
Το Τραγονήσι ή Τραονήσι βρίσκεται κοντά στις νοτιοανατολικές ακτές της Πάτμου και συγκεκριμένα στη μέση του όρμου του Γροίκου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νησίδα του πολύνησου της Πάτμου με εμβαδόν 0,372 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 2,637 χλμ.
Το Τραγονήσι απεικονίζεται σε χάρτες ήδη από τον 16ο αιώνα, ενώ τον επόμενο αιώνα περιγράφεται σε πορτολάνους, καθώς και στο έργο του Ι. Γεωργειρήνη, ως η νησίδα που καλύπτει το λιμάνι του Γροίκου από όλους τους ανέμους. Το έργο του Ιωσήφ Γεωργειρήνη, ο οποίος είχε διατελέσει αρχιεπίσκοπος Σάμου (1666-1671) και έπειτα είχε ζήσει μερικά χρόνια στην Πάτμο, αποτελεί και την παλαιότερη γνωστή πηγή στην οποία κατονομάζεται το Τραγονήσι. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι στα ιταλικά νησολόγια των ίδιων χρόνων απεικονίζεται στα νοτιοανατολικά της Πάτμου μία νησίδα που δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το Τραγονήσι αλλ’ όμως ονομάζεται Leone· η ονομασία αυτή, αν δεν αποτελεί προϊόν φαντασίας των χαρτογράφων της εποχής, πιθανώς χρησιμοποιόταν από τους Δυτικούς ναυτικούς. Πάντως, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών, το Τραγονήσι ονομαζόταν Isola del Caprone. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες του 19ου αιώνα η νησίδα ονομάζεται Trago. Επομένως, το όνομα Τράγος με το οποίο αναφέρεται το Τραγονήσι σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας αποτελεί αντιδάνειο.

Το Τραγονήσι έλαβε την ονομασία του από το ότι άφηναν εκεί για ελεύθερη βόσκηση αίγες και ιδιαίτερα τράγους όταν αυτοί δεν ήταν χρήσιμοι στις μάντρες. Στον βίο του πατριάρχη Ιεροσολύμων οσίου Λεοντίου, ο οποίος προηγουμένως είχε διατελέσει ηγούμενος της μονής Πάτμου (περ. 1157-1176), γίνεται λόγος για μία νησίδα, η οποία έχει ταυτιστεί με το Τραγονήσι από τον εκδότη του κειμένου Δ. Τσουγκαράκη, καθώς διευκρινίζεται ότι βρίσκεται αντίκρυ της Πάτμου, ότι ήταν ακατοίκητη και ότι χρησιμοποιόταν ιδιαίτερα για ορισμένες κτηνοτροφικές εργασίες. Η βυζαντινή αυτή πηγή μας πληροφορεί ακριβέστερα ότι οι μοναχοί συνήθιζαν να μεταβαίνουν στη νησίδα κατά το θέρος και να σφάζουν τα ζώα που ήταν περιττά και τα περισσότερα από τα αρσενικά που δεν ήταν χρήσιμα· μετά άφηναν εκεί τα σφαγμένα ζώα εκτεθειμένα στον ήλιο, για να γίνουν λιαστά, και έπειτα τα μετέφεραν στην Πάτμο και τα πωλούσαν για να καλύψουν τα έξοδα της Μονής. