
Το Πιλάφι ή Πιλάβι βρίσκεται κοντά στις ανατολικές ακτές της Πάτμου και συγκεκριμένα στα ανατολικά του όρμου των Σαψίλων. Πρόκειται για βραχώδη νησίδα με εμβαδόν 0,0024 τ.χλμ. και μήκος ακτογραμμής 0,1869 χλμ., η οποία έλαβε το όνομά της από το κωνοειδές σχήμα της που θυμίζει πιάτο με πιλάφι.
Το Πιλάφι ονομάζεται παράλληλα Άης Λουκάς ή Νησί τ’ Άη Λουκά ή του Λουκακιού, καθώς υπήρχε εκεί ναΰδριο του Ευαγγελιστή Λουκά. Το ναΰδριο μαρτυρείται από τον Ιωσήφ Γεωργειρήνη, ο οποίος είχε διατελέσει αρχιεπίσκοπος Σάμου (1666-1671) και έπειτα είχε ζήσει μερικά χρόνια στην Πάτμο. Πολύ αργότερα (π. 1935), όπως γράφει ο λόγιος ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, ίχνη ναϋδρίου εντοπίζονταν πράγματι εντός “σπηλαίου” (βραχοσκεπής) στη βόρεια πλευρά της νησίδας. Η βραχοσκεπή αυτή είναι ασφαλώς η μεγαλύτερη από τις δύο που υπάρχουν στη βόρεια πλευρά, καθώς μπροστά στο άνοιγμά της, που φθάνει περίπου τα 6 μ., διακρίνεται σήμερα ξερολιθιά.

Ο Πάτμιος λόγιος Παναγιώτης Κρητικός θεωρεί πιθανότερο ότι το ναΰδριο του Αγ. Λουκά κτίστηκε από κάποιον ομώνυμο ιδιοκτήτη της νησίδας. Από το όνομα αυτού του ιδιοκτήτη ή του ναϋδρίου προφανώς ονομάστηκαν Λουκάκια και οι δύο ξέρες στα δυτικά του όρμου Σάψιλα, όπως και η ακτή απέναντι από το Πιλάφι.
Κατά την οθωμανική περίοδο και μάλλον τον 17ο αιώνα, η ιδιοκτησία του Πιλαφιού, σύμφωνα με προφορική παράδοση, είχε εκχωρηθεί από τον αρχιναύαρχο του σουλτανικού στόλου (καπουντάν πασά) σε έναν πλοηγό ως ανταμοιβή για τη συμβολή του στη διάσωση του στόλου, καθώς μαζί με δύο άλλους Πάτμιους πλοηγούς είχαν οδηγήσει τον στόλο σε ένα ασφαλές αγκυροβόλιο των Φούρνων κατά τη διάρκεια καταδίωξής του από τον βενετικό στόλο. Σύμφωνα πάντοτε με την ίδια παράδοση, ο πρώτος πλοηγός είχε ζητήσει από τον καπουντάν πασά να του χαρίσει τη νησίδα Πιλάφι έχοντάς την μόνο ακουστά και νομίζοντας ότι είναι σημαντική, ενώ οι δύο άλλοι πλοηγοί του είχαν ζητήσει τις νησίδες των Φούρνων. Ωστόσο, στη μικρή έκταση του Πιλαφιού, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γ. Σμυρνάκης, «φύονται μόνον καππάρεις καί τινες θάμνοι, ἀγριοβιολέττες καὶ μαγκοῦττες [κώνειο]». Παρ’ όλα αυτά, αυτή η παράδοση φαίνεται να έχει ρεαλιστικό υπόβαθρο, αφού ο Σμυρνάκης μας πληροφορεί ότι ο σύγχρονός του απόγονος του πλοηγού, ο ιερομόναχος Ιλαρίων Ψανουδάκης (†1931), είχε στην κατοχή του το φιρμάνι που είχε εκδοθεί για την ιδιοκτησία του Πιλαφιού.
Ας προστεθεί ότι ο βρετανός περιηγητής Edward Daniel Clarke, ο οποίος επισκέφθηκε την Πάτμο το 1801, αναφέρει στο έργο του ότι είχε αγοράσει από έναν χωρικό ένα ενεπίγραφο ανάγλυφο (επιτύμβια στήλη) που είχε βρεθεί σε «ένα μικρό βραχώδες νησί κοντά στο στόμιο του λιμανιού της Σκάλας», πιθανώς το Πιλάφι, αφού αυτό αποτελεί την πλησιέστερη στη Σκάλα βραχώδη νησίδα. Ωστόσο, η στήλη αυτή του 3ου αι. μ.Χ., η οποία σώζεται σήμερα στο Fitzwilliam Museum (Cambridge), προερχόταν προφανώς από το αρχαίο νεκροταφείο του νησιού που μάλλον βρισκόταν κοντά στη Σκάλα. Κατά συνέπεια, αν η πληροφορία του χωρικού για τον τόπο εύρεσης της στήλης είναι ορθή, τότε το ανάγλυφο είχε μεταφερθεί από την Πάτμο στο Πιλάφι.
Τέλος, αξίζει να παρατηρηθεί ότι στους βρετανικούς υδρογραφικούς χάρτες και σε ταξιδιωτικά έργα του 19ου αιώνα το Πιλάφι ονομάζεται λανθασμένα St. Fouka (αντί του ορθού: St. Louka). Κατά συνέπεια, η παράλληλη ονομασία Βραχονησίδα του Αγ. Φωκά με την οποία αναφέρεται το Πιλάφι σε εκδόσεις της ελληνικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας αποτελεί αντιδάνειο.

Πηγές-Βιβλιογραφία: IG XII,4,4:3915· Georgirenes 1678, 79· Clarke 1812-1814, II, s. ΙI, 372· HOA, Patmos· Geil 1897, 14, 70· ΜΙΘ, χφ. 1008, τ. Ε΄, 501-502· Κρητικός 1961, 130-131, 157, 166· Φλωρεντής 1980, 131· Ναυτιλιακές οδηγίες 1987, 283· Ανθούσα 1991, 156-158· Σκανδαλίδης 1994, 18, 115· Γιαγκάκης 1997, 25· Georgerine 2001, 304.
Συντάκτης: Γ.Κ.
