
Το Κεντρονήσι ή Κεδρονήσι βρίσκεται κοντά στις ανατολικές ακτές της Πάτμου και συγκεκριμένα στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου του Γερανού. Πρόκειται για νησίδα με εμβαδόν 0,029 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 0,743 χλμ.
Το Κεντρονήσι, χωρίς να κατονομάζεται, απεικονίζεται σε πορτολάνους ήδη από τον 16ο αιώνα, ενώ αργότερα μαζί με τον Άγιο Γεώργιο περιγράφονται σε πορτολάνους και ταξιδιωτικά κείμενα ως δύο νησίδες που βρίσκονται στα νοτιοδυτικά του ανατολικού άκρου της Πάτμου (δηλ. της χερσονήσου του Γερανού) και κοντά στις ακτές της. Η ονομασία της εν λόγω νησίδας προέρχεται από τους κέδρους (άρκευθους) που φύονται εκεί και οι οποίοι στο παρελθόν (π. 1935), όπως αναφέρεται, είχαν υλοτομηθεί από τους περίοικους. Κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών, το Κεντρονήσι ονομαζόταν Isola del Ginepro. Αξίζει να παρατηρηθεί, επίσης, ότι ήδη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, το Κεντρονήσι ονομάζεται λανθασμένα Koudro στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες. Επομένως, η ονομασία Χονδρό με την οποία αναφέρεται το Κεντρονήσι σε ελληνικούς πορτολάνους του ίδιου αιώνα, ή Κούδρος σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας, αποτελεί αντιδάνειο.
Το Κεντρονήσι, όπως μαρτυρούν δύο συμβόλαια, ενοικιαζόταν για βόσκηση ζώων μαζί με άλλες νησίδες της Πάτμου και των Αρκιών. Ακριβέστερα, οι νησίδες Αγία Θέκλα, Άγιος Γεώργιος, Αγρελούσα, Άνυδρος, Κεντρονήσι, Μαράθι και Τραγονήσι είχαν εκμισθωθεί το 1923 από τις ιταλικές αρχές της Πάτμου για πέντε έτη στον Μιχαήλ Ι. Στράτα από την Πάτμο. Η μίσθωση αυτή ανανεώθηκε το 1928 για ακόμη μια πενταετία, με τη διαφορά ότι περιλάμβανε επίσης τη νησίδα Σκλάβα αλλά όχι τις νησίδες Άνυδρο και Τραγονήσι.

Κατά τα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ού αιώνα, στο Κεντρονήσι είχαν ασκητεύσει οι μοναχοί Θεόκτιστος (1822-1917) από τα Θυάτειρα (Akhisar) της Μικράς Ασίας και Ιγνάτιος Γάζος (1833-1918), ο πρώτος μόνο για δύο χρόνια. Οι ασκητές διέμεναν σε δύο κελιά που είχαν κτίσει σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, αλλά τα οποία, όπως αναφέρεται (μ. 1913), είχαν ήδη ερειπωθεί λίγα χρόνια μετά την εγκατάλειψή τους και μάλιστα ενόσω οι δύο μοναχοί ζούσαν ακόμη στην Πάτμο.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και την εποχή μας, σε εκδόσεις με ναυτιλιακές οδηγίες επισημαίνεται πως η προσέγγιση του Κεντρονησιού κρύβει κινδύνους για τα πλοία, καθώς υπάρχουν ύφαλοι και βάθη μικρότερα από ένα μέτρο τόσο μεταξύ της νησίδας και των απέναντι ακτών της Πάτμου όσο και μεταξύ της νησίδας και του γειτονικού “Νησιού τ’ Άη Γιωργιού”.
Πηγές-Βιβλιογραφία: BUB, MSS 3612, f. 20a· WAM, MSS W 658, f. 81b· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 128· HOA, Patmos· Guérin 1856, 94· Κοτσοβίλλης 1899, 392· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 29.07.1923· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 31.08.1928· IGM, Patmo· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 490, 492· ICS 1939, 182· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 215· Κρητικός 1961, 48, 165· Ο ρεπόρτερ – Θ. 1969· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 281· Ανθούσα 1991, 62, 125, 128, 218· Σκανδαλίδης 1994, 17, 121· Γιαγκάκης 1997, 23.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΚΕΛΙΑ ΜΟΝΑΧΩΝ
Θέση: Κεντρονήσι, νοτιοανατολικό άκρο και μέσον.
Διαστάσεις: Κτίριο Α: (α) χώρος Α1 (εσωτερικές διαστάσεις) περ. 4,50 × 4 μ., (β) χώρος Α2 (εσωτερικές διαστάσεις) περ. 5 × 1,80 μ., (γ) χώρος Α3 (εσωτερικές διαστάσεις) 4,50 × 3,50 μ., (δ) μαγειρική εστία (;) (εσωτερικές διαστάσεις) 1 × 0,80 μ., (ε) κινστέρνα (εσωτερικές διαστάσεις) 1,50 × 1,20 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος κινστέρνας 1,70 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος τοίχων 3 μ., πάχος τοίχων 0,60-0,70 μ., πλάτος εισόδου 0,60 μ., πλάτος κλίμακας 0,80 μ.
Κτίριο Β: μήκος ανατολικού τοίχου 8 μ., μήκος βόρειου τοίχου 9,50 μ., μήκος δυτικού τοίχου 5,50 μ., μέγιστο σωζόμενο ύψος 1,10 μ., πάχος τοίχων 0,60-0,70 μ.

Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα):
Κτίριο Α: Στο βραχώδες νοτιοανατολικό άκρο της νησίδας σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση διατήρησης μικρό κτιριακό συγκρότημα, ανεπτυγμένο σε δύο επίπεδα. Η γενική χάραξη είναι ακανόνιστη, καθώς ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο, ενώ κατά τόπους ενσωματώνει τον ριζιμιό βράχο. Η τοιχοποιία αποτελείται από αργολιθοδομή με τοπικούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους, πρόχειρα λαξευμένους, και με μικρότερους λίθους στα ενδιάμεσα κενά. Χρήση συνδετικού κονιάματος παρατηρείται μόνο στους περιμετρικούς τοίχους της κινστέρνας, ενώ ίχνη κονιάματος επίχρισης (ασβεστοκονιάματος) διατηρούνται τοπικά σε εσωτερικές και εξωτερικές όψεις των τοίχων, υποδηλώνοντας ότι οι όψεις των τοίχων έφεραν αρχικά επίχρισμα και στις δύο πλευρές.

Η είσοδος στο Κτίριο Α εντοπίζεται στο δυτικό άκρο του νότιου περιμετρικού τοίχου, μεταξύ αυτού και της υπερυψωμένης παρειάς του ριζιμιού βράχου, και οδηγεί στο ανώτερο επίπεδο του συγκροτήματος, σε τετράγωνο και πιθανότατα μη στεγασμένο χώρο, εν είδει εσωτερικής αυλής (χώρος Α1). Βόρεια του χώρου Α1 βρίσκονται δύο τετράπλευρες κατασκευές και ο χώρος Α2.

Σε άμεση επαφή με τον χώρο Α1 εντοπίζεται, σωζόμενη σε μέτριο επίπεδο διατήρησης, τετράπλευρη κατασκευή, οι περιορισμένες εσωτερικές διαστάσεις της οποίας καθιστούν εύλογη την απόδοση σε μαγειρική εστία.

Σε απόσταση περίπου 1,80 μ. προς βορρά έχει κατασκευαστεί τετράπλευρη κινστέρνα, εσωτερικά επιχρισμένη με λεπτή στρώση υδραυλικού κονιάματος (κουρασανιού), το οποίο διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση.

Ο επιμήκης χώρος έμπροσθεν (ανατολικά) των δύο προαναφερθέντων κατασκευών ερμηνεύεται ως ο κύριος χώρος διαμονής (χώρος Α2), εκτίμηση που ενισχύεται από την παρουσία χαμηλού κτιστού θρανίου κατά μήκος του στενού νότιου τοίχου. Η χωροθέτηση της κινστέρνας σε άμεση επαφή με τον χώρο Α2 σχετίζεται πιθανότατα με τη συλλογή των ομβρίων υδάτων από τη στέγη του τελευταίου, η οποία δεν διατηρείται.
Επιπλέον, βορειοδυτικά της κινστέρνας διακρίνεται τετράπλευρος χώρος εν είδει προσκτίσματος, ο οποίος είναι προσβάσιμος από το εσωτερικό του συγκροτήματος, μέσω στενού διαδρόμου ανάμεσα στην κινστέρνα και στο υπερυψωμένο μέτωπο του ριζιμιού βράχου (χώρος Α3). Στο μέσον του δυτικού τοίχου του χώρου Α3 έχει διαμορφωθεί υψηλή και στενή κόγχη, η οποία διατηρεί σε σημαντικό βαθμό το κονίαμα επίχρισης της τελευταίας φάσης κατοίκησης του συγκροτήματος. Η συνολική διαμόρφωση και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο χώρος κατασκευάστηκε μεν εκτός του κυρίως συγκροτήματος αλλά με άμεση πρόσβαση σε αυτό και σε συνάφεια με τη κινστέρνα υποδηλώνουν τη χρήση του ως χώρου υγιεινής και αποχωρητηρίου.

Το κατώτερο επίπεδο καταλαμβάνει χώρος τραπεζοειδούς κάτοψης, ο οποίος ενδέχεται να είχε αποθηκευτική λειτουργία (χώρος Α4). Η επικοινωνία μεταξύ των δύο επιπέδων εξασφαλιζόταν από λιθόκτιστη κλίμακα, διαμορφωμένη από πλακοειδείς λίθους, η οποία αναπτύσσεται κατά μήκος του νότιου περιμετρικού τοίχου του συγκροτήματος.

Ένα δεύτερο κτίριο (Κτίριο Β) εντοπίζεται στο μέσον της νησίδας, στη δυτική κλιτύ, ελαφρώς χαμηλότερα από την κορυφή.