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που, επτά αιώνες αργότερα (1883), η κοινότητα της Πάτμου είχε ζητήσει να μισθώσει από τη Μονή επί μία δεκαετία το Τραγονήσι, για να χρησιμεύσει «πρὸς βοσκὴν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ σφαγὴν ζώων, ὅπως διευκολυνθῇ τοιουτοτρόπως καὶ προληφθῇ ἡ ἔλλειψις τοῦ διὰ τὴν τοπικὴν κατανάλωσιν ἀναγκαιοῦντος κρέατος». Επομένως, εύλογα ο Ναπολιτάνος Francesco Piacenza γράφει στο νησολόγιό του (1688) ότι το Τραγονήσι (Leone), λόγω της γονιμότητάς του και της πλούσιας χλωρίδας του, αποτελούσε έναν εξαιρετικό βοσκότοπο που ήταν έρημος και αναξιοποίητος σχεδόν όλες τις εποχές του χρόνου, εκτός από εκείνη κατά την οποία συνήθως μεταφέρονταν εκεί κοπάδια από την Πάτμο. Αξίζει να παρατηρηθεί εδώ ότι το 1881 ένας από τους όρους του συμβολαίου μίσθωσης της νησίδας αποσκοπούσε στην προστασία του βοσκότοπου: «Ὁ ἐνοικιαστὴς οὐ δύναται ν᾿ ἀποκόψῃ οὐδ᾿ ἐλάχιστον θάμνον πρὸς κατασκευήν ξυλανθράκων». Ωστόσο, σήμερα στο Τραγονήσι υπάρχουν τα απομεινάρια δύο ασβεστοκάμινων, ένα στα βόρεια και ένα στα νότια, τα οποία θερμαίνονταν με την καύση θάμνων της νησίδας. Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι τα ασβεστολιθικά πετρώματα που έκαιγαν αυτά τα ασβεστοκάμινα, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, μεταφέρονταν από την περιοχή Γένουπα της Πάτμου.
Το Τραγονήσι περιήλθε στην κυριότητα της μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου προφανώς το 1088, όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε την Πάτμο και γειτονικά της νησιά και νησίδες στον ηγούμενο όσιο Χριστόδουλο, ιδρυτή της μοναστικής πολιτείας της Πάτμου. Κατά την οθωμανική περίοδο, το Τραγονήσι υπαγόταν στο βακούφι της Μονής, η οποία κατέβαλε γι’ αυτό κατ’ αποκοπή φόρο (maktu). Ο φόρος για το Τραγονήσι, σύμφωνα με την απογραφή του 1670, ανερχόταν ετησίως σε 120 άσπρα (akçe), καθώς οι αρόσιμες γαίες της νησίδας υπολογίζονταν σε έξι κοιλά, δηλ. σε έκταση γης όπου μπορούσαν να σπαρθούν έξι κοιλά δημητριακών καρπών (περ. 155-170 χλγρ.). Αργότερα, κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και συγκεκριμένα το 1828, όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τις τοπικές αρχές των νησιών του Αιγαίου λεπτομερή οικονομικά στοιχεία, η μονή Πάτμου είχε δηλώσει ότι το Τραγονήσι αποτελούσε ιδιοκτησία της και ότι είχε σπόριμη γη μόλις έξι κοιλών και, επίσης, είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχαν σε αυτό ούτε οικήματα ούτε πηγαία υδάτα. Αλλά έναν αιώνα μετά (π. 1935), ο Γ. Σμυρνάκης γράφει ότι, ενώ οι ανατολικές πλαγιές του Τραγονησιού είναι βραχώδεις και απόκρημνες, οι δυτικές και νοτιοδυτικές είναι γεώδεις και ομαλές με αμμώδεις ορμίσκους και πηγαία ύδατα. Πρόκειται για αναβλύζοντα πηγαία ύδατα που αντλούνται με την ανόρυξη φρεάτων. Ας προστεθεί ότι το συμβόλαιο των μισθωτών της νησίδας για τα έτη 1947-1957 τους υποχρέωνε, μεταξύ άλλων, να διανοίξουν δύο πηγάδια.

