
Η Άνυδρος βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Πάτμου. Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου της Πάτμου με εμβαδόν 0,303 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 2,665 χλμ.
Η Άνυδρος, χωρίς να κατονομάζεται, απεικονίζεται σε πορτολάνους ήδη από τον 16ο αιώνα ως μια μεγάλη επιμήκης νησίδα στα βορειοδυτικά της Πάτμου. Πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, αναφέρεται στις πηγές επίσης ως Άνυδρο (Ἄνυδρον, Anedro), ενώ αργότερα, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), ονομάζεται σε ιταλικούς χάρτες και εκδόσεις Isola Anidra.
Η ονομασία της νησίδας εξηγείται προφανώς από την έλλειψη νερού αλλά επίσης, όπως γράφει ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, «καὶ ἐκ τοῦ ὅτι σπανίως ἐπισκέπτονται αὐτὴν τὰ ὑέτια ὕδατα, καίτοι ἐν τοῖς πέριξ συχνάζουσιν οἱ ὑετοί». Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του 1950, η ποσότητα όμβριων υδάτων που συγκεντρωνόταν σε δύο φυσικές κοιλότητες (“λάντες”) στις βραχώδεις ακτές της, μία στις βορειοανατολικές και μία στις νοτιοδυτικές ακτές, και η οποία φυλαγόταν σε βαρέλια και ανανεωνόταν με κάθε βροχόπτωση, αρκούσε για την παραμονή ανθρώπων και παραγωγικών ζώων εκεί μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, μια-δυο οικογένειες της Πάτμου μετέφεραν λοιπόν με καΐκι στην Άνυδρο “ψιλά” ζώα (κατσίκια, πρόβατα) και λίγα “χοντρά” (βόδια, γαϊδούρια), καθώς εκεί εξασφάλιζαν καλύτερη τροφή για αυτά και παρήγαγαν περισσότερο τυρί. Η νησίδα, αν και δύσκολα προσεγγίσιμη, είχε ωστόσο στις δυτικές ακτές της, όπως μας πληροφορεί ο Πάτμιος λόγιος Ιάκωβος Γιαμαίος, «μια πέτρα που έμοιαζε με πλύστρα παλαιάς σκάφης, δηλαδή έναν τόπο πιο ίσιο από τους άλλους γύρω, που μπορούσε να έρθει κοντά με την πρύμνη το πλεούμενο, να αρχίσει να ξεφορτώνει τα ζώα».
Πέρα από τη βόσκηση ζώων, στην Άνυδρο καλλιεργούνταν επίσης σιτηρά. Ωστόσο, οι καλλιεργητικές δυνατότητές της ήταν περιορισμένες, όπως μας εξηγεί ο Γ. Σμυρνάκης (π. 1935), καθώς η νησίδα είναι βραχώδης και έχει «μετρίαν γῆν ἀβαθῆ» προς τα βόρεια, όπου μάλιστα το επίπεδο είναι κεκλιμένο και το χώμα δύναται να παρασυρθεί με ισχυρές βροχοπτώσεις. Ο ίδιος συγγραφέας προσθέτει ότι, κατά προσέγγιση, η σπόριμη γη της Ανύδρου ήταν τριάντα κοιλών, δηλ. μπορούσαν να σπαρθούν εκεί περίπου τριάντα κοιλά δημητριακών καρπών (περ. 770-845 χλγρ.). Πάντως, οι γεωργικές εργασίες δεν απαιτούσαν την εποχιακή κατοίκηση της νησίδας αλλά μόνο μια ολιγοήμερη παραμονή εκεί κατά την περίοδο της σποράς και του θερισμού.

Κατά τον 20ό αιώνα, οι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι ήταν και οι μόνοι που κατοικούσαν εποχιακά στην Άνυδρο, δεν διέθεταν κάποιο άλλο κατάλυμα πέρα από μια “σπηλιά” (βραχοσκεπή) προς τα νοτιοδυτικά, της οποίας η χωρητικότητα ήταν 3-4 ατόμων και η είσοδός της προφυλασσόταν από μια ξερολιθιά.
