
Οι νησίδες Σκλάβες βρίσκονται στα ανατολικά της Πάτμου και συγκεκριμένα στα βόρεια της μεγαλύτερης νησίδας Χιλιομόδι. Πρόκειται για συστάδα τριών νησιωτικών εδαφών (Σκλάβα, Σκλαβοπούλα ή Σκλαβάκι, Ξεροπούλα ή Ξεροπούλι) με συνολικό εμβαδόν 0,019 τ.χλμ. (αντίστοιχα 0,012, 0,005 και 0,002 τ.χλμ.) και συνολικό μήκος ακτογραμμής 1,031 χλμ. (αντίστοιχα 0,477, 0,362 και 0,192 χλμ.).
Οι Σκλάβες μαζί με το Χιλιομόδι, χωρίς να κατονομάζονται, περιγράφονται σε ταξιδιωτικά έργα και πορτολάνους του 17ου αιώνα ως δύο, τρεις ή τέσσερις βράχοι ή μικρά νησιά που προστατεύουν το κύριο λιμάνι της Πάτμου (Σκάλα) από τις τρικυμίες και από τους ανατολικούς και βορειοανατολικούς ανέμους. Αργότερα, πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, οι Σκλάβες απεικονίζονται ως συστάδα σε χάρτες, αλλά αναφέρονται με την ονομασία Σκλαβάκι (Sklavaki) την οποία φέρει μόνο ένα τμήμα τους. Εντούτοις, μέχρι τα τέλη του ίδιου αιώνα, πορτολάνοι και ταξιδιωτικά έργα εξακολουθούν να κάνουν λόγο για την ύπαρξη στα βόρεια του Χιλιομοδιού μόνο μίας νησίδας με το όνομα Σκλαβάκι, ή ακόμη και μόνο για «έναν βράχο που ονομάζεται Σκλάβες» (Sklavis). Ωστόσο, επισημαίνεται ότι γύρω από τη νησίδα Σκλαβάκι υπάρχουν «βράχοι καὶ ὕφαλοι ἐπικίνδυνοι διὰ τοὺς διερχομένους πλησίον αὐτῆς», πράγμα που προφανώς εξηγεί και το γεγονός ότι η δεύτερη σε έκταση νησίδα της συστάδας αναφέρεται (π. 1935) και ως Σκλαβάκια. Κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων (1912-1943), στο πλαίσιο της πολιτικής εξιταλισμού των τοπωνυμίων που ακολουθούσε η ιταλική διοίκηση των νησιών, oι Σκλάβες ονομάζονταν Isole Schiave ή Schiavi.
Για την προέλευση της ονομασίας των νησίδων Σκλάβες έχουν διατυπωθεί τέσσερις ερμηνείες, οι δύο πρώτες από τον λόγιο ιερομόναχο Γεράσιμο Σμυρνάκη, η δεύτερη από τον Πάτμιο λόγιο Παναγιώτη Κρητικό, ενώ η τρίτη από τον Νισύριο λόγιο Μιχάλη Σκανδαλίδη. Πιο συγκεκριμένα, ο Γ. Σμυρνάκης γράφει ότι οι Σκλάβες έλαβαν το όνομά τους: α) είτε επειδή δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους αλλά ούτε και από την Πάτμο και δίνουν την εντύπωση ότι είναι αλυσοδεμένες σαν αιχμάλωτες ή σκλάβες· β) είτε επειδή βρίσκονται στην αρχή και στη μέση του όρμου της Σκάλας και, επομένως, καθίστανται πολύ επικίνδυνες για τα πλοία που εισπλέουν στο λιμάνι, ιδιαίτερα τη νύχτα, καθώς αυτά μπορούν να προσκρούσουν πάνω τους και με τη συντριβή τους να “σκλαβωθούν”. Με τη γεωγραφική θέση των νησίδων συσχετίζει την ονομασία τους και ο Π. Κρητικός, αλλά αυτός υποθέτει ότι την έλαβαν από το ότι είναι απομονωμένες στη μέση της θάλασσας. Εντελώς διαφορετικά ερμηνεύει το τοπωνύμιο “σκλάβος” ο Μ. Σκανδαλίδης, καθώς το συσχετίζει με τη χλωρίδα των νησίδων θεωρώντας ότι είναι φυτωνύμιο και ότι σημαίνει ένα είδος αγριοσέλινου ή άγριου κλήματος

