενός οριζόντιου επιπέδου περιμετρικά στις εσωτερικές όψεις των τοίχων, το οποίο φαίνεται να τις διακρίνει σε δύο ζώνες. Στην κατώτερη έχουν χρησιμοποιηθεί λίθοι ελαφρώς μεγαλύτερου μεγέθους, με περισσότερο σφιχτούς αρμούς. Αντίθετα, στην επάνω ζώνη –στην οποία περιλαμβάνεται ο αναβαθμός της στάθμης του δαπέδου– οι λίθοι είναι εμφανώς μικρότεροι και περισσότερο ορθογώνιοι, ενώ στους φαρδύτερους αρμούς της τοποθετούνται αποτμήματα μικρότερων λίθων εν είδει σφηνών. Μάλιστα διαφοροποίηση παρατηρείται και στην εξωτερική παρειά της βόρειας και της νότιας πλευράς του οικοδομήματος, όπου στην κατώτερη στάθμη διατηρείται προεξέχουσα θεμελίωση με ακανόνιστη ράχη, δηλώνοντας εύγλωττα πως πρόκειται για παλαιότερη κατασκευή. Στην παρατήρηση αυτή φαίνεται να συνηγορούν και τα διατηρούμενα κονιάματα επίχρισης εσωτερικά. Συγκεκριμένα, η κατώτερη στάθμη επιχριόταν από τυπικό υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι), τμήματα του οποίου διατηρούνται περιμετρικά. Η στάθμη του ορόφου διατηρεί κατά τόπους επίχρισμα από μαλακό ασβεστοκονίαμα, ενώ οι παραστάδες του ανοίγματος εισόδου επιχρίονται από κονίαμα τσιμεντιτικής σύστασης.
Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη δύο έως τεσσάρων οικοδομικών φάσεων στην πυργοειδή κατασκευή. Η αρχική και παλαιότερη περιλαμβάνει τις προϋπάρχουσες θεμελιώσεις που διακρίνονται εξωτερικά. Στην ίδια φάση ή σε επόμενη, το ισόγειο λειτούργησε ως υδατοδεξαμενή, όπως μαρτυρεί η επίχρισή του με υδραυλικό κονίαμα. Εάν στη φάση αυτή εγγράφεται και η διαμόρφωση του ορόφου, η ύπαρξη του οποίου πιστοποιείται από τις υποδοχές των στρωτήρων του δαπέδου, ή αποτελεί άλλη, διακριτή, φάση, δεν είναι απόλυτα σαφές με βάση τα γνωστά έως σήμερα δεδομένα. Το βέβαιο είναι πως η διαμόρφωση του ανοίγματος εισόδου στη νότια πλευρά του ισογείου δεν επιτρέπει ούτε τη συνέχιση λειτουργίας της υδατοδεξαμενής στο ισόγειο ούτε την ύπαρξη ορόφου στο συγκεκριμένο τουλάχιστον ύψος, καθώς η στάθμη του θα έπρεπε να ταυτίζεται με αυτήν του ανωφλιού, γεγονός που δεν προκύπτει. Η επίχριση, μάλιστα, του ανοίγματος εισόδου με τσιμεντιτικό κονίαμα κατατάσσει χρονικά τη συγκεκριμένη επέμβαση ως τελευταία.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Από τη θέση του κεντρικού οικοδομήματος και την περιφέρειά του τα πλέον διαγνωστικά κινητά ευρήματα χρονολογούνται στον 6ο-7ο αι. μ.Χ. (πινάκιο ARS και θραύσματα αμφορέων LRA 2/13 με χαρακτηριστική κυματοειδή κτενωτή διακόσμηση). Με δεδομένο ότι, μακροσκοπικά τουλάχιστον, τα υλικά και η τεχνική κατασκευής του κεντρικού και του κυκλικού οικοδομήματος δεν φαίνεται να διαφοροποιούνται, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως πρόκειται για οικοδομήματα σύγχρονα μεταξύ τους. Μάλιστα η θέση του κυκλικού οικοδομήματος επί της κορυφογραμμής, οι διαστάσεις του, καθώς και οι υποδοχές ξύλινων στοιχείων στο εσωτερικό του, επιτρέπουν την αναγνώρισή του πιθανώς ως ανεμόμυλου, ερείπια του οποίου μνημονεύονται στη βιβλιογραφία. Εάν στο προαναφερόμενο σύνολο περιλαμβάνεται και η αρχική φάση της πυργοειδούς κατασκευής –γεγονός πολύ πιθανό– δεν είναι σαφές. Βέβαιο είναι πως η πυργοειδής κατασκευή φαίνεται να επισκευάστηκε, προκειμένου να αξιοποιηθεί στον 20ό αιώνα, πιθανώς ως αποθήκη πυρομαχικών, σε συνάφεια με τις υπόλοιπες οικοδομικές εργασίες που έλαβαν χώρα στη νησίδα στο πλαίσιο της εγκατάστασης και λειτουργίας της πυροβολαρχίας PL 749 από την ιταλική διοίκηση.