Ο Γερμανός αρχαιολόγος Ludwig Ross, ο οποίος επισκέφθηκε την Πάτμο το 1841, μας δίνει την πληροφορία ότι ιδιώτες εκμεταλλεύονταν την Άνυδρο όπως και πολλές άλλες μικρότερες νησίδες, πληροφορία που αναπαράγει αργότερα (1854) και ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής στο έργο του Τα Ελληνικά. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της νησίδας δεν φαίνεται να ήταν τότε διαφορετικό από αυτό του 20ού αιώνα, κατά τον οποίο σε τακτά χρονικά διαστήματα η νησίδα εκμισθωνόταν από τις τοπικές αρχές σε ιδιώτες. Από τις ενοικιάσεις της νησίδας στην εποχή μας διαπιστώνεται ότι η Άνυδρος μισθωνόταν επανειλημμένα από τα ίδια πρόσωπα ή/και από μέλη της ίδιας οικογένειας.

Λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, σύμφωνα με παράδοση που διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας, κατοικούσε στην Άνυδρο τέσσερις-πέντε μήνες κάθε χρόνο κάποιος βοσκός ονόματι Κοντογιάννης, που είχε κτίσει στη νότια πλευρά της νησίδας, στην άκρη του γκρεμού, έναν “κούκο” (στήλη) από ξερολιθιά, τα απομεινάρια του οποίου διακρίνονται και σήμερα. Αργότερα ο Γ. Σμυρνάκης κάνει λόγο για την παρουσία το 1922 στην Άνυδρο του σύγχρονού του ποιμένα Ισίδωρου (Σιδερή) Σαλαβάτη που, έχοντας ακούσει ότι υπήρχε εκεί δεξαμενή και προσπαθώντας να την εντοπίσει, ανακάλυψε μια σπηλιά.
Σε ό,τι αφορά τις μισθώσεις της νησίδας, γνωρίζουμε συγκεκριμένα ότι το 1923 η Άνυδρος είχε ενοικιαστεί μαζί με άλλες νησίδες της Πάτμου και των Αρκιών. Ακριβέστερα, από ένα συμβόλαιο (29.07.1923) γίνεται γνωστό ότι οι νησίδες Αγία Θέκλα, Άγιος Γεώργιος, Αγρελούσα, Άνυδρος, Κεντρονήσι, Μαράθι και Τραγονήσι είχαν εκμισθωθεί από τις ιταλικές αρχές της Πάτμου για πέντε έτη στον Μιχαήλ Ι. Στράτα από την Πάτμο. Ωστόσο, η αναφορά της Ανύδρου σε αυτό το συμβόλαιο έγινε μάλλον εκ παραδρομής, αφού ένα λίγο μεταγενέστερο έγγραφο (04.08.1923) μας πληροφορεί ότι ο Εμμανουήλ Γ. Μελιανός από τους Αρκιούς είχε ενοικιάσει την Άνυδρο, τους Αρκιούς και το Τραγονήσι. Πάντως, το 1928 συνάφθηκε νέο συμβόλαιο με το οποίο μόνο η Άνυδρος εκμισθωνόταν για πέντε έτη στον Μιχαήλ Σ. Γιαμαίο από την Πάτμο. Έκτοτε η νησίδα δεν έπαψε να ενοικιάζεται από την ίδια οικογένεια. Ας προστεθεί ότι ο μισθωτής εκμεταλλευόταν συχνά την Άνυδρο σε συνεργασία με κάποιον άλλο. «Αυτή η κολιγιά (συνεταιρισμός)», όπως μας εξηγεί ο Ι. Γιαμαίος, ήταν απαραίτητη να γίνει, γιατί στην Άνυδρο δεν μπορούσε να γυρίσει όλες τις δουλειές ένα άτομο μόνο του».
