
Η Αγία Κυριακή βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Λέρου και συγκεκριμένα στα ανοιχτά του όρμου του Βρωμόλιθου. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 0,121 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 1,846 χλμ.
Η παλαιότερη απεικόνιση της Αγίας Κυριακής, όπως και η παλαιότερη αναγραφή του ονόματός της (Άγια Κιράκι), εντοπίζεται στον οθωμανικό πορτολάνο του Πιρί Ρεΐς (1465-1553), ο οποίος όμως γράφει ότι ήταν στρογγυλό νησί, όπως και η Πηγανούσα που βρίσκεται νοτιότερα. Αργότερα η Αγία Κυριακή και η Πηγανούσα απεικονίζονται σε δυτικοευρωπαϊκούς χάρτες του Αρχιπελάγους του 18ου αιώνα, καθώς και στον χάρτη του Ζακυνθινού καπετάνιου Νικολάου Κεφαλά (1818), αλλά φέρουν την ονομασία Αδέλφια/Αδελφοί σε διάφορες γραφές και γλώσσες (Ἀδέλφια, Adelfi, Adelphi, Fratelli, les Frères). Κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών, η Αγία Κυριακή καλείται Santa Domenica αλλά και Santo Domenico, ενώ η ονομασία Αγία Κυριακή (Aghia/Agios Chiriachi) παρατίθεται ως παραλλαγή χρησιμοποιούμενη από τους αυτόχθονες κατοίκους (la variante grafica indigena).

Κατά την οθωμανική περίοδο, όπως μαρτυρούν πράξεις καταχωρισμένες σε κώδικα του δήμου Λέρου του 19ου αιώνα, η Αγία Κυριακή, μαζί με τις δύο άλλες νησίδες που βρίσκονται στα νοτιοανατολικά της Λέρου (Πηγανούσα, Γλαρόνησος/Βελόνα), εκμισθώνονταν κάθε Νοέμβριο από τον Δήμο σε ιδιώτες μετά από δημοπρασία. Ενδεικτικά, μισθωτές ήταν το 1865-1866 ο Σωτήρης Νικολαΐδης, το 1866-1867 ο Δημήτρης Μ. Φλουρεντής/Φλωρεντής και το 1868-1869 ο Νικόλαος Χαρινός, ενώ το μίσθωμα ανήλθε αντίστοιχα σε 190, 265 και 160 γρόσια. Ας σημειωθεί ότι, παρά την ενοικίαση των νησίδων για τη βόσκηση αιγών, κάθε δημότης της Λέρου διατηρούσε το δικαίωμα «διὰ νὰ πηγαίνη τὸ ζῶόν του εἰς τὰς εἰρημένας νήσους χωρίς τινα πληρωμὴν πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν», όπως αναφερόταν στη διακήρυξη της δημοπρασίας.

Αργότερα, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής, οι ίδιες τρεις νησίδες εκμισθώνονταν σε τακτά διαστήματα από τις ιταλικές αρχές της Λέρου σε ιδιώτες. Από τα σωζόμενα συμβόλαια γνωρίζουμε ότι η Αγία Κυριακή, η Πηγανούσα και το Γλαρονήσι (Βελόνα) είχαν μισθωθεί από τον Λέριο κτηνοτρόφο Θεολόγο Βερέμη του Δημητρίου το έτος 1922-1923 έναντι 200 ιταλικών λιρών και τη διετία 1923-1925 έναντι 250 ιταλικών λιρών ετησίως. Αξίζει να επισημανθεί ότι, ενώ σε άλλα μισθωτήρια συμβόλαια νησίδων της ίδιας περιόδου ορίζεται ο αριθμός των δέντρων που ο ενοικιαστής έπρεπε να φυτεύει εκεί κάθε χρόνο, σε αυτά της Αγίας Κυριακής, της Πηγανούσας και του Γλαρονησιού ο αριθμός των δέντρων δεν αναγράφεται· η μη αναγραφή του αριθμού τους οφειλόταν, όπως εξηγούσε τότε στους προϊσταμένους του ο αντιπρόσωπος της ιταλικής διοίκησης στη Λέρο Enrico Massocchi, στην έλλειψη υδάτων στις νησίδες της Λέρου.

Η Αγία Κυριακή δεν αποτελούσε μόνο χώρο τον οποίο οι κάτοικοι της Λέρου αξιοποιούσαν οικονομικά ως βοσκότοπο αλλά και χώρο όπου εκδήλωναν –και εκδηλώνουν– τη θρησκευτικότητά τους. Άλλωστε, το όνομα της νησίδας φανερώνει την ύπαρξη εκεί ομώνυμου ναϋδρίου. Κατά συνέπεια, η αναγραφή του ίδιου ονόματος στον οθωμανικό πορτολάνο του Πιρί Ρεΐς (1465-1553) μαρτυρεί έμμεσα ότι ναΰδριο αφιερωμένο στην Αγ. Κυριακή υπήρχε στη νησίδα ήδη από τον 16ο αιώνα. Ωστόσο, αργότερα, στα τέλη του 19ου αιώνα, οι πηγές δεν αναφέρουν κάποιο ναΰδριο εκεί, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό είχε προ πολλού ερειπωθεί και εγκαταλειφθεί.

Πάντως, στην εποχή μας, ναΰδριο της Αγ. Κυριακής κτίστηκε το 1957 στο νότιο άκρο της νησίδας, όπου διαμορφώνεται πλάτωμα, στο οποίο πιθανότατα βρισκόταν και το παλαιότερο ναΰδριο· το ναΰδριο του 1957 κατεδαφίσθηκε το 2010, για να ανοικοδομηθεί νέο, το οποίο εγκαινιάσθηκε το 2014. Ας προστεθεί ότι σήμερα στην κορυφή της νησίδας (76 μ.), όπου και το τριγωνομετρικό σημείο της ΓΥΣ, εντοπίζεται θεμελίωση ξερολιθικής κατασκευής.

Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο της νησίδας, στο ανατολικό άκρο της που εξέχει και συνδέεται με το κυρίως τμήμα της με βραχώδη λωρίδα, λειτουργεί σήμερα φανός. Ο πρώτος φανός εγκαταστάθηκε εκεί το 1957 και περιγράφεται στους ελληνικούς φαροδείκτες ως «σιδηρόπλεκτος κατασκευὴ ἐπὶ κυκλικοῦ θυλακίου».

Πηγές-Βιβλιογραφία: Dheulland 1738· D’Anville 1756· Choiseul-Gouffier 1782, xvi-1· ANF, Marine, 5JJ, 323, 30-31· Sonnini 1801, planche I· Κεφαλάς 1818· HOA, Lero· ΓΑΚ – Τμήμα Λέρου, ΑΒΕ 12, ΑΕΕ1.1, 2, σ. 18-19, 70-71, 133· Οικονομόπουλος 1888, 23· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 27.09.1922, 22.12.1922, 27.09.1923· Gianni 1928, 4, 74· Desio 1931, 81, πιν. IV· IGM, Lero· ICS 1939, XIV, 181· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 226· Livi 1940, 79· Λυκούδης 1957, 308-309· Γοργίας 1958· Φαροδείκτης 1970, 300-301· ΓΥΣ, Λέρος· Γεωργίου 1982, 45, 232· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 297· Σκανδαλίδης 1994, 37, 124· Γιαγκάκης 1997, 5· Λούπης 1999, 235-236.
Συντάκτης: Γ.Κ.