Ο χαρακτήρας του κεντρικού οικοδομήματος και η λειτουργία του συγκροτήματος δεν μπορούν επί του παρόντος να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Βέβαια, το γεγονός ότι μεταξύ των ερειπίων εντοπίζονται μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, δηλώνει πως δεν πρόκειται για ευτελή ή πρόσκαιρη κατασκευή, αλλά για σημαντικό οικοδόμημα. Ο προσδιορισμός της χρονολόγησης, μάλιστα, τη συγκεκριμένη εποχή, μόνο έκπληξη δεν προκαλεί, καθώς είναι γνωστή η σημασία του όρμου του Παρθενίου και της ευρύτερης περιοχής την εποχή αυτή. Στη θέση του σημερινού αεροδρομίου, σωστικές ανασκαφές της ΕΦΑ Δωδεκανήσου το 1980 είχαν αποκαλύψει τα κατάλοιπα παλαιοχριστιανικής βασιλικής με δύο οικοδομικές φάσεις (α΄ φάση: 4ος έως μέσα 5ου αι. μ.Χ. και β΄ φάση: μέσα 5ου έως τέλη 6ου αι. μ.Χ.), καθώς και παρακείμενου κοσμικού οικοδομήματος, το οποίο σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα φαίνεται πως ερειπώθηκε στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. Επιπλέον, ΒΑ του Παρθενίου και απέναντι από τη νοτιοδυτική πλευρά του Αρχαγγέλου, βρίσκεται άλλη μία σημαντική θέση της περιόδου για τη Λέρο, που περιλαμβάνει τα κατάλοιπα παλαιοχριστιανικής βασιλικής με λαξευτό στον φυσικό βράχο σύνθρονο, γνωστής ως Άγιος Ιωάννης στη Φακουδιά,. Εκτός των στενών ορίων του όρμου του Παρθενίου, η πληθώρα παλαιοχριστιανικών βασιλικών στη Λέρο, έντεκα συνολικά, οι οποίες χρονολογούνται στον 5ο, 6ο και 7ο αι. μ.Χ., προϋποθέτει την ύπαρξη οργανωμένης και δραστήριας χριστιανικής κοινότητας και επισκοπής, ήδη από τον 5ο αι. μ.Χ. και οπωσδήποτε πριν από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κωνσταντινούπολη, 553 μ.Χ.), οπότε μαρτυρείται η παρουσία επισκόπου Λέρου.
Χρονολόγηση: 6ος-7ος αι. μ.Χ., περίοδος ιταλικής κατοχής (1912-1943).
Πηγές-Βιβλιογραφία: Bürchner 1898, 17-18· Gerola 1915, 66· Wiegand et al. 1929, 24-25· Levi – Fioravanzo 1972, 112-113· Ήσυχος 2015, 315· Di Pierro 2023, 226-228.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΚΤΙΡΙΑ

Θέση: Χαμηλό Βουνό.