Στην Άνυδρο, όπως και στη γειτονική νησίδα Πετροκάραβο, σύμφωνα με παραδόσεις των κατοίκων της Πάτμου, διέμενε ένας ασκητής που υποτίθεται ότι, χρησιμοποιώντας ως μέσο πλεύσης το τριβώνιό του (μοναχικό ένδυμα), διαπεραιωνόταν στην απέναντι όρμο των Λευκών της Πάτμου για να τελέσει τη λειτουργία ή, κατ’ άλλη εκδοχή, για να λειτουργηθεί και να μεταλάβει στο παρακείμενο εξωκκλήσι του Αγίου Αντωνίου. Οι παραδόσεις αυτές φαίνεται να απηχούν τη σύνδεση της νησίδας με τη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο μακρινό παρελθόν, πιθανώς κατά τη βυζαντινή περίοδο. Δεν αποκλείεται η Άνυδρος να αποτελούσε ασκητικό ενδιαίτημα της Μονής και να περιήλθε στην κυριότητά της το 1088, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου.

Επίσης, ας σημειωθεί ότι τρία χρόνια μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, προφανώς αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα του Πετροκάραβου και των παρακείμενων σκοπέλων και υφάλων για τη ναυσιπλοΐα, συμπεριέλαβε την Άνυδρο στους φαροδείκτες ως περιοχή προσεχούς εγκατάστασης φανού. Τελικά, κοντά στο υψηλότερο σημείο της Ανύδρου (104 μ.) εγκαταστάθηκε φανός το 1954. Στους ελληνικούς φαροδείκτες ο πρώτος αυτός φανός περιγράφεται ως «κλεισιὰς σιδηρᾶ 2 μ.».
Πηγές-Βιβλιογραφία: BUB, MSS 3609, f. 23b· SB, Diez A fol. 57, f. 34c· HOA, Patmos· Ross 1843, vol. II, 134· Ραγκαβής 1854, 384· ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Δωδεκανήσου, Ι.Δ.Δ., 1923, φάκ. 35, τμ. 3/3, 29.07.1923, 04.08.1923· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 31.08.1928· IGM, Anidra· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 502, 504· ICS 1939, XIV, 182· Φαροδείκτης 1951, 262-263· Λυκούδης 1957, 306-307· Κρητικός 1961, 41, 72 σημ.· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 285-286· Σκανδαλίδης 1994, 20-21, 125· Γιαγκάκης 1997, 5· Λούπης 1999, 234· Γιαμαίος 2014.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

Θέση: Άνυδρος, νότιο τμήμα.
Διαστάσεις: (α) Δέμα: περ. 150 (ΑΔ) × 30 (ΒΝ) μ., (β) Μάντρα: περ. 22 (ΑΔ) × 10 (ΒΝ) μ., (γ) Τυροκέλι: περ. 4 (ΑΔ) × 2 (ΒΝ) μ., (δ) Ξέστεο Καλύβι: περ. 5,20 (ΑΔ) × 4 (ΒΝ) μ., (ε) Σαλίγκαρος: περ. 10 (ΒΝ) × 4 (ΑΔ) μ., (στ) Σπηλιά (εσωτερικό): 2,50 (ΒΝ) × 3 (ΑΔ) × 1 (ύψος) μ.
Περιγραφή (ορατά κατάλοιπα): Στην κορυφογραμμή της Ανύδρου, στο φρύδι του γκρεμού που την ορίζει και τη χαρακτηρίζει από τα νότια, εντοπίζονται σε αραιή διάταξη κατάλοιπα ενός συνόλου κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, τα οποία αποτελούν τις μοναδικές κατασκευές της νησίδας, όλες ξερολιθικά κτισμένες.
