Βελόνα (εικόνα ορθοφωτοχάρτη).

Η Βελόνα βρίσκεται κοντά στις νότιες ακτές της Λέρου και συγκεκριμένα απέναντι από το ακρωτήριο Διαπόρι. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 0,066 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 1,127 χλμ., η οποία έλαβε το όνομά της από το επίμηκες και μυτερό σχήμα της.

Βελόνα. Το τριγωνομετρικό σημείο της ΓΥΣ. Στο βάθος διακρίνονται τα δύο Γλαρονήσια και οι ακτές της Καλύμνου.

Η Βελόνα, μαζί με το Μεγάλο Γλαρονήσι και το Μικρό Γλαρονήσι που υπάγονται διοικητικά στην Κάλυμνο, παρεμβάλλονται μεταξύ Λέρου και Καλύμνου και, κατά κάποιο τρόπο, “κλείνουν” τον δίαυλο της Λέρου. O οθωμανικός πορτολάνος του Πιρί Ρεΐς (1465-1553) απεικονίζει και περιγράφει τις νησίδες αυτές ως τρία χαμηλά μακρόστενα νησάκια που συναντά κανείς φτάνοντας στον προαναφερόμενο δίαυλο και τα οποία διαμορφώνουν τέσσερα περάσματα για τα πλοία. Αργότερα ο Γάλλος François Savary de Brèves και ο Φλαμανδός Vincent Stochove, εξιστορώντας τα ταξίδια τους στο Αιγαίο (1605 και 1630-1633 αντίστοιχα), κάνουν επίσης λόγο για τις ίδιες νησίδες και μας πληροφορούν ότι ονομάζονταν από τους ναυτικούς Capraires/Caprajes, ονομασία που προφανώς ετυμολογείται από τη λατινική λέξη capra που σημαίνει “κατσίκα”. Πράγματι, ο V. Stochove μας εξηγεί ότι αυτές οι εντελώς άγονες και έρημες νησίδες έφεραν το συγκεκριμένο όνομα λόγω των πολλών αγριοκάτσικων που υπήρχαν εκεί και τα οποία, εξάλλου, ο συγγραφέας είχε δει να τρέχουν πάνω στις βραχώδεις και απόκρημνες ακτές τους. Παρ’ όλα αυτά, μετεγενέστεροι γαλλικοί ναυτικοί χάρτες, καθώς και ο χάρτης του Ζακυνθινού καπετάνιου Νικολάου Κεφαλά (1818), σημειώνουν μόνο μία νησίδα στον δίαυλο της Λέρου, η οποία ταυτίζεται με τη Βελόνα, καθώς τοποθετείται απέναντι από το ακρωτήριο Διαπόρι. Λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, τόσο η Βελόνα όσο και τα γειτονικά της Γλαρονήσια αποτυπώνονται εντέλει με ακρίβεια στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες.

Στους ίδιους χάρτες η εν λόγω νησίδα ονομάζεται Velona (Glaro nisi), ενώ οι δύο γειτονικές της Glaro Nisia. Με άλλα λόγια, η Βελόνα έφερε τότε επίσης την ονομασία Γλαρονήσι. Ας προστεθεί ότι τον 19ο αιώνα ο δήμος Λέρου και αργότερα, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), οι ιταλικές αρχές του νησιού, σε πράξεις τους σχετικές με την εκμίσθωση νησίδων, αναφέρουν τη Βελόνα μόνο ως Γλαρόνησο (Glaronissi στις ιταλικές πράξεις). Επίσης, αξίζει να παρατηρηθεί ότι, σε στατιστικές και χάρτες της κεντρικής ιταλικής διοίκησης της ίδιας περιόδου, η νησίδα ονομάζεται παράλληλα Isola Lerica, πιθανώς για να διαφοροποιείται από τα άλλα Γλαρονήσια (Isole dei Gabbiani) που ανήκουν στην Κάλυμνο. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, η ονομασία Λέρικο που απαντά στους χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, καθώς και σε άλλες ελληνικές εκδόσεις, αποτελεί αντιδάνειο.

Κατά την οθωμανική περίοδο, όπως μαρτυρούν πράξεις καταχωρισμένες σε κώδικα του δήμου Λέρου του 19ου αιώνα, η Βελόνα ως Γλαρόνησος, μαζί με τις δύο άλλες νησίδες που βρίσκονται στα νοτιοανατολικά της Λέρου (Πηγανούσα, Αγία Κυριακή), εκμισθώνονταν κάθε Νοέμβριο από τον Δήμο σε ιδιώτες μετά από δημοπρασία. Ενδεικτικά, μισθωτές ήταν το 1865-1866 ο Σωτήρης Νικολαΐδης, το 1866-1867 ο Δημήτρης Μ. Φλουρεντής/Φλωρεντής και το 1868-1869 ο Νικόλαος Χαρινός, ενώ το μίσθωμα ανήλθε αντίστοιχα σε 190, 265 και 160 γρόσια. Ας σημειωθεί ότι, παρά την ενοικίαση των νησίδων για τη βόσκηση ζώων, κάθε δημότης της Λέρου διατηρούσε το δικαίωμα «διὰ νὰ πηγαίνη τὸ ζῶόν του εἰς τὰς εἰρημένας νήσους χωρίς τινα πληρωμὴν πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν», όπως αναφερόταν στη διακήρυξη της δημοπρασίας.