Διαστάσεις: Κτίριο Α: 18 (ΒΝ) × 4,50 (ΑΔ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 2,20 μ., Κτίριο Β: 7,50 (ΒΝ) × 4 (ΑΔ) μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 2 μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Σε απόσταση περίπου 250 μ. ανατολικά από την κορυφή του Χαμηλού Βουνού (100μ. ), του υψώματος στο κεντρικό τμήμα της νησίδας, όπου σώζονται τα λείψανα αξιόλογης εγκατάστασης των ύστερων πρωτοβυζαντινών χρόνων (6ος-7ος αιώνας μ.Χ.), αλλά σε αισθητά χαμηλότερο υψόμετρο (περ. 50 μ.), εντοπίζονται τα κατάλοιπα δύο κτισμάτων της περιόδου του Μεσοπολέμου, τα οποία αποκαλούνται συμβατικά Κτίριο Α και Κτίριο Β.

Λόγω του επικλινούς εδάφους, ο ριζιμιός βράχος λαξεύτηκε και ισοπεδώθηκε, ώστε να δημιουργηθούν ορθογώνια πλατώματα επί των οποίων θεμελιώθηκαν τα κτίσματα. Μεταξύ κάθε κτίσματος και του λαξευμένου κατακόρυφου μετώπου του βράχου διαμορφώθηκε διάκενο, πλάτους περίπου 1 μ., για την αποφυγή της υγρασίας και την απορροή των ομβρίων υδάτων. Ο γενικός προσανατολισμός των κτιρίων είναι Α-Δ.

Εκ των δύο κτιρίων, το ανατολικό (Κτίριο Α) είναι αυτό που διατηρείται στην καλύτερη κατάσταση. Πρόκειται για επίμηκες, μονόχωρο οικοδόμημα, με το άνοιγμα εισόδου (πλάτους 1,15 μ.) να βρίσκεται στο μέσον του μακρού νότιου τοίχου, ενώ εκατέρωθεν αυτού ανοίγονται τρία παράθυρα (πλάτους 0,90 μ.).

Μια δευτερεύουσα είσοδος (πλάτους 1,10 μ.) εντοπίζεται στο νότιο άκρο του δυτικού τοίχου. Η τοιχοποιΐα είναι κατά κύριο λόγο από τοπικούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους, με μικρότερους λίθους και πλάκες ως σφηνοειδή βύσματα. Στις παραστάδες των ανοιγμάτων έχουν χρησιμοποιηθεί και συμπαγείς οπτόπλινθοι, ενώ τα κατώφλια των παραθύρων είναι από σκυρόδεμα.

Το γεγονός ότι σε κανένα άνοιγμα δεν διατηρείται το ανώφλι υποδηλώνει πιθανή χρήση ξύλινων υπερθύρων. Οι εξωτερικές και εσωτερικές όψεις των τοίχων φέρουν παχύ στρώμα τσιμεντοκονιάματος. Εσωτερικά, το επίχρισμα αυτό διαμορφώνει περιμετρικά οριζόντια στάθμη σε ύψος περίπου 1,85 μ., πιθανόν σημείο έδρασης των ξύλινων δοκών στήριξης της στέγης.

Το Κτίριο Β εντοπίζεται σε απόσταση περίπου 30 μ. νοτιοδυτικά του Κτιρίου Α και παρουσιάζει αντίστοιχα δομικά χαρακτηριστικά αλλά μικρότερες διαστάσεις. Εσωτερικά διαιρούνταν με εγκάρσιο τοίχο σε δύο άνισους χώρους (3,50 × 3 μ. ο δυτικός, 2 × 3 μ. ο ανατολικός). Το άνοιγμα εισόδου (πλάτους 1,10 μ.) βρίσκεται στο μέσον του μακρού νότιου τοίχου, εκατέρωθεν της οποίας υπάρχει ένα παράθυρο (πλάτους 0,75 μ.). Επιπλέον, παράθυρο (πλάτους 0,70 μ.) ανοίγεται στο μέσον τόσο του ανατολικού όσο και του δυτικού τοίχου. Στο ανατολικό άκρο του κτιρίου είχε προστεθεί δευτερεύων χώρος (διαστάσεων 2,70 × 3 μ.) εν είδει προσκτίσματος. Η πρόσβαση σε αυτόν γινόταν από άνοιγμα εισόδου (πλάτους 1,10 μ.) στο δυτικό άκρο του νότιου τοίχου του, σε άμεση επαφή με τη νοτιοανατολική γωνία του κτιρίου.