Το σύνολο, από τα ανατολικά προς τα δυτικά, περιλαμβάνει χώρο βοσκής για τα ζώα (Δέμα) που οριοθετείται νότια από τον γκρεμό και βόρεια από επιμήκη ξερολιθιά κατά τον άξονα ΑΔ, η πορεία της οποίας εκκινά στα δυτικά από τη Μάντρα και απολήγει ανατολικά σε γκρεμό. Ο χώρος βοσκής επικοινωνεί στα δυτικά μέσω ανοίγματος με μεγάλο, επίσης οριοθετημένο από ξερολιθιά χώρο ελλειψοειδούς περιγράμματος (Μάντρα), ο οποίος διακρίνεται σε δύο τμήματα (Επάνω και Κάτω, ανατολικά και δυτικά αντίστοιχα), μεταξύ των οποίων, περίπου στο μέσον, διατάσσονται συναπτά τρεις επιπλέον χώροι. Ο νότιος, που λειτουργεί και ως δίοδος μεταξύ της Επάνω και Κάτω Μάντρας, προορίζεται για το άρμεγμα των ζώων (Αρμεή), ο ενδιάμεσος για το βράσιμο του γάλακτος μετά το άρμεγμα (Καζαναριό), ενώ ο βορινός για την παρασκευή των τυροκομικών προϊόντων (Τυροκομιό).

Περίπου 150 μ. δυτικότερα από τη Μάντρα βρίσκεται ορθογώνια κατασκευή προσπελάσιμη από τον νότο και προορισμένη για την ωρίμανση των τυροκομικών προϊόντων (Τυροκέλι). Ο χώρος στην αρχική του μορφή θα είχε επίπεδη στέγη, όπως τεκμηριώνουν οριζόντια τοποθετημένοι, ξύλινοι, ελαφρά κατεργασμένοι κορμοί σε ρόλο δοκών. Στο εσωτερικό του χώρου, ο οποίος έχει σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει, διακρίνονται δύο ερμάρια, κατασκευασμένα στο πάχος του βόρειου τοίχου.

Σε κοντινή απόσταση, περίπου 10 μ. προς τον νότο, βρίσκονται άλλοι δύο χώροι, ανάμεσά στους οποίους δημιουργείται ένα είδος διαδρόμου, ο ένας απέναντι από τον άλλο, με αντικρυστές τις εισόδους τους. Ο δυτικός χώρος (Ξέστεο Καλύβι), που είναι ορθογώνιος, φαίνεται πως ήταν παλαιότερος χώρος κατοίκησης, καθώς στη νοτιοδυτική γωνία του, στο εσωτερικό, έχει διαμορφωθεί στο πάχος του τοίχου κτιστή εστία με καμινάδα, ενώ ο νότιος τοίχος του φέρει περίπου στο μέσον του χαμηλό άνοιγμα παραθύρου.

Ο ανατολικός χώρος (Σαλίγκαρος) είναι διμερής. Το νότιο τμήμα του αποτελεί πρακτικά υπαίθρια διαμόρφωση, οριοθετημένη από χαμηλή ξερολιθιά ελλειψοειδούς σχήματος, στην οποία οφείλεται και το προσωνύμιό της.

Στο εσωτερικό έχουν τοποθετηθεί παρατακτικά μεγάλοι λίθοι σε τέτοια διάταξη, ώστε να διαμορφώνονται περιμετρικά καθίσματα (Σαλόνι). Στο μέσον του χώρου υπάρχει αυτοσχέδια Τράπεζα, αποτελούμενη από δύο λίθους προερχόμενους από τη θέση Τεπές και τοποθετημένους απλά, ο ένας πάνω στον άλλο, από τον Νικήτα Γιαμαίο (π. 1958), γιο της πατμιακής οικογένειας κτηνοτρόφων που μίσθωνε τη νησίδα από το 1928. Το βόρειο τμήμα του διμερούς χώρου, που οριοθετείται από χαμηλή ξερολιθιά, επικοινωνεί μέσω χαμηλού ανοίγματος με τον υπαίθριο χώρο στα νότια και οδηγεί σε αβαθή και κοντή βραχοσκεπή (Σπηλιά ή Παλάτι), εντός της οποίας διανυκτέρευαν οι βοσκοί κατά την παραμονή τους στη νησίδα.