Αργότερα, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής, οι ίδιες τρεις νησίδες εκμισθώνονταν σε τακτά διαστήματα από τις ιταλικές αρχές της Λέρου σε ιδιώτες. Από τα σωζόμενα συμβόλαια γνωρίζουμε ότι η Βελόνα, η Πηγανούσα και η Αγία Κυριακή είχαν μισθωθεί από τον Λέριο κτηνοτρόφο Θεολόγο Βερέμη του Δημητρίου το έτος 1922-1923 έναντι 200 ιταλικών λιρών και τη διετία 1923-1925 έναντι 250 ιταλικών λιρών ετησίως. Αξίζει να επισημανθεί ότι, ενώ σε άλλα μισθωτήρια συμβόλαια νησίδων της ίδιας περιόδου ορίζεται ο αριθμός των δέντρων που ο ενοικιαστής έπρεπε να φυτεύει εκεί κάθε χρόνο, σε αυτά της Βελόνας, της Πηγανούσας και της Αγίας Κυριακής ο αριθμός των δέντρων δεν αναγράφεται· η μη αναγραφή του αριθμού τους οφειλόταν, όπως εξηγούσε τότε στους προϊσταμένους του ο αντιπρόσωπος της ιταλικής διοίκησης στη Λέρο Enrico Massocchi, στην έλλειψη υδάτων στις νησίδες της Λέρου.

Βελόνα. Το βορειοδυτικό τμήμα της νησίδας. Στο κέντρο της εικόνας διακρίνεται ξερολιθική κατασκευή.

Σήμερα, στο βορειοδυτικό τμήμα της Βελόνας διακρίνονται τα ίχνη ενός ορθογωνικού περιβόλου με κτίσμα κυκλικού περιγράμματος στη δυτική του πλευρά, ξερολιθική κατασκευή πιθανότατα κτηνοτροφικού χαρακτήρα. Άλλα οικοδομικά κατάλοιπα δεν είναι ορατά σε όλη την έκταση της νησίδας· ωστόσο, στο ανατολικό τμήμα της εντοπίζεται μικρό σύνολο επιφανειακής κεραμικής Τελικής Νεολιθικής – αρχών Πρωτοχαλκής εποχής (4η – αρχές 3ης χιλιετίας π.Χ.).

Βελόνα. Επιφανειακή κεραμική Τελικής Νεολιθικής – αρχών Πρωτοχαλκής εποχής.

Τέλος, ας αναφερθεί ότι, καθώς η Βελόνα και τα δύο Γλαρονήσια μοιάζουν να γεφυρώνουν το κανάλι μεταξύ Λέρου και Καλύμνου, η λαϊκή φαντασία έπλασε ή διάνθισε την ιστορία ενός «ποιμενικού ειδυλλίου» που θυμίζει τον αρχαιοελληνικό μύθο της Ηρούς και του Λεάνδρου, χωρίς όμως το δραματικό τέλος του. Συγκεκριμένα, θρυλείται ότι, κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, ένας βοσκός από την Κάλυμνο, κάποιος Αλαχούζος, περνούσε κάθε τόσο αυτό το κανάλι, κολυμπώντας από τη μια νησίδα στην άλλη, για να συναντήσει την αγαπημένη του που έμενε απέναντι, στον Ξηρόκαμπο της Λέρου.

Βελόνα. Άποψη των ακτών της Λέρου από τη νησίδα. Στα δεξιά φαίνεται το ακρωτήριο Διαπόρι και πίσω από αυτό, στο βάθος του όρμου, διακρίνεται ο οικισμός του Ξηρόκαμπου.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Breves 1628, 16· Stochove 1643, 239-240· Berthelot 1695· Michelot – Bremond 1715· D’Anville 1756· Κεφαλάς 1818· HOA, Lero· ΓΑΚ – Τμήμα Λέρου, ΑΒΕ 12, ΑΕΕ1.1, 2, σ. 18-19, 70-71, 133· Οικονομόπουλος 1888, 21-22· Bürchner 1898, 19-20· Κοτσοβίλλης 1899, 384-385· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 27.09.1922, 22.12.1922, 27.09.1923· IGM, Lero· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 226· Livi 1940, 79· ΓΥΣ, Κάλυμνος· Σαμάρκος 1974, 18· Γεωργίου 1982, 193· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 297· Σκανδαλίδης 1994, 37-38, 49, 121, 177· Γιαγκάκης 1997, 23· Γεροζήσης 1998, 149, 152· Λούπης 1999, 235-236.