Παρατηρήσεις-Σχόλια: Ήδη από το 1912 καταγράφεται η αξιοποίηση της νησίδας του Αρχαγγέλου από τις ιταλικές στρατιωτικές αρχές, στο πλαίσιο ελέγχου του θαλάσσιου περάσματος μεταξύ Λέρου και Λειψών και, ιδίως, της προστασίας του όρμου του Παρθενίου. Ωστόσο, τα σωζόμενα κατάλοιπα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων μάλλον αποδίδονται στην περίοδο λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τον οποίο στη νησίδα λειτουργούσε η αντιπλοϊκή και αντιαεροπορική πυροβολαρχία PL 749. Η ιταλική πυροβολαρχία του Αρχαγγέλου διέθετε τέσσερα πυροβόλα των 76/40 και έναν φωτοηλεκτρικό προβολέα διαμέτρου 150 εκ., ο οποίος χρησιμοποιόταν για τον εντοπισμό εχθρικών αεροσκαφών και πλοίων κατά τις νυχτερινές επιχειρήσεις, καθώς και για την παρεμπόδιση αυτών στον εντοπισμό των ιταλικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των δύο κτιρίων μας οδηγούν στην υπόθεση ότι το Κτίριο Α αποτελούσε τον κοιτώνα των στρατιωτών, ενώ το Κτίριο Β τον χώρο διαμονής των αξιωματικών και παράλληλα το διοικητήριο της μονάδας. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε απόσταση περίπου 35 μ. δυτικά του Κτιρίου Β φαίνεται να υπήρχε και τρίτο κτίριο, το οποίο, παρόλο που σήμερα είναι εντελώς κατεστραμμένο, πιθανώς ήταν παρόμοιο με το Κτίριο Α τόσο ως προς τις διαστάσεις του όσο και ως προς τη λειτουργία του.
Χρονολόγηση: 1912-1943.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Levi – Fioravanzo 1972, 106-108, 112-113, 216-217, 228, 270· Σαμάρκος 1974, 34· Rogers 2007, 429-430· Ήσυχος 2015, 315· Παραπονιάρης 2016, 187-188.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)
Διακήρυξη δημοπρασίας για τη μίσθωση του Αρχαγγέλου και άλλων νησίδων της Λέρου (1865)
Ἀρ. 733.
Ἡ Δημαρχία τῆς νήσου Λέρου, πρὸς ἅπαντας τοὺς κατοίκους αὐτῆς
Διακηρύττει ὅτι!
Σήμερον ἐκτίθεται εἰς κοινὴν δημοπρασίαν τὸ ἐνοίκιον τῶν νήσων, Ἀρχαγγέλου, Τρυπιτῆς [sic], Στρογγυλῆς, Πατελλιδίου, καὶ Φαραονήσων δι’ ἓν ἔτος ὁλόκληρον.
Ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος ἀνεξαιρέτως νὰ προσφέρῃ τιμὴν διὰ τὸ ἐνοίκιον καὶ ἡ κατακύρωσις θέλει γίνει εἰς τὸν πλειοδοτήσαντα.
Ἡ δημοπρασία ἄρχεται ἀπὸ σήμερον καὶ λήγει κατὰ τὴν δεκάτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν διὰ τοῦ κήρυκος καὶ κηρίου.