Χρονολόγηση: 19ος-20ός αι.
Παρατηρήσεις-Σχόλια: Οι ονομασίες των περιγραφόμενων χώρων προέρχονται από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ι. Γιαμαίου (Άνυδρος. Δύο μελισσών ο ψίθυρος, β΄ έκδ., Πάτμος 2014), ο οποίος είχε ζήσει στη νησίδα από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 1958 ως μέλος της οικογένειας που μίσθωνε την Άνυδρο από το 1928.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Γιαμαίος 2014.
Συντάκτης: Κ.Σ.
ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Δέμα: επιμήκης περιοχή στα νότια, η οποία οριοθετείται στα βόρεια και στα ανατολικά από έναν τοξοειδή τοίχο από ξερολιθιά, ενώ στα νότια και στα δυτικά καταλήγει σε γκρεμό· η περιοχή αυτή συνορεύει με τη Μάντρα στα βορειοδυτικά, με την οποία επικοινωνεί μέσω ενός ανοίγματος, το οποίο χρησιμοποιόταν για τον χωρισμό των εριφίων· “δέματα” ονομάζονται γενικά οι οριοθετημένες από ξερολιθιές περιοχές για εγκλεισμό ζώων (βλ. Κρητικός 1961, 133-134)·
Καβί του Γαρμπή: άκρα στα νοτιοδυτικά.
Καβί του Γραίου: άκρα στα νοτιανατολικά.
Καμινότοπος: θέση στα βορειοανατολικά, κοντά στις Πλάκες, στην οποία παρασκεύαζαν ξυλάνθρακες καίγοντας τους θάμνους που έκοβαν για να ετοιμάσουν τα καλλιεργήσιμα τμήματα της νησίδας για σπορά.
Μάντρα: θέση στα νότια, στην οποία βρίσκεται παλαιό ποιμνιοστάσιο, το οποίο διακρίνεται σε δύο κύρια τμήματα (Κάτω Μάντρα, Πάνω Μάντρα).
Κούκος του Κοντογιάννη: θέση στα νότια, στην άκρη του γκρεμού, στην οποία υπήρχε “κούκος” από ξερολιθιά ύψους 3,5 μ. που είχε κτίσει, σύμφωνα με την παράδοση, κάποιος βοσκός ονόματι Κοντογιάννης· στο πατμιακό ιδίωμα “κούκος” ονομάζεται μια λιθόκτιστη ή φυσική βραχώδης στήλη που χρησιμοποιείται ως ορόσημο ή για προσανατολισμό (βλ. Κρητικός 1961, 32-33).
Μεγάλη Σπηλιά: παραθαλάσσια σπηλιά στα νοτιοδυτικά.
Πλάκες: θέση στα βορειοανατολικά, στην οποία υπάρχει φυσική κοιλότητα (“λάντα”) όπου συλλεγόταν βρόχινο νερό.
Σαλίγκαρος: θέση προς στα νοτιοδυτικά, σε μικρή απόσταση από τον γκρεμό, στην οποία υπάρχει τοίχος από ξερολιθιά σε σχήμα σαλιγκαριού και “σπηλιά” (βραχοσκεπή) όπου διέμεναν οι βοσκοί.
Σπηλιά του Γραίου: παραθαλάσσια σπηλιά στα νοτιανατολικά.
Σπηλιά του Κοντογιάννη: βραχοσκεπή κάτω από τον Κούκο του Κοντογιάννη.
Τεπές: απότομη πλαγιά στα δυτικά, από την οποία ανεβαίνει κανείς στη νησίδα.
Φάρος: θέση στα νότια, στην οποία βρίσκεται εγκατεστημένος φανός.
Φωκιοσπηλιά: παραθαλάσσια σπηλιά στα νότια, στην οποία φωλιάζουν φώκιες.
