
Τα Καλαπόδια βρίσκονται στα νοτιοανατολικά των Λειψών και στα βόρεια της Λέρου. Πρόκειται για συστάδα δύο νησιωτικών εδαφών (Καλαπόδια 1, Καλαπόδια 2) με συνολικό εμβαδόν 0,46 τ.χλμ. (αντίστοιχα 0,39 και 0,07 τ.χλμ.) και συνολικό μήκος ακτογραμμής 1,254 χλμ. (αντίστοιχα 0,915 και 0,339 χλμ.).
Η ονομασία Καλαπόδια οφείλεται μάλλον στο σχήμα της μεγαλύτερης νησίδας, το οποίο θυμίζει καλαπόδι (ομοίωμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού που χρησιμοποιόταν για την κατασκευή υποδημάτων). Πάντως, η ίδια νησίδα αναφέρεται ως Καλαπόδι (Kalapodi), ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες.
Η εν λόγω συστάδα βρίσκεται στον δίαυλο των Λειψών, από τον οποίο διερχόταν η μικρασιατική ρότα, ο θαλάσσιος δρόμος που διαμορφώνεται ανάμεσα στα νησιά και τις μικρασιατικές ακτές και συνέδεε το Αιγαίο με την ανατολική Μεσόγειο. Η θέση αυτή καθιστούσε αναμφίβολα τα Καλαπόδια φυσικά εμπόδια από τα οποία τα πλοία έπρεπε να απομακρυνθούν προσεγγίζοντας περισσότερο τις ακτές της Λέρου. Την επικινδυνότητα της θέσης για τη ναυσιπλοΐα μαρτυρεί ένα αρχαίο ναυάγιο που εντοπίστηκε σε βάθος 30-40 μ. πλησίον των συγκεκριμένων νησίδων και το οποίο χρονολογείται στα τέλη 2ου-μέσα 1ου αι. π.Χ. Το πλοίο μετέφερε πιθανώς αμφορείς με κρασί από την Κνίδο, πόλη της Καρίας στις νοτιοδυτικές μικρασιατικές ακτές, και ναυάγησε μετά από πρόσκρουση στα βράχια των Καλαποδιών.

Στην εποχή μας, κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), η αρμόδια για τη φωτοσήμανση των ακτών επιτροπή (Commissione permanante per l’illuminazione ed il segnalamento delle coste), αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα τoυ “σκοπέλου” Καλαπόδι (scoglio Calapodi) για τη ναυσιπλοΐα, είχε αποφασίσει το 1930 την τοποθέτηση εκεί φανού με λευκό αναλάμπον φως εμβέλειας δέκα μιλίων. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν φαίνεται να υλοποιήθηκε. Τρία χρόνια μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, ακολουθώντας ασφαλώς το ίδιο σκεπτικό, συμπεριέλαβε τη μεγαλύτερη νησίδα της συστάδας (Καλαπόδι) στους φαροδείκτες ως περιοχή προσεχούς εγκατάστασης φανού. Τελικά, κοντά στο υψηλότερο σημείο της ίδιας νησίδας (26 μ.) εγκαταστάθηκε φανός το 1958. Στους ελληνικούς φαροδείκτες ο πρώτος αυτός φανός περιγράφεται ως «σιδηρόπλεκτος κατασκευὴ ἐπὶ κυκλικοῦ θυλακίου».

Σήμερα, προφορικές μαρτυρίες αλλά και κατάλοιπα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων μας πληροφορούν, επίσης, ότι οι δημοτικές αρχές των Λειψών εκμίσθωναν τη μεγαλύτερη νησίδα της συστάδας σε κατοίκους για βόσκηση ζώων.
Πηγές-Βιβλιογραφία: HOA, Patmos· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1937, φάκ. 12, 28.03.1931· Γενικόν Επιτελείον Ναυτικού – Διεύθυνσις Φάρων 1951, 264-265· Λυκούδης 1957, 306-307· Φαροδείκτης 1970, 296-297· Σκανδαλίδης 1994, 34, 113, 121· Γιαγκάκης 1997, 22· Μπελαβίλας 1997, 61-64· Δελλαπόρτα κ.ά. 2003, 44-45· Koutsouflakis 2017, 35-36· Ματσούκα – McCabe – Πίκουλας 2018, 93.
Συντάκτης: Γ.Κ.