Στο νησολόγιο του F. Piacenza (1688) επισημαίνεται η ύπαρξη στο Τραγονήσι (Leone) ενός κατάλληλου για την κτηνοτροφία και περιορισμένης έκτασης οικήματος, το οποίο απεικονίζεται σχηματικά και στον χάρτη της Πάτμου που δημοσιεύεται στο ίδιο έργο. Δύο αιώνες αργότερα (1883), στα πρακτικά του μοναστηριακού συμβουλίου γίνεται λόγος για μία λιθόκτιστη καλύβα, την «καθοικιὰν τοῦ Τραγονησίου», με αφορμή την αποζημίωση (300 γρόσια) που κατέβαλε ένας καπετάνιος από τη Σύμη επειδή είχε κατακάψει την καλύβα. Γι’ αυτόν τον λόγο, πιθανώς, το 1888 ένας από τους όρους που το ίδιο συμβούλιο είχε αποφασίσει να θέσει στον μισθωτή της νησίδας ήταν να κτίσει οίκημα σε αυτήν. Αργότερα πληροφορούμαστε ότι το οίκημα είχε κτιστεί από τον Ιωάννη Λεούση (ή Σγαννιό). Μάλιστα από το 1933 αναφέρεται ότι το οίκημα του Τραγονησιού χρειαζόταν επισκευή και γι’ αυτό οι ενοικιαστές της νησίδας για τα έτη 1947-1957 δεσμεύονταν επίσης να επισκευάσουν και τον υπάρχοντα οικίσκο. Ας σημειωθεί ότι ο Γ. Σμυρνάκης γράφει (π. 1935) ότι στο Τραγονήσι υπήρχαν δύο ποιμενικές καλύβες.

Πέρα από την καλλιέργεια δημητριακών, στο Τραγονήσι υπήρχε και αμπέλι στην εκχερσωμένη έκταση κοντά στον νοτιοδυτικό ορμίσκο η οποία μέχρι σήμερα ονομάζεται Αμπελάκι. Στα πρακτικά του μοναστηριακού συμβουλίου μαρτυρείται η απόφασή του, ήδη από το 1888, να τεθεί ως όρος για τη μίσθωση της νησίδας και η φύτευση αμπελιού στο καταλληλότερο μέρος. Το πρώτο αυτό αμπέλι 4.000 κλημάτων, όπως επισημαίνεται αργότερα, είχε φυτεύσει ο Ι. Λεούσης. Πάντως, το 1936 το αμπέλι αυτό φαίνεται ότι δεν υπήρχε (πιθανώς είχε καταστραφεί από φυλλοξήρα), αφού στα ίδια πρακτικά γινόταν λόγος για την ανάγκη επισκευής των τοίχων του «πρώην ἀμπελίου» και φύτευσης τουλάχιστον 4.000 αμερικανικών κλημάτων, καθώς και 100 καρποφόρων δέντρων. Όχι τυχαία λοιπόν οι μισθωτές του Τραγονησιού για τη δεκαετία 1947-1957 είχαν προτείνει στη Μονή και έπειτα υποχρεώθηκαν, με το συμβόλαιο που υπέγραψαν, να φυτεύσουν κατά την πρώτη πενταετία 5.000 αμερικανικά κλήματα και 150 καρποφόρα δέντρα (αμυγδαλιές, ελιές, συκιές κ.ά.).

Παράλληλα διαπιστώνει κανείς από τα μισθωτήρια συμβόλαια ότι, ήδη από το 1916, τα χωράφια του Τραγονησιού δεν είχαν την ίδια έκταση με εκείνη του 1828, προφανώς λόγω εκχερσώσεων, καθώς η έκτασή τους υπολογιζόταν πλέον σε τριάντα κοιλά, δηλ. μπορούσαν να σπαρθούν εκεί τριάντα κοιλά δημητριακών (περ. 770-845 χλγρ.). Άλλωστε, η ανάγκη εκχέρσωσης νέων γαιών αλλά και διατήρησης των σπόριμων γαιών της νησίδας εκχερσωμένων, όπως και η ανάγκη συντήρησης των ξερολιθιών (οχθιών) αλλά και κατασκευής νέων «διὰ τὴν συγκράτησιν τοῦ καταπίπτοντος χώματος», αναφέρονται ως όροι στα μισθωτήρια συμβόλαια.