Σημ: Όλα τα μικροτοπωνύμια αντλούνται από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ιάκωβου Γιαμαίου (Άνυδρος. Δύο μελισσών ο ψίθυρος, β΄ έκδ., Πάτμος 2014), ο οποίος είχε ζήσει στη νησίδα από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 1958 ως μέλος της οικογένειας που μίσθωνε την Άνυδρο από το 1928. Οι θέσεις των μικροτοπωνυμίων επιβεβαιώθηκαν προφορικά από τον Ι. Γιαμαίο και επαληθεύτηκαν κατά τις δύο επισκέψεις της Ερευνητικής Ομάδας στη νησίδα (13.06 και 5.10.2024).
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)
Παραδόσεις για τον ασκητή της Ανύδρου
Περιᾴδεται ὅτι ἐνταῦθα διέμενεν ἀσκητικός τις ἀνὴρ Ἱερομόναχος, ὅστις ἐπιρρίπτων τὸ μοναχικὸν αὐτοῦ τριβώνιον ἐπεκάθητο καὶ διέπλεε τὸ μέχρι τῆς Πάτμου Ἰκάριον πέλαγος, ἱερουργῶν εἰς τὸ ἐν Λεύκαις Ναΐδριον τοῦ Ἁγ. Ἀντωνίου ἢ εἰς τὸ τῆς Φανερωμένης (Ντρωάδες – Χωριδάκια) καὶ εἶτα διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου ἐπανέπλεεν εἰς τὴν νησίδα αὑτοῦ. Ἄχρι σήμερον παρὰ τοῖς κατοίκοις τῶν προαστείων τοῦ Κάμπου θρυλεῖται τὸ τοιοῦτον καὶ κατʾ ἄλλην παράδοσιν ὅτι ἦτο Μοναχὸς ὁ ἐν τῇ Ἀνύδρῳ ἐφησυχάζων λίαν ἐνάρετος, ὁ ὁποῖος ἐπιπλέων τὸ πέλαγος διὰ τοῦ τριβωνίου αὐτοῦ κατευθύνετο εἰς Πάτμον καὶ ἀπέστελε κατὰ περιόδους ἐμπεπιστευμένον χωρικόν, ὁ ὁποῖος μετεκάλει Ἱερομόναχόν τινα ἐκ τῆς Μονῆς τοῦ Θεολόγου καὶ μετέβαινεν εἰς τὸ Ναΐδριον τοῦ Ἁγ. Ἀντωνίου ἔνθα ἐτέλει τὴν θείαν Λειτουργίαν καὶ μετελάμβανεν οὗτος τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 504 (π. 1935)]
ἕνα ἑκατόχρονο γεροντάκι, ὁ μπαρμπα-Εὐριπίδης, πιστεύοντας στὸ θαῦμα, μᾶς διηγήθηκε τούτη τὴν παράδοση: «Κάποτε ζοῦσε σ’ ἕνα ἐδῶ κοντινὸ ξερονήσι, στὴν Ἄνυδρο, ἕνας ἀσκητὴς ποὺ ὅταν ἤθελε νὰ μεταλάβει ἐρχόταν στὸν Ἁι – Ἀντώνη. Ἀλλὰ πῶς ἔφτανε ὡς τὴν ἀκτὴ ἀφοῦ δὲν ἡπῆρχεν ἑκεῖ οὔτε βάρκα, οὔτε ἄλλο μέσο γιὰ νὰ τὸν μεταφέρει; Ἔριχνε στὴ θάλασσα τὸ ράσο του, κάθιζε ἀπάνω ὅπως σὲ μιὰ βαρκούλα κι ἐρχόταν ὠς τὴν ἀκτὴ χωρὶς νὰ βουλιάζει, γιατὶ ὁ Θεὸς ἀγάπαέ τον ἐπειδὴς ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος».