Η τοιχοποιία ακολουθεί τα χαρακτηριστικά του Κτιρίου Α: αργολιθοδομή από τοπικούς λίθους μικρού και μέσου μεγέθους, με μικρότερους λίθους στα ενδιάμεσα κενά, χωρίς συνδετικό κονίαμα και με κονίαμα επίχρισης (ασβεστοκονίαμα) στις δύο πλευρές των τοίχων. Σε αντίθεση με το Κτίριο Α, το Κτίριο Β σώζεται αποσπασματικά, γεγονός που δυσχεραίνει την ανάγνωση της εσωτερικής οργάνωσης και των επιμέρους χρήσεων των χώρων. Η κάτοψη αποδίδεται ως τραπεζοειδής, με τη νότια πλευρά να διαμορφώνεται από το υπερυψωμένο μέτωπο του ριζιμιού βράχου.

Στο νοτιοδυτικό τμήμα διαγράφεται ευρύς χώρος σε διάταξη σχήματος Γ, ο οποίος διαιρείται με λεπτό διαχωριστικό τοίχο σε δύο μικρότερους. Στο βορειοανατολικό τμήμα διακρίνονται δύο επιπλέον χώροι, μικρότερων διαστάσεων και τετράγωνης κάτοψης.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Τα σωζόμενα κτιριακά κατάλοιπα αποδίδονται σε ασκηταριά, καθώς υπάρχουν μαρτυρίες για τουλάχιστον δύο μοναχούς που διέμειναν στο Κεντρονήσι. Συγκεκριμένα, κατά τα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ού αιώνα, στη νησίδα είχαν ασκητεύσει ο Θεόκτιστος (1822-1917) από τα Θυάτειρα (Akhisar) της Μικράς Ασίας και ο Ιγνάτιος Γάζος (1833-1918), ο πρώτος μόνο για δύο χρόνια. Οι δύο ασκητές κατοικούσαν σε δύο κελιά που είχαν κτίσει σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, αλλά τα οποία, όπως αναφέρεται (μ. 1913), είχαν ήδη ερειπωθεί λίγα χρόνια μετά την εγκατάλειψή τους και μάλιστα ενόσω αυτοί ζούσαν ακόμη στην Πάτμο.
Χρονολόγηση: τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα.
Πηγές-Βιβλιογραφία: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 490, 492· Ανθούσα 1991, 62, 125, 128, 218.
Συντάκτης: Β.Σ.
ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)
Συμβόλαιο μίσθωσης του Κεντρονησιού και άλλων νησίδων της Πάτμου (1928)
R. GOVERNO DI RODI E ISOLE DIPENDENTI / Delegazione di Patmo
Affittanza delle Isole di CENTRONISI – S. GIORGIO – S. TECLA – MARATI – GRILUSSA – TRAGONISI – ANEDRO –.
Il R. Governo di Rodi e delle altre isole dipendenti ha posto al pubblico incanto il fitto per cinque anni del pascolo delle isole di CENTRONISΙ – S. GIORGIO – S. TECLA – MARATI – GRILUSSA – TRAGONISI – ANEDRO cominciando [dal] I. Ottobre 1923 al 30 Settembre 1928.
L’ultimo e migliore offerente si e presentato nell’Ufficio della Delegazione suddetta alle ore II del 29 Luglio 1923 il Sig. Michele Strata fu Giovanni a cui percio e stato dato in affitto per cinque anni il pascolo delle isole in parola con le garanzie del Sig. Antonio Strata fu Giovanni per lire 4265,00 (Quattromiladuecentosessantacinque) annue alle condizioni dell’affittanza precedente e con le seguenti norme:
I) L’affittuario e il suo garante versera l’importo complessivo di Lire 4265,00 alla Cassa della Delegazione del R. Governo in Patmo in otto rate di Lire 533,10 (Cinquecentotrentatre e centesimi dieci) ciascuna al I. dei mesi di Marzo, aprile, maggio, giugno, luglio, agosto, settembre, ottobre, alla franca a cominciare dal I924.
2) Il garante dell’affittuario si rende personalmente responsabile del pagamento della somma del fitto di ogni anno fino al completo saldo.
3) L’affittuario si rende garante inoltre per il versamento delle decime legali del fondo nonche tutte le altre tasse cui le isole sono soggette in virtu di precedenti disposizioni.
4) In caso di mancato pagamento anche di una sola rata, potra il Governo, mediante soltanto avviso, rescindere in qualsiasi epoca il contratto e disporre delle isole come credera.
5) Il Contratto potra esser rescisso in ogni tempo a richiesta del R. Governo mediante il preavviso di un mese senza che percio L’affittuario abbia diritto ad alcun indennizzo.
Il presente contratto di fitto previa lettura venne firmato dall’affittuario dal garante e da noi.
Patmo li 29 Luglio 1923
L’Affittuario Μ. Ι. Στρατας [υπογραφή]
Il Garante Α. Στρατας [υπογραφή]
IL DELEGATO DEL R. GOVERNO (Adriano Bocchino) [υπογραφή]
DELEGAZIONE DEL R. GOVERNO. PATMO. [σφραγίδα]
[πηγή: ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3]
Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.