Το Τραγονήσι, όπως και άλλες γαίες των οποίων είχε τη νομή η μονή Πάτμου κατά την οθωμανική περίοδο, μισθωνόταν αντί ενός ετήσιου ποσού, το οποίο δεν ήταν σταθερό, συχνά σε μέλη της μοναχικής αδελφότητας, οι οποίοι ανέθεταν τη βόσκηση και την καλλιέργειά του σε λαϊκούς. Ενδεικτικά, η Μονή ανέφερε το 1829 στις αρχές της Ελληνικής Πολιτείας ότι το ίδιο έτος το Τραγονήσι είχε πωληθεί εφ’ όρου ζωής στον ιερομόναχο Νικηφόρο Ασημίνη (†1852) έναντι 70 γροσίων. Το καθεστώς αυτό άλλαξε το 1869 όταν, μετά από εισήγηση προς τις οθωμανικές αρχές της Ρόδου «κακοβούλων τινῶν καὶ ἀγνωμόνων Πατμίων», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Σμυρνάκης, ο διοικητής της Κω, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Πάτμος, έλαβε διαταγή να διανείμει σε ιδιώτες τίτλους νομής γαιών στο Τραγονήσι και σε άλλες νησίδες που υπάγονταν στο βακούφι της Μονής. Εντούτοις, η Μονή δεν έπαψε να πληρώνει τον κατ’ αποκοπή φόρο που αντιστοιχούσε σε αυτές τις νησίδες και κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες, με τη συνδρομή της κοινότητας της Πάτμου αλλά και του οικουμενικού πατριαρχείου, για την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος. Τελικά, το 1878 αρκετοί κάτοχοι των προαναφερόμενων τίτλων, «θείῳ ζήλῳ κινούμενοι», τους παραχώρησαν στη Μονή· σε ό,τι αφορά το Τραγονήσι, οι Αγγελής Κοτζανάς, Δημήτριος Σκοπελίτης και Νικόλαος Βλαχάκης είχαν παραδώσει τότε στη Μονή τους τίτλους που κατείχαν.
Παρ’ όλα αυτά, κατά τα ίδια χρόνια, το Τραγονήσι είχε εκμισθωθεί στον ιερομόναχο Ιάκωβο Παντελίδη, ο οποίος στο μεταξύ είχε διατελέσει και ηγούμενος της μονής Πάτμου (1878-1880). Κατά την επόμενη πενταετία (1881-1886), η νησίδα ενοικιάστηκε μετά από πλειστηριασμό στον ιερομόναχο Διονύσιο Μουσουδάκη, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός πλειοδότης. Δύο χρόνια μετά τη μίσθωση του Τραγονησιού στον Δ. Μουσουδάκη, είχε υποβληθεί στη Μονή και το προαναφερόμενο αίτημα της κοινότητας της Πάτμου «περὶ τακτικοῦ κρεοπωλείου» στη νησίδα, αίτημα που εντέλει απορρίφθηκε από το μοναστηριακό συμβούλιο λόγω ασυνέπειας των δημογερόντων. Αντίθετα, το 1886 εγκρίθηκε από το ίδιο συμβούλιο το παλαιό αίτημα του ιερομόναχου Λεόντιου Βαβακούλη (ή Παμπακούλη) να ενοικιάσει το Τραγονήσι για μία δεκαπενταετία. Ωστόσο, η τελευταία μίσθωση αποδείχθηκε προβληματική, καθώς την επόμενη χρονιά ο λαϊκός Ι. Λεούσης είχε αποκτήσει τίτλους νομής της νησίδας από τις οθωμανικές αρχές της Λέρου. Το ζήτημα αυτό διευθετήθηκε εντέλει μετά από αρκετά χρόνια (1916), όταν ο Ι. Λεούσης αφιέρωσε στη Μονή τη σπόριμη γη που κατείχε στο Τραγονήσι. Πάντως, αξίζει να παρατηρηθεί ότι τον 20ό αιώνα οι αρόσιμες γαίες της νησίδας και μετέπειτα ολόκληρη η νησίδα ενοικιάζονταν από τη Μονή, κατά κανόνα, απευθείας σε λαϊκούς.