[πηγή: Ταρσούλη 1948, 124]
Ο “κούκος” του Κοντογιάννη στην Άνυδρο (1958)
[κούκος: λιθόκτιστη ή φυσική βραχώδης στήλη που χρησιμοποιείται ως ορόσημο ή για προσανατολισμό]
Αυτή η μοναξιά έκανε τον […] Κοντογιάννη, να κτίσει στο ψηλότερο σημείο του νησιού [Άνυδρος] και στην άκρη του γκρεμού ένα θεοστρόγγυλο «κούκο» από ξερολιθιά, τριάμισι μέτρα ψηλό, ο οποίος δεσπόζει σαν ένας γιγάντιος «κόλουρος κώνος» στην άκρη του χάους. Τις άδειες και μονότονες ώρες του ο γέρο-Κοντογιάννης, που ζούσε τέσσερις με πέντε μήνες το χρόνο σ’ αυτόν τον ξεχασμένο ξερόβραχο βόσκοντας και αρμέγοντας τα κατσίκια του, τις γέμισε κτίζοντας αυτόν τον «κούκο»· αξαργοτί [γι’ αυτό] πήρε και το όνομά του. Εκτός της μοναξιάς και μια άλλη εσωτερική ανάγκη, ξεπήδησε αυτόματα από την ενέργεια αυτή του γέρο-Κοντογιάννη, αυτή του «αταβισμού της προσμονής»· ο «κούκος» του Κοντογιάννη, λοιπόν, κτισμένος από έναν αγράμματο τσοπάνη, στέκεται ασάλευτος παραπάνω από εκατόν εβδομήντα χρόνια, σημαδεύοντας με την κορφή του τον ουρανό, δείχνοντας την κατεύθυνση των πιο ακριβών σκέψεων του ανθρώπου κάθε μέρα.
[πηγή: Γιαμαίος 2014, 83]
Συμβόλαιο μίσθωσης της Ανύδρου (1928)
GOVERNO DELLE ISOLE EGEE / DELEGAZIONE di LERO / UFFICIO DI PATMO
Affittanza dell’isola di Anidro
Il R. Governo delle Isole Egee ha posto a pubblica asta il fitto per cinque anni del pascolo dell’isola di Anidro comincando dal 1o Ottobre 1928 al 30 Settembre 1933.
L’ultimo migliore offerente si è presentato in questo ufficio di Delegazione alle ore 10 del 31 Agosto 1928 in persona del Signor Jameo Michele di Saranti d’anni 40 da Patmo, ed in busta chiusa ha offerto la somma di £ 1200 (millleduecento) con le garanzie del Signor Giovanni Pugliesi fu Nichita e alle seguenti condizioni:
L’affittuario o il suo garante verserà l’importo complessivo di £ 1200 annue in rate quadrimestrali e anticipati e cioè una il 1o Ottobre, una il 1o Febbraio ed una il 1o Giugno rispettivamente in £ 400 ognuna.
Il garante dell’affittuario si rende personalmente responsabile della somma d’affitto di ogni anno fino al competo soldo.
L’affittuario si rende garante inoltre delle decime locali del fondo nonchè tutte le altre tasse cui le isole sono soggette in virtù delle precedenti e posteriori disposizioni.
In caso di mancato pagamento anche di una sola rata potrà il Governo mediante solo avviso resciudere in qualsiasi epoca il contratto e disposse delle isole come crederà.
Il contratto potrà essere rescisso in ogni tempo a richiesta del R. Governo mediante il preavviso di un mese e senza che per ciò l’affittuario abbià diritto alcuno ad indennizzo ovvero a conoscerne le cause.
Si fa obbligo all’affettuario a non servirsi di piante ivi esistenti senza il permesso della Direzione d’Agricoltura.
Il presente contratto di fitto previa lettura venne firmato dall’affittuario, dal garante e da noi.
Patmo le 31 Agosto 1928 A(nno)/6o
L’Affittuario/ Μιχαήλ Σ. Γιαμαίος [υπογραφή]
Il Garante/ Ἰωάννης Ν. Πουλιέζος [υπογραφή]
Il Reggente l’Uff(icio) di Delegazione / IL BRIGADIERE A PIEDI dei ccRR / COMANDANTE la STAZIONE di Patmo / Mandovani Romolo [υπογραφή]
[πηγή: ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6]
Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.