Ἔχει πρὸς τούτοις τὸ δικαίωμα ἕκαστος πολίτης διὰ νὰ πιγαίνῃ [sic] τὸ ζῶόν του εἰς τὰς νήσους αὐτὰς χωρίς τινα πληρωμὴν πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν.
Τὸ ἐνοίκιον πληρωταῖον ἀμέσως εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Κοινότητος.
Ἐν Λέρῳ τὴν 21 Νοεμβρίου 1865
Ὁ Δήμαρχος / Ἰωάν. Φ. Καζώνης [υπογραφή]
Ὁ κήρυξ
Ἔμεινεν εἰς ἐμὲ τὸν ὑποφαινόμενον διὰ γρ(όσια) ἑκατὸν ἑξήκοντα πέντε ἀρ. 165.
Ἐν Λέρῳ τῇ 21 Νοεμβρίου 1865
Ὁ ἐνοικιαστής
Διὰ τὸν ἀγράμματον Ἀντώνιον Ἄμοργινόν κατ’ αἴτησίν του Μιχαὴλ Ἰω(ά)ν. Καστὴ [υπογραφή] καὶ μάρτυς
[πηγή: ΓΑΚ – Τμήμα Λέρου, ΑΒΕ 12, ΑΕΕ1.1, 2, σ. 19]
Συμβόλαιο μίσθωσης του Αρχαγγέλου και άλλων νησίδων της Λέρου (1922)
R. Governo di Rodi Castelrosso e delle altre dodici isole occupate
Delegazione di Lero
Contratto d’affitto delle isole di Arcangelo, Stronghili, Tripeti e Faradonissi situate a Nord di Lero, stipulato fra il R. Governo di Rodi Castelrosso e delle altre dodici isole occupate, rappresentato dal Delegato di Lero Tenente Massocchi Sig. Enrico ed il Signor Stavro Buraci, fu Giorgio, di anni 60, pastore da Patmo, domiciliato a Lero. L’anno millenovecentoventidue, addi ventisette del mese di Settembre in Lero (Egeo).
I suddetti contraenti hanno convenuto quanto appresso: In seguito allo scaduto contratto compilato nello stesso giorno del mese di Settembre nell’anno 1917 con il Signor Stavro Buraci, fu Giorgio, di anni 60 si è presentato il medesimo chiedendo in affitto le soprascritte isole.
Noi Tenente Massocchi Sig. Enrico, in facoltà della delegazione avuta dal R. Governo di Rodi Castelrosso e delle altre dodici isole occupate – Ufficio Segretariato Generale – cediamo in affitto al predetto Signor Stavro Buraci, fu Giorgio e suoi legittimi eredi e successori le chieste isole alle seguenti condizioni:
1o) L’affitto avrà la durata di un anno a decorrere dal ventisette Settembre millenovecentoventidue (calendario Italiano) fino al ventisette Settembre millenovecentoventitre.
2o) Il canone d’affitto è di lire italiane 600,00 (seicento) annue, da pagarsi in rate quadrimestrali anticipate, incominciando da oggi.
3o) L’affittuario è inoltre tenuto a pagare la decima in natura o in danaro, sui generi di produzione del suolo, nonchè la tassa per ogni capo di bestiame (cefalatico) vigente per le isole occupate dall’Italia.
4o) Si obbliga a ben conservare le piante ivi esistenti ed a piantarne annualmente altre in numero //.
Il presente contratto, redatto in triplice originale, è stato letto, accettato e firmato nel giorno di cui sopra dalle parti interessate, ciascuna delle quali ne ha ritirato un originale per proprio uso, rimettendo il terzo al R. Governo di Rodi Castelrosso e delle altre dodici isole occupate – Ufficio Segratariato Generale.
Il Delegato del R. Governo / Enrico Massocchi [υπογραφή]
L’Affittuario / Segno di Cro † ce di Sravro Buraci analfabeta
Testimoni { Di Giambattista Andrea / [Conte] Tarquinio [υπογραφές]
[πηγή: ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3]
Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.