Οι τίτλοι νομής αρόσιμων γαιών σε νησίδες οι οποίοι είχαν διανεμηθεί το 1869 σε ιδιώτες, παραδόθηκαν λοιπόν σταδιακά στη μονή Πάτμου από τους κατόχους τους. Ωστόσο, το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών των νησίδων είχε μεταβληθεί άρδην, καθώς μόνο η νομή των αρόσιμων γαιών τους είχε επανέλθει στη Μονή, ενώ οι βοσκήσιμες γαίες τους εκμισθώνονταν πλέον με πλειστηριασμό από τις τοπικές κρατικές αρχές. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), αν και το μοναστηριακό συμβούλιο είχε απευθυνθεί προς τις ιταλικές αρχές της Ρόδου ήδη από την αρχή της κατοχής ζητώντας να περιέλθουν εκ νέου οι νησίδες στην αποκλειστική κυριότητα της Μονής. Ενδεικτικά, σε ό,τι αφορά το Τραγονήσι, οι αρόσιμες γαίες είχαν εκμισθωθεί από τη Μονή στους Γεώργιο Κρητικό (1913-1916), Ιωάννη Λεούση (1916-1920), Σοφοκλή Κεφάλα (1920-1925), Νικόλαο Μεταξά (1925-1933), ενώ οι βοσκήσιμες γαίες είχαν εκμισθωθεί από τις ιταλικές αρχές της Πάτμου στους Μιχαήλ Στράτα (1923-1928) και Νικόλαο Μεταξά (1928-1933). Μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην ελληνική επικράτεια (1948), η νησίδα έγινε και πάλι εξ ολοκλήρου ιδιοκτησία της μονής Πάτμου. Αξίζει να προστεθεί ότι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προφανώς λόγω έλλειψης τροφίμων, το αντίτιμο της μίσθωσης του Τραγονησιού δεν ήταν μόνο σε χρήματα αλλά επίσης και σε σιτάρι που παρήγε η νησίδα.
Πηγές-Βιβλιογραφία: BUB, MSS 3612, f. 20a· WAM, MSS W 658, f. 81b, 84b· Georgirenes 1678, 79· Piacenza 1688, 220, 225· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 127-128· BOA, TKGM. 4, 17-21· ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 807, 812· ΜΙΘ, Α.Κ. 1015, φ. 379v· HOA, Patmos· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1876-1882), 45-46, 165· ΜΙΘ, Α.Κ. Γενικόν Κτηματολόγιον Μονής (1881), 49-50· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1882-1892), 52, 106-107, 166-168· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1903-1912), 712, 752· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1912-1925), 71-72, 192-193· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον κτημάτων (1913-1925), 59· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1916-1920), 64-65, 105· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1925-1928), 106-107· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1927-1935), 719β· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 31.08.1928· IGM, Patmo· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1929-1935), 54-55· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1934, φάκ. 126, 28.07.1933· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. B΄, 154-160, 163-164, τ. Δ΄, 319 και τ. Ε΄, 512-513· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1935-1938), 136· ΜΙΘ, Α.Κ. Βιβλίον μισθωτηρίων και πωλητηρίων (1936-1949), 98-99, 212, 336· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1938-1944), 432· ICS 1939, XIV, 182· Ναυτιλιακαί οδηγίαι 1939, 217· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1944-1946), 32, 292· ΜΙΘ, Α.Κ. Πρακτικά Συνεδριάσεων (1947), 8, 26, 178· Κρητικός 1950· Armao 1951, 161· Κρητικός 1961, 25, 36-37, 41, 58, 125, 132, 165-166· Δαφνής – Κωστής 1987, τ. Η΄, 328· Tsougarakis 1993, 76-77, 184· Σκανδαλίδης 1994, 18-19, 126· Γιαγκάκης 1997, 26· Georgerine 2001, 304.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Αλατσερή: παράκτια βραχώδης θέση στα δυτικά, κοντά στο Νόνι, στην οποία η θάλασσα εξατμίζεται και αφήνει ως υπόλειμμα το αλάτι.