Πάντως, με εξαίρεση τη μεγαλύτερη νησίδα της συστάδας (Σκλάβα), τα υπόλοιπα τμήματά της είτε έχουν ελάχιστη βλάστηση (Σκλαβοπούλα) είτε αποτελούνται μόνο από γυμνούς βράχους (Ξεροπούλα). Η Σκλάβα, όπως και το Χιλιομόδι, σύμφωνα με τον γάλλο ταξιδιώτη Victor Guérin (1856), ανήκε στη μονή Πάτμου, πληροφορία που αναπαράγει έπειτα και ο αμερικανός ταξιδιώτης William Edgar Geil (1897). Αργότερα, όπως μαρτυρεί ένα συμβόλαιο, η Σκλάβα ενοικιαζόταν για βόσκηση ζώων μαζί με άλλες νησίδες της Πάτμου και των Αρκιών. Ακριβέστερα, οι νησίδες Αγία Θέκλα, Άγιος Γεώργιος, Αγρελούσα, Κεντρονήσι, Μαράθι και Σκλάβα είχαν εκμισθωθεί το 1928 από τις ιταλικές αρχές της Πάτμου για πέντε έτη στον Μιχαήλ Ι. Στράτα από την Πάτμο. Η Σκλάβα, όπως μας πληροφορεί ο Γ. Σμυρνάκης, είχε επίσης αρόσιμη γη η οποία κατά τις εύφορες χρονιές, με σπορά 1 ½ κοιλού δημητριακών καρπών (περ. 40 χγρ.), απέδιδε 12 κοιλά (περ. 300-330 χγρ.). Επίσης, οι Σκλάβες θεωρούνταν “ψαρότοποι” μέχρι τη σύγχρονη μας εποχή, ενώ παλαιότερα αλιεύονταν στα νερά τους επίσης αρκετά και καλής ποιότητας σφουγγάρια.
Τέλος, ας προστεθεί ότι η επικινδυνότητα των νησίδων Σκλάβες και ιδιαίτερα της νησίδας Σκλαβάκι, όπως και των σκοπέλων της γειτονικής νησίδας Χιλιομόδι, για τα πλοία που κατευθύνονταν στην Πάτμο κατά τη διάρκεια της νύκτας είχε αναγνωριστεί και από τις ιταλικές αρχές της Δωδεκανήσου το 1933 και ότι για την αποφυγή αυτών των κινδύνων λίγο αργότερα είχε τοποθετηθεί φανός στο ακρωτήριο της Πάτμου Τράγος.
Πηγές-Βιβλιογραφία: Deshayes de Courmenin 1624, 315· Stochove 1643, 237· Georgirenes 1678, 77· ANF, Marine, 3JJ, 219, no. 1, 127-128· HOA, Patmos· Guérin 1856, 8· Geil 1897, 74· Κοτσοβίλλης 1899, 392· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1928, φάκ. 121, τμ. 5/6, 31.08.1928· IGM, Patmo· ΓΑΚ (Ρόδος), Ι.Δ.Δ., 1934, φάκ. 126, 28.07.1933· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 500, 566-567· Λυκούδης 1935, 241· ICS 1939, 182· ICS 1939, 182· Κρητικός 1961, 35, 143· Σκανδαλίδης 1994, 20, 115· Γιαγκάκης 1997, 26· Georgerine 2001, 303· Σκανδαλίδης 2001, 231.
Συντάκτης: Γ.Κ.