Συντάκτες: Γ.Κ. (ιστορικά στοιχεία) – Κ.Σ. (αρχαιολογικά στοιχεία)

ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)

Μια παράδοση με σκηνικό τη Βελόνα και τα άλλα Γλαρονήσια

Ἡ ἀπὸ τοῦ ἀκρωτηρίου τούτου [Μακρυὰ Σκάλα Λέρου] μέχρι τῆς Καλύμνου ἀπόστασις, ὑπολογιζομένη εἰς 1 ½ μίλιον, καλεῖται Διαπόρι· ὑπάρχουσι δ’ ἐν τῷ πορθμῷ τούτῳ, ὅστις εἶνε βαθύτατος, εἰ καὶ στενός, τρεῖς σκόπελοι, ὧν οἱ μὲν δύο πρῶτοι στρογγύλλοι καὶ μικροί, ὁ δὲ παρὰ τὴν Κάλυμνον τρίτος μείζων καὶ ἐπιμήκης, ἐκτεινόμενος ἀπ’ Ἀν. πρὸς Δ. Οἱ σκόπελοι οὗτοι καλοῦνται Γλαροννήσια, καὶ διαιροῦσι τὸ ὑγρὸν μεσότοιχον εἰς τέσσαρα ἄνισα στενὰ τμήματα, ἅπερ εὐχερῶς δύναται νὰ διέλθῃ καλὸς κολυμβητής. Ἔχει μάλιστα καὶ χαριέστατον ποιμενικὸν εἰδύλλιον τὸ μέρος τοῦτο. Διηγοῦνται οἱ γέροντες, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος Ἀλεχοῦζός τις, ποιμὴν ἐν Καλύμνῳ, ἔχων ἐρωμένην νεάνιδα, κόρην γεωργοῦ, ἐν Λέρῳ, περιέκλειε στεγανῶς τὰ φορέματά του ἐν τῷ δέρματι τοῦ ἀσκαύλου του (γκάϊδας), περιέδενε τὸ δέρμα τοῦτο εἰς τὴν ῥάχιν του, καί, κολυμβῶν ἀπὸ σκοπέλου εἰς σκόπελον τὴν νύκτα, ἐπεραιοῦτο εἰς τὸ ἀκρωτήριον τῆς Μακρυᾶς Σκάλας· ἐκεῖ δ’ ἐνδυόμενος καὶ ἐπανορθῶν τὸν ἄσκαυλόν του, ἐπορεύετο πρὸς τὴν οἰκίαν τῆς κόρης, ἀσκαυλῶν καθ’ ὅλην τὴν ὁδόν, ἔβλεπεν αὐτήν, συνωμίλουν, καὶ πρὸ τῆς πρωΐας ἐπανήρχετο διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ εἰς τὸ ἐν Καλύμνῳ ποίμνιόν του. Τὸ ῥωμαντικὸν τοῦτο διήγημα ἀναμιμνήσκει ἡμῖν τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέαδρον συμβάντα ἐν τῷ μεταξὺ Σηστοῦ καὶ Ἀβύδου στενῷ τοῦ Ἑλλησπόντου, ἅπερ λίαν κομψῶς ἔψαλεν ὅ τε ἡδυεπὴς Ὀβίδιος […] καὶ ὁ ἀνακρεόντειος Μουσαῖος ὁ Γραμματικὸς. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐνταῦθα τὸ δρᾶμα δὲν ἔλαβε τὴν ἐν τῷ Ἑλλησπόντῳ τραγικὴν λύσιν τοῦ ἀρχαίου ἐκείνου· διότι γάμος ὑπῆρξε τὸ τέλος αὐτοῦ, συνάψας ἀδιασπάστως καὶ ὁριστικῶς ἐπὶ τῆς Λέρου τοὺς δύο τέως ὑπὸ τῆς θαλάσσης χωριζομένους ἐραστάς, καρπὸς δὲ τῆς ῥωμαντικῆς ταύτης ἑνώσεως πολυπληθεῖς ἀπόγονοι, μέχρι τοῦδε σώζοντες τὄνομα τοῦ ἐρωτύλου ποιμένος. Οἱ γέροντες μάλιστα ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ ἆσμα ἐψάλλετο εἰς τὸν καιρόν των, κομψῶς καὶ ἐπιχαρίτως ἱστοροῦν τὸ ἐρωτικὸν τοῦτο ἐπεισόδειον· δυστυχῶς ὅμως τὸ ἆσμα ἐλησμονήθη σήμερον, διότι οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ τὸ συντηρήσῃ διὰ τῆς γραφίδος, καὶ ὑπῆρξεν ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς ν’ ἀνεύρωμέν τινα, ἐνθυμούμενον αὐτό.

[πηγή: Οικονομόπουλος 1888, 21-22]

Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.