Αμπελάκι: θέση στα νοτιοδυτικά, στην οποία υπήρχε αμπέλι.
Καμάρα: θέση στα νοτιοανατολικά.
Καμίνι: θέση κοντά στις Κεφιές, στην οποία παρασκεύαζαν ασβέστη.
Κεφιές: θέση στα νότια.
Μεσαίο Κεφάλι: η κεντρική από τις τρεις κορυφές (“κεφάλια”) του Τραγονησιού.
Μπρος Κεφάλι ή Κεφάλι του Πετεινού: η βορειότερη από τις τρεις κορυφές (“κεφάλια”) του Τραγονησιού.
Νόνι, η: παραλία στα δυτικά· στο πατμιακό ιδίωμα “νόνι” ονομάζεται η αβαθής παραλία (βλ. Κρητικός 1961, 25).
Πετεινός: άκρα στα βόρεια, η οποία μοιάζει με κεφαλή πετεινού.
Πισινό Κεφάλι ή Χοντρό Βουνό: η νοτιότερη από τις τρεις κορυφές (“κεφάλια”) του Τραγονησιού.
Σημ: Όλα τα μικροτοπωνύμια αντλούνται από τις σχετικές εκδόσεις του Π. Γ. Κρητικού (Τοπωνυμικός χάρτης της νήσου Πάτμου, Αθήνα, Δεκέμβριος 1950· Πατμιακά τοπωνύμια (γεωγραφία, ιστορία, ετυμολογία, παραδόσεις), Αθήνα: Σ. Σπυρόπουλος, 1961). Οι θέσεις των περισσότερων μικροτοπωνυμίων επιβεβαιώθηκαν προφορικά από τον Βασίλη Γιάνναρο, ο οποίος παράλληλα μας πληροφόρησε και για τις δεύτερες ονομασίες δύο θέσεων.
Συντάκτης: Γ.Κ.
ΠHΓΕΣ (ενδεικτικά αποσπάσματα)
Το Τραγονήσι κατά τον 12ο αιώνα (περ. 1157-1176)
Νησίδιόν τι ἀντικρύ που τῆς αὐτῆς νήσου Πάτμου ἐστὶ κείμενον, ἄοικον. Ἐν τούτῳ ἐκ συνηθείας περῶντες θέρους οἱ μοναχοὶ ἀποσφάττουσι τῶν θρεμμάτων τὰ περιττεύοντα καὶ τὰ πολλὰ τῶν ἀρρένων, ὅσα μὴ εἰς χρῆσιν αὐτοῖς ἐπιτήδεια, καὶ ταριχεύοντες ἐκεῖσε ταῦτα τῇ τοῦ ἡλίου θέρμῃ, συμβαλλομένου ἐπὶ τούτῳ καὶ τοῦ καιροῦ καὶ αὐτῆς δὴ τῆς ἐρημίας τοῦ νησιδίου, ἐκεῖθεν ἀπαίρουσιν. Ἀποδιδόμενοι δὲ ταῦτα τιμῆς, τὸ ἐκ τούτων ἐπισυνηγμένον χρυσίον εἰς τὰς ἀπαραιτήτους ἐξόδους τῆς μονῆς καταβάλλονται.
[πηγή: Tsougarakis 1993, 76]
Συμβόλαιο μίσθωσης του Τραγονησιού (1881)
Ἐνοικιαστήριον Τραγονησίου
Ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἱερὰ καὶ Βασιλικὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἡ ἐν Πάτμῳ δηλοποιεῖ, διὰ τοῦ παρόντος αὐτῆς ἐνοικιαστηρίου γράμματος, ὅτι ἐνοικιάζει τὸ νησίδιον Τραγονῆσι εἰς τὸν π. καὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφὸν ἡμῶν κ. Διονύσιον Μουσουδάκην ὡς μόνον πλειοδοτήσαντα εἰς τὴν πλειστηρίασιν τούτου τὴν γενομένην ἐν τῇ τῆς 4 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. Γενικῇ Συνεδρίασῃ ὑπὸ τοὺς ἀκολούθους ὅρους:
α΄. Ἡ ἐνοικίασις ἄρχεται τὴν 26ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1881 καὶ λήγει τὴν 26ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1886 ὀγδοηκοστοῦ ἕκτου.
β΄. Τὸ ἐνοίκιον κατακυρωθὲν διὰ γρόσια ἐννεακόσια πεντήκοντα (950) θέλει πληρώνεται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Μονῆς ἐν ὅλῳ καὶ ἐμπροθέσμως ἅμα τῇ λήξει τῆς 26 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους.
γ΄. Ὁ ἐνοικιαστής οὐ δύναται ν᾿ ἀποκόψῃ οὐδ᾿ ἐλάχιστον θάμνον πρὸς κατασκευήν ξυλανθράκων.
δ΄. Πᾶσα ἀναβολὴ τῆς ἐγκαίρου πληρωμῆς καὶ παράβασις τοῦ γ΄ ὅρου ἐπιφέρει τὴν κατάργησιν τοῦ παρόντος συμβολαίου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπαιτήσεως τοῦ ἐνοικιαστοῦ κατὰ τῆς Μονῆς.
Ὅθεν εἰς ἔνδειξιν ἐγένοντο δύο ὅμοια καὶ τὸ μὲν ἓν κατεχωρίθη ἐν τῷ ἁρμοδίῳ κώδικι ὑπὸ σελίδα 807, τὸ δὲ ἕτερον ὑπογραφὲν προσηκόντως καὶ σφραγισθὲν τῇ συνήθει τῆς Μονῆς σφραγίδι ἐδόθη τῷ διαληφθέντι ἐνοικιαστῇ πρὸς ἀσφάλειάν του.
Ἐκ τῆς ἐν Πάτμῳ Ἱερᾶς Μονῆς τῇ 16 Ὀκτωβρίου 1881 ἕν
Οἱ Σύμβουλοι / Ἐκκλησιάρχης Βενιαμὶν / Διονύσιος Φλωρίδης / Θεοφάνης Ἱερομόναχος / Δωρόθεος Ἱερομόναχος / Θεοδώρητος Ἱερομόναχος / Νεόφυτος Ἱερομόναχος
Ὁ ἐγγυητὴς
Ὁ ἐνοικιαστὴς / Διονύσιος Ἱερομ(όναχος) Μουσουδάκης
Ὁ Καθηγούμενος Πάτμου Ἰωάσαφ βεβαιοῖ.
[πηγή: ΜΙΘ, Α.Κ. 1002, 807]
Η πανίδα και η χλωρίδα του Τραγονησιού (π. 1935)
διαιτῶνται ἐν ταύτῃ [τῇ νησίδι] ἄγριοι τὸ πλεῖστον αἶγες, αἴλουροι, περιστεραὶ καὶ τὰ καλούμενα πτηνὰ κέφοι (κέπφοι)· φύονται δ’ ἐπὶ ταύτης σχοῖνοι, ἀκαισαρίδια, στοιβαί, ἄκανθοι, καλάθροπα, κόραις καὶ λοιπά. Ἐν τῷ Τραγονησίῳ τῆς Πάτμου φύεται αὐτὸ τοῦτο τὸ μνησθὲν ἄνθος ἐν φθινοπώρῳ καθὼς καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῆς νήσου Πάτμου, ὀνομαζόμενον […] κόραις, ἐκ τῶν βολβοειδῶν καὶ ναρκισσοειδῶν φυτῶν τυγχάνον μετὰ στελέχους ἐν τῷ μέσῳ, ἐκφυομένων περὶ τοῦτο πολλῶν ἀνθέων λευκοκυανοχρόων μετὰ εὐώδους ὀσμῆς καὶ σχήματος μικρῶν κυαθίων ἢ ἀνθοδοχείων.
[πηγή: ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 512-513]
Επιλογή πηγών-επιμέλεια: Γ.Κ.
